Ατλαντισία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ατλαντισία
Ατλαντισία
Ατλαντισία
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Γερανόμορφα (Gruiformes)
Οικογένεια: Ραλλίδες (Rallidae)
Γένος: Ατλαντισία (Atlantisia) (P. R. Lowe, 1923) F
Είδος: A. rogersi
Διώνυμο
Atlantisia rogersi (Ατλαντισία του Ρότζερς)
P. R. Lowe, 1923

Η Ατλαντισία είναι γερανόμορφο πτηνό της οικογενείας των Ραλλιδών, που απαντά αποκλειστικά στη νήσο Ιναξέσιμπλ (Inaccesible, ελλ. απόδοση Απρόσιτη Νήσος) του Αρχιπελάγους Τριστάν ντα Κούνια (Tristan da Cunha), στον νότιο Ατλαντικό. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Atlantisia rogersi και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[2]

  • Η ατλαντισία ανήκει σε εκείνα τα πτηνά που έχουν χάσει την πτητική τους ικανότητα (flightless birds) και, μάλιστα, κατέχει τον τίτλο του μικρότερου σε μέγεθος, σωζόμενου πτηνού αυτής της «ομάδας», ακριβώς στον αντίποδα της στρουθοκαμήλου, η οποία επίσης είναι ανίκανη να πετάξει.[3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Atlantisia, δόθηκε στο πτηνό από τη μυθική Ατλαντίδα, λόγω του απόμακρου των νήσων Τριστάν ντα Κούνια που, η ευρύτερη περιοχή τους (νότιος Ατλαντικός) αποτελούσε μία από τις φημολογούμενες θέσεις της.

Η ονομασία του είδους, rogersi, οφείλεται στον ιερωμένο Ρότζερς (H. M. C. Rogers), ο οποίος ήταν ο πρώτος που συνέλεξε δείγματα του πτηνού, τα οποία μετεφέρθησαν τον Ιούλιο του 1923 στο Βρετανικό Μουσείο, οπότε και ανέλαβε την ταυτοποίηση και καταχώρησή του ως νέο είδος, ο Λόουι (βλ. Συστηματική).[4]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά, το 1923, από τον Άγγλο χειρουργό και ορνιθολόγο Πέρσι Λόουι (Percy Roycroft Lowe). Κάποτε, στο γένος Atlantisia συμπεριλαμβάνονταν δύο ακόμη είδη, που ζούσαν στα γειτονικά νησιά της Αναλήψεως και της Αγίας Ελένης, τα Mundia elpenor και Aphanocrex podarces, αντίστοιχα. Το πρώτο είχε αναφερθεί περιληπτικά απο τον ταξιδευτή και φυσιοδίφη Πίτερ Μούντι (Peter Mundy) το 1656,[εκκρεμεί παραπομπή] και εξαφανίστηκε λίγο πριν το 1700. Το δεύτερο, είχε κάποιες αναφορές χωρίς να το δει κανείς και, εξαφανίστηκε πριν το 1600. Ωστόσο, επειδή κατοπινές έρευνες έδειξαν ότι τα δύο αυτά είδη εξελίχθηκαν ανεξάρτητα (μάλιστα η Ατλαντισία, δεν είχε κάποια κοντινή σχέση με αυτά), μετακινήθηκαν το καθένα στο δικό του ξεχωριστό γένος.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το γένος Atlantisia είναι μονοτυπικό, δεν περιλαμβάνει δηλαδή άλλο είδος, εκτός από το Atlantisia rogersi.[2]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ατλαντισία απαντά ως ενδημικό είδος της νήσου Ιναξέσιμπλ (Inaccesible, ελλ. απόδοση Απρόσιτη Νήσος) στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η νήσος αποτελεί μέρος του ευρύτερου συμπλέγματος Τριστάν ντα Κούνια (Tristan da Cunha), που βρίσκεται απομονωμένο στις εσχατιές του Νοτίου Ημισφαιρίου. [1][2][5]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ατλαντισία απαντά σε όλο το νησί, στους περισσότερους τύπους βλάστησης και σε όλα τα υψόμετρα, ακόμη και στις πιο απότομες πλαγιές.[6]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει καταγραφεί να φωλιάζει κυρίως στα δυτικά παράκτια οικοσυστήματα του νησιού (Blenden Hall), που βρίθουν από το πολύ υψηλό (μέχρι 3μ.) αγρωστώδες Spartina arundinacea, ιδίως όταν αυτό απαντάται μαζί με το πτεριδόφυτο Blechnum penna-marina.[6][7][8] Φωλιές έχουν βρεθεί επίσης, στα ορεινά, γυμνά από δένδρα πλατώματα του νησιού με πλούσιο υπόστρωμα από φυτά της οικογένειας Cyperaceae [8] και συστάδες από φτέρες, μακριά από τις ορθοπλαγιές.[9] Συχνάζει ακόμη στους ρεικότοπους των οροπεδίων [6] και εκεί όπου όπου η βλάστηση, οι σκόρπιοι βράχοι ή άλλα χαρακτηριστικά του τοπίου στο επίπεδο του εδάφους, δημιουργούν σήραγγες ή σχισμές, στις οποίες μπορεί να καλυφθεί και να φωλιάσει.[8]

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απαντά, πρακτικά, σε κάθε διαθέσιμο ενδιαίτημα συμπεριλαμβανομένων των περιοχών με πολύ κοντή βλάστηση, παραλίες με διάσπαρτα βράχια και βαλτώδεις περιοχές, πάνω από τη γραμμή παλίρροιας.[7]. Η μοναδική περιοχή του νησιού απ’ όπου φαίνεται να απουσιάζει, είναι εκείνη στο South Hill, με τις ηφαιστιακές πέτρες σε υπόστρωμα αγρωστωδών, χωρίς όμως αυτό να είναι απολύτως βέβαιο.[6][7][8]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ατλαντισία

Η ατλαντισία είναι πτηνό, με γενικότερο «στρουμπουλό» παρουσιαστικό, σκοτεινά χρώματα και ελαφρύ σε σχέση με το μέγεθός της. Όλη η άνω επιφάνεια του σώματος έχει μαυριδερό καφετί χρώμα με εμφανή σκωριόχρωμη απόχρωση, ενώ η κάτω επιφάνεια είναι καφετί-γκρίζα, με αχνές υπόλευκες ραβδώσεις στα πλευρά. Το ράμφος της είναι κοντό, μυτερό και σκουρόγκριζο, οι ταρσοί και τα πόδια γκρίζα, ενώ η ίριδα του οφθαλμού είναι κοκκινωπή. Στο μεγάλο δάκτυλο των ποδιών τους, τόσο τα ενήλικα άτομα, όσο και οι νεοσσοί, φέρουν έναν εξαιρετικά ευμεγέθη όνυχα, ο οποίος τα βοηθάει, πιθανότατα, να αναρριχώνται στη βλάστηση. Το μέγεθός της ατλαντισίας είναι 13-14 εκατοστά, περίπου, και το βάρος της γύρω στα 30-40 γραμμάρια, με τα αρσενικά να είναι λίγο μεγαλύτερα από τα θηλυκά.[7] Τα νεαρά άτομα είναι σκουρότερα σε χρωματισμό και με καστανόμαυρη ίριδα.[10]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δίαιτα της ατλαντισίας περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ασπονδύλων, όπως γαιοσκώληκες, νυχτοπεταλούδες, μυριάποδα (σαρανταποδαρούσες), καθώς και μεγάλη ποικιλία εντόμων και των προνυμφών τους. Επίσης, φυτική ύλη όπως βατόμουρα και σπέρματα,[6][8], αλλά ποτέ ψάρια ή θνησιμαία άλλων πτηνών, παρόλο που υπάρχουν σε μεγάλη αφθονία στις ακτές του νησιού. Επίσης αγνοεί τις «ανθρωπογενείς» τροφές, όπως τυρί και ψωμί που οι επιστήμονες τοποθετούν επίτηδες για να καταγράψουν το διαιτολόγιό της.[7]

Όταν αναζητεί την τροφή της σε ανοικτές περιοχές, με χαμηλή βλάστηση και διάσπαρτες πέτρες, είναι εξαιρετικά επιφυλακτική και προσεκτική. Είναι δραστήρια κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά περιστασιακά μπορεί να τρέφεται ή να ακούγεται και τα βράδια.[7]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, η ατλαντισία είναι είδος που έχει χάσει την πτητική του ικανότητα. Είναι είδος μονογαμικό και, ζει σε ολιγομελείς οικογενειακές ομάδες,[8] που κατέχουν μικρές περιοχές με πυκνότητα 10-15 πτηνά ανά εκτάριο -όταν τα ενδιαιτήματα βρίσκονται σε καλή κατάσταση-.[6][9]

Υπάρχουν περιγραφές για το πτηνό, οι οποίες παρομοιάζουν τη γενικότερη κίνησή του στο έδαφος με εκείνη ενός ποντικού (mouse-like).[8] Αυτό οφείλεται, κατά μεγάλο ποσοστό, στο γρήγορο και με αλλαγές κατεύθυνσης, βάδισμά του. Ενώ όταν αναζητεί την τροφή του βαδίζει αργά, μπορεί να τρέξει ταχύτατα σε περίπτωση κινδύνου, με τις πτέρυγες ανοιγμένες σε σχήμα τόξου, ενώ κρατάει το σώμα του καμπουριαστό. Επίσης, έχει παρατηρηθεί να ανεβαίνει στα φυτά, μέχρι 1,5 μέτρο, ή σε πλαγιές με κλίση μέχρι 60°, έχοντας ανοιγμένες και κτυπώντας τις πτέρυγες για ισορροπία και, ίσως, υποβοηθούμενο από το νύχι του μεγάλου δακτύλου των ποδιών του.[7]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ατλαντισία είναι πτηνό που αρθρώνει αρκετά και δυνατά καλέσματα, πιθανότατα για να επικοινωνεί με τα άλλα πουλιά του είδους της, στη χαμηλή βλάστηση. Ένα από αυτά που αρθρώνει συχνότερα, είναι μία χαρακτηριστική τρίλια, κυρίως από τα ζευγάρια στην περιοχή φωλιάσματος και για να υπερασπίσουν το ζωτικό τους χώρο. Επίσης, όταν αναζητεί την τροφή της, αναγνωρίζονται τρεις μονότονοι υψίσυχνοι ήχοι, ενώ όταν φωλιάζει και πλησιάζει θηρευτής βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο κινδύνου, με το οποίο «προτρέπει» τους νεοσσούς να παραμείνουν σιωπηλοί.[7]

Απώλεια πτητικής ικανότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα είδη των πτηνών που έχουν απωλέσει την ικανότητά τους προς πτήση, περίπου 40 σωζόμενα, φαίνεται να ανήκουν χονδρικά σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σε εκείνα που έχουν παντελή έλλειψη τρόπιδας, της κάθετης ελασματοειδούς απόφυσης του θωρακικού κλωβού [11] πάνω στην προσφύονται οι πτητικοί μύες, και σε εκείνα που έχουν διαμορφωμένη τρόπιδα -αν και σε μικρό βαθμό- και απώλεσαν την πτητική τους ικανότητα για περιβαλλοντικούς λόγους, ή σε συνδυασμό των δύο παραγόντων. Για παράδειγμα, η στρουθοκάμηλος ανήκει στην πρώτη περίπτωση, αλλά οι περιοχές όπου ζει βρίθουν από δυνητικούς θηρευτές, χωρίς αυτό να είναι απαγορευτικό για την επιβίωσή της, λόγω των αμυντικών μηχανισμών που έχει αναπτύξει στο πέρασμα των αιώνων.

Η ατλαντισία ανήκει σε εκείνα τα μη-ιπτάμενα είδη, που απώλεσαν την πτητική τους ικανότητα λόγω απουσίας θηρευτών. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που τα περισσότερα από τα πουλιά που δεν μπορούν να πετάξουν, απαντούν σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως λ.χ. απομονωμένα νησιά. Οι ανεπαρκείς και, πολλές φορές ανύπαρκτες, συγκοινωνιακές υποδομές βοήθησαν στην απουσία σημαντικών θηρευτών από τα μέρη αυτά, που στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν έλθει εκεί από τον άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα ανίκανα προς πτήση πτηνά, βρίσκονται στη Νέα Ζηλανδία και τα νησιά του νότιου Ατλαντικού, περιοχές που -τουλάχιστον στο παρελθόν- ήσαν δυσπρόσιτες.[12] Όμως τα πτηνά αυτής της κατηγορίας είναι εξαιρετικά ευάλωτα, σχεδόν καταδικασμένα, όταν εισαχθεί ένας θηρευτής ξένος προς την περιοχή, διότι δεν προλαβαίνουν να προσαρμοστούν και αποδεκατίζονται.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρσενικά υπερασπίζονται το ζωτικό τους χώρο έντονα, με χαρακτηριστικούς ήχους και επιθετική διάθεση, μέχρις ότου το ένα να υποχωρήσει. Εκτός από κάποιες αναφορές για τα αυγά και τους νεοσσούς του είδους, από τους δύο προηγούμενους αιώνες, η αναπαραγωγή της ατλαντισίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό όχι καλά μελετημένη.[7]

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατασκευάζει τη φωλιά της πάνω στο έδαφος, κάτω από ένα πυκνό κάλυμμα βλάστησης,[6] συχνά σε περιβάλλον με το πτεριδόφυτο Blechnum penna-marina. Είναι προσεκτικά υφασμένη από προσκείμενο φυτικό υλικό, συνήθως οβάλ ή σε σχήμα αχλαδιού, με την είσοδο στο στενότερο άκρο της και, προσβάσιμη μέσω ενός τμήματος που λειτουργεί ως δίοδος, συνήθως σηραγγοειδούς μορφής, που εκτείνεται μέχρι 50 εκατοστά μέσα στη βλάστηση.[6] Έχει ειπωθεί ότι η ατλαντισία μπορεί να σκάβει υπόγειες σήραγγες, αλλά αυτό δεν έχει αποδειχθεί, αν και υπάρχει αναφορά για μία τέτοια τρύπα που είχε βρεθεί στις ρίζες ενός φυτού, με βάθος 30 εκατοστά, περίπου. Η φωλιά μπορεί έχει λεπτά τοιχώματα έτσι ώστε, σε περίπτωση κινδύνου το πουλί να μπορεί να διαφύγει εύκολα, αλλά μπορεί και να είναι πιο στιβαρή κατασκευή.[7]

Οι διαστάσεις της φωλιάς ποικίλλουν: μία (1) είχε μήκος 17 εκατοστά, πλάτος 13 εκ. και ύψος 13 εκ., επίσης. Η εσωτερική διάμετρος ήταν 9 εκ. και η διάμετρος εισόδου 4 εκ. Σε τέσσερις καταμετρημένες φωλιές, οι τρεις είχαν ως βασικό υλικό κατασκευής τα γειτονικά αγρωστώδη και μία, ξερά φυτά Cyperaceae.[7]

Ωοτοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα, η περίοδος αναπαραγωγής τοποθετείται από τον Οκτώβριο έως τον Ιανουάριο και, η γέννα αποτελείται από 2, πολύ σπάνια 3 αυγά.[9] Οι διαστάσεις των δύο αυγών από μια φωλιά ήταν 32,6Χ22,0 και 33,8Χ23,3 χιλιοστά. Τα αυγά ζυγίστηκαν έξι φορές πριν την εκκόλαψη και είχαν μέσο βάρος 8,7±0,12 γραμμάρια, δηλαδή το 25% του βάρους του θηλυκού, το οποίο ζυγίστηκε στα 36,9 γραμμάρια. Η περίοδος επώασης παραμένει άγνωστη, αλλά επωάζουν και οι δυο γονείς, με το αρσενικό να επωάζει κατά μέσον όρο 81 λεπτά σε κάθε «βάρδια», και το θηλυκό 50 λεπτά, περίπου.[7]

Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι, γεννιούνται δηλαδή με ανεπτυγμένο χνούδι και μπορούν να περπατήσουν μέσα σε δύο ώρες. Αφήνουν τη φωλιά ήδη από την επόμενη ημέρα της εκκόλαψής τους και επιτηρούνται από τον ένα γονέα, ενώ ο άλλος σιτίζεται. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ο ήδη ανεπτυγμένος όνυχας στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού.[7]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, η ατλαντισία δεν έχει σημαντικούς θηρευτές στη νήσο Ιναξέσιμπλ (Inaccesible, ελλ. απόδοση Απρόσιτη Νήσος), γι’ αυτό καταφέρνει όχι μόνο να επιβιώνει, αλλά και να έχει σχετικά σταθερούς πληθυσμούς.[1] Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν όλοι οι θηρευτές. Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι η Τσίχλα των Τριστάν (Nesocichla eremita), επίσης ενδημικό στη νήσο αλλά και στα γύρω νησιά, που τρέφεται συνήθως με θνησιμαία, αλλά μπορεί κάλλιστα να λεηλετήσει τη φωλιά ενός άλλου πουλιού, όπως της ατλαντισίας.[13]

Επίσης, ο πολύ υγρός καιρός του νησιού, μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο, ιδιαίτερα για τους ευάλωτους νεοσσούς, χωρίς όμως να είναι πραγματική απειλή. Ωστόσο, υπάρχει ένας μόνιμος «φόβος» ότι το νησί θα εποικιστεί από αρπακτικά θηλαστικά, έναν πραγματικά σοβαρό κίνδυνο, ιδιαίτερα από τον κοινό αρουραίο Rattus rattus από τα γειτονικά νησιά. Ο αποικισμός της νήσου Ιναξέσιμπλ από δυνητικούς ανταγωνιστές θα μπορούσε επίσης να είναι μια απειλή, καθώς και ξενικά είδη ασπονδύλων, που θα μπορούσε να τροποποιήσουν αρνητικά τη βάση της τροφικής αλυσίδας της ατλαντισίας.[9] Άλλωστε, και, παρά την ονομασία του, το νησί είναι πλέον πιο προσιτό μέσω ενός περιπολικού σκάφους για τον έλεγχο της αλιείας, με βάση το Τριστάν.[9]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός του είδους ήταν γύρω στα 1.200 άτομα το 1938,[14] αυξήθηκε κατόπιν στα 5.000-10.000 το 1952,[15] για να πέσει και πάλι στα 1.000-2.000 ζευγάρια αναπαραγωγής το 1974 [16]. Η πιο ακριβής μέχρι στιγμής έρευνα, έδωσε μια εκτίμηση 8.400 ατόμων, που αντιστοιχούν χονδρικά σε 5.600 ενήλικες.[17] Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν στο νησί μεταξύ 1872 και 1909, θα μπορούσαν να είχαν σκοτώσει πολλά άτομα, φαίνεται όμως ότι οι άφθονες παραλιακές κρυψώνες προσέφεραν και προσφέρουν ασφαλή καταφύγια σε αυτές τις περιπτώσεις. Γενικά, δεν υπήρξαν σοβαρές πυρκαγιές στο νησί για περισσότερα από ογδόντα χρόνια.[17]

Πάντως, η ατλαντισία απαντά παντού στη νήσο, πιθανόν όμως να βρίσκεται στην υψηλότερη δυνατή πληθυσμιακή κατάσταση (carrying capacity), λόγω της υψηλής πυκνότητας του πληθυσμού της και της έλλειψης μεγάλων θηρευτών ή ανταγωνιστών, οπότε έχουν αναπτυχθεί αντισταθμιστικοί παράγοντες, όπως καθυστερημένη ωριμότητα και μικρή σε μέγεθος ωοτοκία.[6][17]

Το είδος, κυρίως λόγω του ότι είναι ενδημικό και περιορισμένο σε ένα τόσο μικρό νησί, ακόμη και αν οι πληθυσμοί του είναι σχετικά σταθεροί, θεωρείται Ευάλωτο (VU) από την IUCN.[1]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νήσος Ιναξέσιμπλ είναι προστατευόμενο Φυσικό Καταφύγιο (Natural Reserve), αν και οι κάτοικοι των γειτονικών νησιών διατηρούν το δικαίωμα να συλλέγουν επιπλέοντα ξύλα και γκουανό, παρά την περιορισμένη πρόσβαση.[18] Ένα σχέδιο διαχείρισης για το νησί επρόκειτο να συζητηθεί το 2000.[9] Κάποια από τα προτεινόμενα διαχειριστικά μέτρα είναι:

  • Διεξαγωγή ερευνών για την εκτίμηση του σημερινού πληθυσμού και παρακολούθησης των τάσεων του πληθυσμού.
  • Διεξαγωγή ερευνών για τον εντοπισμό και την ποσοτικοποίηση των κυρίων αιτιών της φυσικής θνησιμότητας του είδους.
  • Ελαχιστοποίηση των κινδύνων εποικισμού της νήσου από εισαγόμενα ξενικά είδη, μέσω των αυστηρών ελέγχων για τις επισκέψεις.[9]
  • Προώθηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τους κινδύνους από την εισαγωγή ξενικών ειδών, μέσω της συγκοινωνίας μεταξύ των νησιών.[9]
  • Καθιέρωση ενός πληθυσμού εκτροφής σε αιχμαλωσία για την έρευνα και τη διατήρηση.
  • Η ανακήρυξη της νήσου Ιναξέσιμπλ ως, Χώρος Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.[19]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 BirdLife International (2012). Atlantisia rogersi στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 28 Μαρτίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 Howard and Moore, p. 122
  3. Birds Ringed on Inaccessible Island". University of Central Lancashire. 2002. Archived from the original on 2007-09-26. Retrieved 2007-12-21.
  4. http://hu.wikipedia.org/wiki/Atlantisz-guvat
  5. http://ibc.lynxeds.com/species/inaccessible-rail-atlantisia-rogersi
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 6,7 6,8 Taylor & Van Perlo
  7. 7,00 7,01 7,02 7,03 7,04 7,05 7,06 7,07 7,08 7,09 7,10 7,11 7,12 Fraser et al
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 8,6 Collar & Stuart
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 9,6 9,7 P. G. Ryan in litt., 2000
  10. http://www.arkive.org/inaccessible-rail/atlantisia-rogersi/
  11. Όντρια
  12. The Bird Site: Flightless Birds. Archived from the original on 2007-07-13. Retrieved 2007-08-27.
  13. Birdlife International, 2010
  14. Hagen
  15. Elliott
  16. Richardson
  17. 17,0 17,1 17,2 Fraser et al.
  18. Cooper et al.
  19. J. Cooper in litt., 1999

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια, Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Linnaeus, C (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata. Holmiae. (Laurentii Salvii).
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Collar, N. J.; Stuart, S. N. 1985. Threatened birds of Africa and related islands: the ICBP/IUCN Red Data Book. International Council for Bird Preservation, and International Union for Conservation of Nature and Natural Resources, Cambridge, U.K.
  • Cooper, J.; Ryan, P. G.; Andrew, T. G. 1995. Conservation status of the Tristan da Cunha Islands. In: Dingwall, P.R. (ed.), Progress in conservation of the subantarctic islands, pp. 59–70. IUCN-World Conservation Union, Gland, Switzerland.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Elliott, H. F. I. 1957. A contribution to the ornithology of the Tristan da Cunha group. Ibis 99: 545-586.
  • Fraser, M. W.; Dean, W. R. J.; Best, I. C. 1992. Observations on the Inaccessible Island Rail Atlantisia rogersi: the world's smallest flightless bird. Bulletin of the British Ornithologists' Club 112: 12-22.
  • Hagen, Y. 1952. Birds of Tristan da Cunha. Results of the Norwegian Scientific expedition to Tristan da Cunha. 1937-1938. No 20. Norske Videnskaps-Akademi, Oslo.
  • Richardson, M. E. 1984. Aspects of the ornithology of the Tristan da Cunha group and Gough Island, 1972-1974. Cormorant 12: 123-201.
  • Taylor, B. 1998. Rails: a guide to the rails, crakes, gallinules and coots of the world. Pica Press, Robertsbridge, UK.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Inaccessible Island Rail της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).