Αχιμέλεχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αχιμέλεχ δίνει στον Δαβίδ τους καθαγιασμένους άρτους, Μοναστήρι Hradisko, Τσεχία.

Ο Αχιμέλεχ, που σημαίνει «αδελφός βασιλιά», πιθανώς και Αχιά που σημαίνει «ο Ιεχωβά είναι αδελφός [μου]»[1], είναι πρόσωπο που αναφέρεται στη Παλαιά Διαθήκη. Υπήρξε αρχιερέας όταν η σκηνή της μαρτυρίας βρισκόταν στη Νωβ, ο εικοστός στην αρχιερατική γραμμή, που θανατώθηκε αργότερα επειδή βοήθησε τον κυνηγημένο Δαβίδ.

Ο Αχιμέλεχ ήταν γιος του Αχιτώβ και σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση παρέδωσε στον άοπλο φυγά Δαβίδ 5 καρβέλια αγιασμένου άρτου[2] και το ξίφος του Γολιάθ[3], όταν εκείνος κρυβόταν καταδιωκόμενος από τον Σαούλ. Κατηγορούμενος για ανυπακοή εξαιτίας της καλοσύνης που έδειξε στον Δαβίδ, κλήθηκε από τον βασιλέα Σαούλ βάσει πληροφοριών που παρέσχε ο Δωήκ (Δωέγ) ο Εδωμίτης και καταδικάστηκε σε θάνατο, μαζί με την οικογένειά του και τους άλλους 85 ιερείς που παρίσταντο. Η ποινή εκτελέστηκε από τον ίδιο τον Δωήκ ανηλεώς καθώς «τη Νωβ, την πόλη των ιερέων, την πάταξε με την κόψη του σπαθιού, άντρα και γυναίκα, παιδί και βρέφος που θηλάζει, ταύρο και γαϊδούρι και πρόβατο με την κόψη του σπαθιού»[4].

Αιώνες αργότερα, ο Ιησούς αναφέρθηκε σε εκείνο το περιστατικό. Σύμφωνα με την αφήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, όταν πέρασε με τους μαθητές του μέσα από σπαρμένα χωράφια και έτριψαν στάχυα με τα χέρια τους για να φάνε τους σπόρους του σιταριού, οι Φαρισαίοι τούς κατηγόρησαν για παραβίαση του νόμου για το Σάββατο. Ο Ιησούς τούς αποκρίθηκε: «Δε διαβάσατε στη Γραφή τι έκανε ο Δαβίδ όταν πείνασε αυτός κι οι σύντροφοί του; Πως μπήκε στο ναό του Θεού, κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως, που δεν επιτρεπόταν από το νόμο να τους φάει ούτε αυτός ούτε οι σύντροφοί του παρά μόνο οι ιερείς;» Και συνέχισε λέγοντας: «Εδώ έχουμε κάτι ανώτερο από το ναό. Κι αν είχατε καταλάβει τι σημαίνει "αγάπη θέλω και όχι θυσία", δε θα καταδικάζατε αυτούς τους αθώους ανθρώπους. Άλλωστε ο Υιός του Ανθρώπου εξουσιάζει και το Σάββατο»[5].

Με αυτό το όνομα υπήρχε επίσης ένας Χεττίτης, φίλος του βασιλέα Δαβίδ[6] και ο Αχιμέλεχ ο γιος του Αβιάθαρ[7].

Όσον αφορά στα πρόσωπα που παρουσιάζονται με τα ίδια ονόματα είτε ερμηνεύονται από το ότι πιθανώς ο Αβιάθαρ είχε δύο γιους με το όνομα Αχιμελέχ ή όπως πιστεύουν άλλοι, ότι εκ παραδρομής το όνομα βρίσκεται στο 2 Σαμουήλ 8:17 και στο 1 Χρονικών 18:16.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1 Σαμουήλ 14:3, 18
  2. 1 Σαμουήλ 21:4
  3. 1 Σαμουήλ 21:9
  4. 1 Σαμουήλ 22:9-23 ΜΝΚ.
  5. Ματθαίος 12:1-8, ΝΜΒ.
  6. 1 Σαμουήλ 26:6
  7. 2 Σαμουήλ 8:17 και 1 Χρονικών 18:16