Βιολογικός πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εκπαιδευτική αμερικανική βομβίδα E120 βιολογικού πολέμου που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1960

Γενικά ως βιολογικός πόλεμος (biological warfare), ή μικροβιολογικός πόλεμος, χαρακτηρίζεται ο πόλεμος εκείνος κατά τον οποίο γίνεται χρήση ζώντων οργανισμών και ειδικότερα παθογόνων μικροοργανισμών ή παραγώγων αυτών όπως π.χ. έντομα, μικρόβια, καλλιέργειες με φονικούς ιούς και βακτήρια, προκειμένου να προκαλέσουν ασθένεια ή θάνατο ανυπεράσπιστων αμάχων πληθυσμών. Τα βιολογικά όπλα κατατάσσονται, μαζί με τα πυρηνικά και τα χημικά, στα όπλα μαζικής καταστροφής και στα μη συμβατικά μέσα πολέμου.

Ο Βιολογικός πόλεμος διακρίνεται σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι όταν μία πλευρά χρησιμοποιεί παθογόνους οργανισμούς, που δεν έχουν ως βασικό σκοπό το θάνατο, αλλά την εξασθένηση των γραμμών του αντιπάλου. Το δεύτερο επίπεδο είναι όταν χρησιμοποιούνται σε ένα ολόκληρο θέατρο επιχειρήσεων, π.χ. για γενοκτονία, όπως όταν οι Άγγλοι άποικοι στις ΗΠΑ έδωσαν κουβέρτες με ευλογιά στους Ινδιάνους. Εδώ χρησιμοποιούνται θανατηφόρες ασθένειες, αλλά υπάρχει τρόπος θεραπείας. Στο τρίτο επίπεδο εξαπολύονται μεταλλαγμένοι (οπλοποιημένοι) ιοί με συμβατά μέσα, όπως διηπειρωτικοί πύραυλοι, βόμβες..., που προκαλούν ασθένειες που δεν έχει ξαναντιμετωπίσει το ανθρώπινο είδος, και συνεπώς δεν υπάρχει άμεση θεραπεία.

Οι χώρες που φέρονται να είχαν καταρτίσει προγράμματα ανάπτυξης βιολογικών όπλων ήταν η Ιαπωνία, η οποία τα χρησιμοποίησε, κατά τον Σινοϊαπωνικό πόλεμο(1931-1945)[1], οι ΗΠΑ, οι οποίες χρησιμοποίησαν την τεχνολογία των Ιαπώνων και η Σοβιετική Ένωση, που είχε και τα πιο εξελιγμένα. Αν και μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ μεγάλες ποσότητες βιολογικών όπλων καταστράφηκαν, εκφράζονται φόβοι ότι μπορεί να υπάρχουν κάποια αποθέματα. Και οι τρεις παραπάνω ανέπτυξαν ιδιαίτερα μεταλλάξεις στο μικρόβιο της πανώλους, που προκάλεσε τα περισσότερα θύματα στην ανθρωπότητα και κατάφεραν να επιτύχουν ιδιαίτερα μεγάλα ποσοστά θνησιμότητας.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Με τη Διεθνή Συνθήκη Βιολογικού Πολέμου του 1972 (BWC 1972) η παραγωγή, φύλαξη και χρήση βιοχημικών όπλων έχουν τεθεί εκτός νόμου. Παρά ταύτα η ίδια η συνθήκη δεν απαγορεύει σχετική έρευνα ανάπτυξης αντίμετρων ασφαλείας για κάθε χώρα. Σήμερα, αν και τη Συνθήκη αυτή φέρεται να την έχει υπογράψει σχεδόν το σύνολο των εθνών, εν τούτοις ένας αρκετός αριθμός χωρών θεωρείται από κάποιους κύκλους ότι διατηρεί τέτοια όπλα. Είναι όμως πολύ αμφίβολη η ακρίβεια αυτών των πληροφοριών με δεδομένο αφενός την προπαγάνδα και τις διάφορες σκοπιμότητες που εξυπηρετούν κάθε φορά αυτή, όπως επίσης και από τις "δήθεν" διαρροές πληροφοριών, αμυντικής σκοπιμότητας, που γίνονται προς αποτροπή κάποιου πολέμου. Τέτοια περίπτωση ήταν και τα φημολογούμενα για το Ιράκ στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
  • Αυτό που είναι βέβαιο στους στρατιωτικούς κύκλους είναι ότι η χρήση τέτοιων όπλων είναι εκ φύσεως αποτρεπτική μεταξύ όμορων εμπολέμων χωρών. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά των όπλων αυτών είναι ότι η όποια αποτελεσματικότητά τους είναι πολύ βραδεία σε σχέση με το χρόνο διεξαγωγής των στρατιωτικών επιχειρήσεων, που μπορεί έτσι να διευκολύνει μόνο παρατεταμένους πολέμους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]