Αζουλέζου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πλαίσιο από σμαλτωμένα κεραμικά πλακάκια του Ζόργκε Κολάσου (1922) που απεικονίζει επεισόδιο της Μάχης της Αλζουμπαρότα (1385) ανάμεσα στον πορτογαλικό και καστιλιάνικο στρατό. Λισαβόνα, Πορτογαλία.

Τα αζουλέζου (azulejo) είναι ζωγραφική σε σμαλτωμένα κεραμικά πλακάκια, που χρησιμοποιούνται για την επένδυση και διακόσμηση τοίχων και προσόψεων ή και οροφών και δαπέδων σπιτιών, εκκλησιών, επαύλεων και ανακτόρων. Η ονομασία είναι αραβικής προέλευσης από τη λέξη al – zulayj, που σημαίνει «γυαλισμένη πέτρα».

Η τέχνη του αζουλέζου μεταφέρθηκε στην Ισπανία και την Πορτογαλία από τους Μαυριτανούς της Βόρειας Αφρικής κατά το 14ο αιώνα. Τα μαυριτανικά πλακίδια, που χρησιμοποιούνταν στις πόλεις της Πορτογαλίας κατά το 15ο αιώνα, ήταν διακοσμημένα με γεωμετρικά σχέδια ή με μορφές ζώων και φιλοτεχνούνταν από Μαυριτανούς τεχνίτες στη Σεβίλλη.

Σε όλο το 15ο αιώνα, τα διακοσμητικά πλακίδια αζουλέζου εισάγονταν στην Πορτογαλία από την Ισπανία και η χρήση τους ήταν ευρέως διαδεδομένη στη θρησκευτική και την κοσμική αρχιτεκτονική της Πορτογαλίας στις προσόψεις κυρίως κτιρίων.

Στις αρχές όμως του 16ου αιώνα, η βιοτεχνία και η παραγωγή των αζουλέζου αναπτύχθηκε στην Πορτογαλία σε ευρεία κλίμακα κατά την εποχή των βασιλέων Φιλίππου Β', Γ' και Δ' και ανεξαρτοποιήθηκε από τις ισπανικές επιρροές, αφού η παραγωγή στην Ισπανία είχε αρχίσει να φθίνει, μέχρι που διακόπηκε τελείως κατά το 18ο αιώνα.

Σε όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η Πορτογαλία, με μεγάλους κεραμίστες, έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της στην παραγωγή των αζουλέζου. Άρχισε μάλιστα να εξάγει τα φημισμένα πλέον πλακάκια της και στις πορτογαλικές κτήσεις των Αζορών, της Μαδέρας και της Βραζιλίας.

Πρόσοψη του Ναού της Santa Maria στην Κουβιλιά ( Covilhã), Πορτογαλία.

Γύρω στο 1690, άρχισαν να παράγονται τα περίφημα γαλανόλευκα πλακίδια αζουλέζου, που έγιναν γνωστά σ’ όλο τον κόσμο και κατέκτησαν τις αγορές της Ευρώπης, της Ασίας και ακόμη της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Το θεματολόγιό τους περιλάμβανε κυρίως ιστορικές σκηνές με στρατιωτικά θέματα ή θρησκευτικά μοτίβα.

Πολλοί καλλιτέχνες της Πορτογαλίας είχαν ασχοληθεί με τη ζωγραφική σε διακοσμητικά πλακάκια αζουλέζου, όπως ο Αντόνιου ντε Ολιβέιρα Μπερνάντες (Αntonio de Oliveira Bernandes, περ. 1660 – 1732), ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης αζουλέζου της εποχής του.

Κατά το 18ο και 19ο αιώνα, η μόδα επέβαλε τη διακόσμηση ολόκληρων των επιφανειών και των προσόψεων των κτιρίων με τα πλακίδια αζουλέζου. Εξωτερικοί και εσωτερικοί τοίχοι επενδύονταν με τα διακοσμητικά αυτά πλακάκια σε πολύ διαφορετικά σχέδια, που αρχικά ήταν μονόχρωμες παραστάσεις σε ζατρικοειδή σχέδια και αργότερα πιο πολύπλοκες πολύχρωμες απεικονίσεις. Ξεχωρίζουν ακόμη αζουλέζου σε νατουραλιστικά σχέδια, όπως τα περίφημα σχέδια «σενζερί» (singeries) με παραστάσεις μαϊμούδων ή ναΐφ σχέδια με γάτες στο κυνήγι τους ή σκηνές του κυνηγιού.

Πανοραμική άποψη της Λισαβόνας (18ος αιώνας), Λισαβόνα, 1993.

Εντυπωσιακή είναι η πανοραμική άποψη της Λισαβόνας σε τεράστιο «τοιχογραφικό» αζουλέζο του 18ου αιώνα, που σώζεται μέχρι σήμερα και κυριαρχεί στον εξώστη του Μιραντόουρου ντα Σάντα Λουζία της Λισαβόνας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα αναβίωσε η παράδοση της απεικόνισης ιστορικών σκηνών στα παραδοσιακά σε μπλε και λευκό σχέδια, όπως είναι οι εντυπωσιακοί πίνακες σε μεγάλα ταμπλό γαλανόλευκων αζουλέζου στο Πάρκο Εδουάρδου Ζ' της Λισαβόνας, φιλοτεχνημένα το 1922 από τον Ζόργκε Κολάσου (Jorge Colaco, 1868 – 1942) με σκηνές μαχών – H Mάχη του Οουρίκε (1139), η Μάχη της Αλζουμπαρότα (1385) και μια ναυμαχία στον Κόλπο του Σάγκρες.

Στη Λισαβόνα λειτουργεί το Εθνικό Μουσείο Αζουλέζου, το οποίο στεγάζεται στο ιστορικό μοναστήρι Μάντρε ντε Ντέους (16ος αιώνας), όπου καταγράφεται η ιστορία της τέχνης των αζουλέζου με εκθέματα κατά χρονολογική σειρά από τα μαυριτανικά πλακίδια μέχρι αυτά του 20ου αιώνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

• Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα «αζουλέγιο», τόμ. 3, σελ. 197, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1997.

• «Πορτογαλία» (Οδηγοί του Κόσμου), σελ. 22 – 23 & 122 – 123, Εκδόσεις Καθημερινή/Dorling Kindersley Ltd, Aθήνα, 1999.