Α΄ Πόλεμος Άγγλων και Σιχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Α΄ Πόλεμος Άγγλων και Σιχ
Punjab map (topographic).png
Χάρτης του Παντζάμπ
Ημερομηνία 1845–1846
Τόπος Παντζάμπ
Έκβαση Βρετανική νίκη
Εμπλεκόμενες πλευρές

Ο Α΄ Πόλεμος Άγγλων και Σιχ ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ της Αυτοκρατορίας των Σιχ και της βρετανικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, την περίοδο 1845-1846. Κατέληξε με τη μερική υποταγή του κράτους των Σιχ στους Βρετανούς.

Ιστορικό υπόβαθρο και αιτίες του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο των Σιχ στο Παντζάμπ(αρχαία Πενταποταμία) είχε ιδρυθεί, επεκταθεί και σταθεροποιηθεί από το χαρισματικό μαχαραγιά Ραντζίτ Σινγκ στις αρχές του 19ου αιώνα, περίπου την ίδια εποχή που οι βρετανικές κτήσεις στην Ινδία επεκτείνοντο μέχρι τα σύνορα του Παντζάμπ. Ο Ραντζίτ Σινγκ διατήρησε μια πολιτική επιφυλακτικής φιλίας με τους Βρετανούς, παραχωρώντας τους τμήμα του εδάφους του νότια του ποταμού Σάτλετζ,[4] ενώ την ίδια στιγμή εργαζόταν ακαταπόνητα για την προπαρασκευή του στρατού του για να αποκρούσει τη βρετανική επιθετικότητα από τα νοτιοανατολικά και να κηρύξει τον πόλεμο στους Αφγανούς (Αυτοκρατορία των Ντουρράνι) στα δυτικά, οι οποίοι επέδραμαν συχνά στην περιοχή του, λεηλατώντας πόλεις και χωριά. Για το σκοπό αυτό προσέλαβε Αμερικανούς και Ευρωπαίους μισθοφόρους στρατιώτες-συμβούλους για να εκπαιδεύσουν το σώμα του πυροβολικού του, και επίσης ενσωμάτωσε τμήματα Ινδουιστών και Μουσουλμάνων στις δυνάμεις του.

Εκμεταλλευόμενοι τη διχόνοια μεταξύ των Αφγανών, οι Σιχ κατέκτησαν τις πόλεις και ευρύτερες επαρχίες της Πεσαβάρ και του Μουλτάν, ενσωματώνοντας επίσης τα κρατίδια της περιοχής Τζαμμού και Κασμίρ στην αυτοκρατορία τους.

Όταν αποκαταστάθηκε η κεντρική εξουσία στο Αφγανιστάν, οι Βρετανοί υπό την πεποίθηση ότι ο εμίρης Ντοστ Μοχάμμεντ, ο ηγέτης του Αφγανιστάν, συνωμοτούσε με την τσαρική Ρωσία, ξεκίνησαν τον Α΄ Αγγλοαφγανικό Πόλεμο για να τον αντικαταστήσουν με τον παλαιότερο σάχη του Αφγανιστάν, Σούτζα Σαχ Ντουρράνι, ελέγχοντας έτσι το Αφγανιστάν και χρησιμοποιώντας το ως ανάχωμα σε πιθανή κάθοδο των Ρώσων στα πλούσια εδάφη της Ινδίας (τη σημαντικότερη πηγή πλούτου της Βρετανίας). Η κίνηση αυτή υποστηρίχθηκε από τους Σιχ, σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση από το Σουτζά Σαχ (κατόπιν υπόδειξης των Βρετανών) της Πεσαβάρ στην Αυτοκρατορία τους.

Αρχικώς επιτυχής, η βρετανική εισβολή πήρε καταστροφική στροφή με τη σφαγή του στρατού του Ελφινστόουν, που μείωσε το κύρος των Βρετανών, και κυρίως εκείνο του Στρατού της Βεγγάλης της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών. Οι Βρετανοί τελικώς αποσύρθηκαν από το Αφγανιστάν και από την Πεσαβάρ την οποία κατείχαν ως προκεχωρημένη βάση, το έτος 1842.

Τα γεγονότα στο Παντζάμπ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραντζίτ Σινγκ πέθανε το 1839. Σχεδόν αμέσως, το βασίλειό του περιέπεσε σε αναρχία. Ο αντιδημοφιλής νόμιμος γιος του Ραντζίτ, Χαράκ Σινγκ, απομακρύνθηκε από την εξουσία μέσα σε λίγους μήνες, και αργότερα πέθανε στη φυλακή υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Θεωρείτο τότε ευρέως ότι είχε δηλητηριαστεί.[5] Αντικαταστάθηκε από τον ικανό αλλά απόμακρο γιο του, Κανβάρ Νάου Νιχάλ Σινγκ, ο οποίος επίσης πέθανε λίγους μήνες μετά υπό περίεργες επίσης συνθήκες: συνετρίβη από την καταπόντιση ενός δρόμου με καμάρες στο Οχυρό της Λαχώρης, ενώ επέστρεφε από το κρεματόριο του πατέρα του.[5]

Την εποχή εκείνη υπήρχαν δύο σημαντικές φατρίες στο Παντζάμπ που διαγκωνίζοντο για την εξουσία. Οι Σιχ Σιντανβάλιας και οι Ινδουιστές Ντογκράς. Οι Ντογκράς επέτυχαν να ανεβάσουν στο θρόνο το Σερ Σινγκ, μεγαλύτερο νόθο γιο του Ραντζίτ Σινγκ, τον Ιανουάριο του 1841. Οι πιο επιφανείς Σιντανβάλιας κατέφυγαν τότε στο βρετανικό αποικιοκρατικό ινδικό έδαφος, διατηρώντας όμως ακόμα πολλούς οπαδούς στο Στρατό του Παντζάμπ.

Ο στρατός μεγάλωσε ταχύτατα μετά το θάνατο του Ραντζίτ Σινγκ, από τις 29.000 άντρες (με 192 κανόνια) το 1839, στις πάνω από 80.000 το 1845,[6] καθώς οι φεουδάρχες και οι ακόλουθοί τους πήραν τα όπλα τους. Ο στρατός αυτοανακηρύχθηκε ως "Χάλσα", δηλαδή ενσάρκωση του έθνους των Σιχ. Οι επιτροπές ηγεσίας των στρατιωτικών του συνταγμάτων, σχημάτισαν μια διαφορετική πηγή δύναμης μέσα στο βασίλειο, διακηρύσσοντας ότι τα ιδανικά του γκουρού Γκομπίντ Σινγκ για την περίφημη κοινοπολιτεία των Σιχ, είχαν αναγεννηθεί, με τη Σαρμπάτ Χάλσα να αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο των εκτελεστικών, στρατιωτικών και πολιτικών εξουσιών του κράτους,[7] κάτι που οι Βρετανοί παρατηρητές επέκριναν ως μια "επικίνδυνη στρατιωτική δημοκρατία".

Βρετανοί αντιπρόσωποι και επισκέπτες στο Παντζάμπ, περιέγραψαν τα στρατιωτικά συντάγματα ως αιχμή του δόρατος στη διατήρηση εσωτερικά του πουριτανικού πολιτικού συστήματος, αλλά επίσης ως "φωλιές" ανταρσίας ή εξέγερσης εναντίον της Αυλής του βασιλείου. Σε μια περιώνυμη μάλιστα στιγμή ανταρσίας, οι στρατιώτες Σιχ εξεγέρθηκαν, αναζητώντας οποιοδήποτε που έμοιαζε να μπορεί να μιλήσει περσικά (τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι γραφειοκράτες που διοικούσαν τον οικονομικό μηχανισμό της Χάλσα), τον οποίο και περνούσαν από την αιχμή του ξίφους.

Ο μαχαραγιάς Σερ Σινγκ ήταν ανίκανος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της Χάλσα, παρόλο που επανειλημμένα ξόδευε απίστευτα ποσά σε μια εκφυλισμένη Αυλή. Το Σεπτέμβριο του 1843 δολοφονήθηκε από τον ξάδελφό του, αξιωματικό της Χάλσα, Ατζίτ Σινγκ Σιντανβάλια. Οι Ντογκράς πήραν εκδίκηση κατά των υπευθύνων, και η Τζιντ Καούρ, νεότερη χήρα του Ραντζίτ Σινγκ, έγινε αντιβασίλισσα εκ μέρους του ανήλικου γιου της Νταλίπ Σινγκ. Μετά τη δολοφονία του βεζίρη Χίρα Σινγκ, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει από την πρωτεύουσα με το Βασιλικό Θησαυροφυλάκιο (Τοσκάνα), από στρατιώτες υπό τον Σαμ Σινγκ Ατταριβάλα,[7] έγινε βεζίρης ο αδελφός της Τζιντ Καούρ, Τζαβαχάρ Σινγκ, το Δεκέμβριο του 1844. Το 1845 σχεδίασε τη δολοφονία του Πεσάουρα Σινγκ, που συνιστούσε απειλή για τον ανιψιό του, Νταλίπ Σινγκ. Εξαιτίας της πράξης του αυτής, κλήθηκε να απολογηθεί στη Χάλσα, όπου παρότι έγιναν προσπάθειες να δωροδοκηθούν οι άρχοντες του στρατού, κατεσφάγη τελικώς το Σεπτέμβρη του 1845, υπό την παρουσία μάλιστα της αδελφής του Τζιντ Καούρ και του Νταλίπ Σινγκ, που δεν κατάφεραν να τον βοηθήσουν, λόγω της ισχυρότατης επιρροής του στρατού.[8]

Η Χάλσα παρόλα αυτά δεν ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο στο χρονικό αυτό σημείο. Παρόλο δε που η Τζιντ Καούρ δημοσίως ορκίστηκε εκδίκηση για τους δολοφόνους του αδερφού της, παρέμεινε αντιβασίλισσα χωρίς να την ανατρέψουν. Ο Λαλ Σινγκ, αναφερόμενος ως εραστής της, έγινε βεζίρης, και ο Τετζ Σινγκ διοικητής του στρατού. Οι ιστορικοί των Σιχ αναφέρουν ότι και οι δύο αυτοί άντρες ήταν επιφανή μέλη της φατρίας Ντογκρά. Αρχικώς ανώτερης κάστας Ινδουιστές με προέλευση εκτός του Παντζάμπ, και οι δύο είχαν ασπαστεί το Σιχισμό το 1818.

Βρετανικές ενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά το θάνατο του Ραντζίτ Σινγκ, η βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, είχε ξεκινήσει να αυξάνει τη στρατιωτική της δύναμη, κυρίως στις όμορες περιοχές με το Παντζάμπ, ιδρύοντας στρατόπεδο στη Φεροζεπούρ, μόλις λίγα χλμ. από τον ποταμό Σάτλετζ, ο οποίος σηματοδοτούσε το σύνορο μεταξύ της βρετανοκρατούμενης Ινδίας και της περιοχής του Παντζάμπ. Το 1843, οι Βρετανοί κατέλαβαν και προσάρτησαν τη Σιντ, στα νότια του Παντζάμπ, ενέργεια που ακόμα και πολλοί Βρετανοί θεώρησαν ως κυνική και ανέντιμη.[9] Επιπλέον, αύξησε τις υποψίες των Σιχ για τα πραγματικά βρετανικά κίνητρα.

Οι ενέργειες και συμπεριφορές των Βρετανών, υπό τον Στρατηγό Κυβερνήτη της Ινδίας, λόρδο Έλενμπορο, και το διάδοχό του, σερ Χένρυ Χάρντιγκς, αποτελούν αντικείμενο διαμάχης. Σύμφωνα με τους περισσότερους βρετανικούς υπολογισμούς, κύρια ανησυχία τους ήταν η ύπαρξη της Χάλσα, η οποία χωρίς ισχυρή κεντρική εξουσία να την περιορίσει, αποτελούσε σοβαρή απειλή για τις βρετανικές αποικιοκρατικές κτήσεις στην Ινδία που βρίσκονταν κατά μήκος των συνόρων. Ινδοί και Σιχ ιστορικοί αντικρούουν ότι οι στρατιωτικές προετοιμασίες που έγιναν από τους προαναφερόμενους Στρατηγούς Κυβερνήτες ήταν αμυντικής φύσεως. Ειδικότερα, οι πολιορκητικές μοίρες πυροβολικού και οι μονάδες γεφυροποιίας φανερώνουν κάτι διαφορετικό από μια απλή αμυντική επιχείρηση.[7]

Η βρετανική στάση επηρεάστηκε από αναφορές από το νέο πολιτικό αντιπρόσωπό τους στις συνοριακές περιοχές, ταγματάρχη Τζωρτζ Μπρόντφουτ, που τόνισε την αναρχία στο Παντζάμπ και ανέφερε κάθε περίπτωση διεφθαρμένης συμπεριφοράς στην Αυλή. Για κάποιους Βρετανούς αξιωματούχους, υπήρχε ισχυρή επιθυμία για επέκταση της βρετανικής επιρροής και ελέγχου στο Παντζάμπ, καθώς αποτελούσε τη μόνη στρατιωτική δύναμη που μπορούσε να απειλήσει τη βρετανική εξουσία στην Ινδία και το τελευταίο ανεξάρτητο βασίλειο στην περιοχή, που δεν ήταν υπό αγγλική επιρροή. Το βασίλειο των Σιχ φημιζόταν επίσης για το ότι ήταν το πλουσιότερο βασίλειο στην περιοχή, με το περίφημο διαμάντι "Κοχ-ι Νουρ" (μετ. Βουνό του Φωτός) να αποτελεί ένα μόνο από τους πολλούς θησαυρούς του βασιλικού θησαυροφυλακίου. Η προκάλυπτη βρετανική επιθετικότητα αύξησε τις εντάσεις στο Παντζάμπ και τη Χάλσα.

Ξέσπασμα και πορεία του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από αμοιβαίες απαιτήσεις και κατηγορίες ανάμεσα στην Αυλή των Σιχ και την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, οι διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν. Μια στρατιά της Εταιρείας ξεκίνησε την προέλασή της προς τη Φεροζεπούρ, όπου στάθμευε ήδη μια μεραρχία. Η στρατιά ήταν υπό τη διοίκηση του σερ Χιου Γκαφ, Αρχιστράτηγου του Στρατού της Βεγγάλης, και μαζί της ήταν και ο σερ Χένρυ Χάρντιγκς, ο Βρετανός Στρατηγός Κυβερνήτης της Βεγγάλης, που τοποθέτησε τον εαυτό του υπό τον Γκαφ στη στρατιωτική ιεραρχία της στρατιάς. Οι βρετανικές δυνάμεις αποτελούνταν από σχηματισμούς του Στρατού της Βεγγάλης, με συνήθως μία βρετανική μονάδα σε κάθε τρεις ή τέσσερεις μονάδες πεζικού ή ιππικού της Βεγγάλης. Το μεγαλύτερο τμήμα του πυροβολικού αποτελείτο από ελαφρά πυροβόλα από το επίλεκτο Ιππικό Πυροβολικό της Βεγγάλης.

Σε απάντηση στη βρετανική κίνηση, ο στρατός των Σιχ άρχισε να διασχίζει το Σάτλετζ στις 11 Δεκεμβρίου 1845. Παρόλο που οι διοικητές και οι βασικές μονάδες του στρατού ήταν Σιχ, υπήρχαν επίσης και άλλοι στρατιώτες μη Σιχ από το Παντζάμπ (Παντζάμπι), καθώς και μονάδες πεζικού των Παστούν και των Κασμίρι. Το πυροβολικό αποτελείτο κυρίως από μονάδες βαρέων πυροβόλων, που είχαν οργανωθεί και εκπαιδευτεί από Ευρωπαίους μισθοφόρους.

Οι Σιχ ισχυρίστηκαν ότι απλώς μετακινούντο εντός των κτήσεών τους (ειδικώς στο χωριό Μόραν, που ήταν υπό αμφισβήτηση) στην ανατολική όχθη του ποταμού, αλλά η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από τους Βρετανούς ως καθαρά εχθρική και κήρυξαν τον πόλεμο. Μια στρατιά των Σιχ υπό τον Τετζ Σινγκ, προήλασε προς τη Φεροζεπούρ αλλά δεν έκανε καμία ενέργεια να περικυκλώσει ή επιτεθεί στις εκτεθειμένες βρετανικές δυνάμεις εκεί. Μια άλλη δύναμη υπό τον Λαλ Σινγκ συγκρούστηκε με τις προελαύνουσες δυνάμεις των Γκαφ και Χάρντιγκς στη μάχη του Μούντκι στις 18 Δεκεμβρίου 1845, όπου οι Βρετανοί κέρδισαν μια χαοτική νίκη.

Την επόμενη μέρα, οι Βρετανοί έφτασαν πλησίον των μεγάλων οχυρώσεων των Σιχ στη Φεροζεπούρ. Ο Γκαφ επιθυμούσε την άμεση επίθεση, αλλά ο Χάρντιγκς, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως Στρατηγού Κυβερνήτη, τον υποσκέλισε και τον διέταξε να περιμένει να φτάσει η μεραρχία από τη Φεροζεπούρ. Όταν αυτή εμφανίστηκε αργά το βράδυ της 21ης Δεκεμβρίου, ο Γκαφ επιτέθηκε στις λίγες ώρες που απέμεναν ώς το πρώτο φως της αυγής. Το καλά επανδρωμένο πυροβολικό των Σιχ προκάλεσε βαριές απώλειες στις βρετανικές δυνάμεις, ενώ το πεζικό τους πολέμησε απεγνωσμένα. Η ελίτ όμως του στρατού των Σιχ, το ιππικό, κρατήθηκε μακριά από το πεδίο της μάχης από τον Λαλ Σινγκ, αδυνατώντας έτσι να αποδειχθεί αποτελεσματικό απέναντι στο πεζικό και ιππικό του Γκαφ.

Με τον ερχομό της νύχτας, κάποιες βρετανικές μονάδες υπό τον Γκαφ, κατάφεραν να φτάσουν σε τμήματα των οχυρώσεων των Σιχ, αλλά άλλες μονάδες αντικρούστηκαν και υποχώρησαν, ευρισκόμενες σε μεγάλη σύγχυση. Ο Χάρντιγκς, φοβούμενος οριστική ήττα των Βρετανών την επόμενη μέρα, διέταξε τα κρατικά έγγραφα στο Μούντκι να καταστραφούν στην πυρά. Παρόλα αυτά, το επόμενο πρωινό, ο Βρετανικός Στρατός και ο Στρατός της Βεγγάλης εφόρμησαν και εκδίωξαν τους Σιχ από τις υπόλοιπες οχυρώσεις τους. Ο Λαλ Σινγκ δεν έκανε καμία προσπάθεια εφόρμησης ή ανασυγκρότησης του στρατού του, ενώ εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε και ο στρατός του Τετζ Σινγκ. Για ακόμη μια φορά, ο ήδη εξαντλημένος στρατός του Γκαφ αντιμετώπισε το φάσμα της ήττας και της καταστροφής, αλλά ο Τετζ Σινγκ ανεξήγητα αποσύρθηκε, ισχυριζόμενος ότι το βρετανικό ιππικό και πυροβολικό, που στη φάση αυτή της μάχης αποσύρονταν για να αναπληρώσουν τα πυρομαχικά τους, στην πραγματικότητα εκτελούσαν πλευρική υπερκερωτική κίνηση.

Οι επιχειρήσεις προσωρινώς σταμάτησαν, κυρίως επειδή η στρατιά του Γκαφ ήταν εξουθενωμένη και χρειαζόταν ανάπαυση και ενισχύσεις. Οι Σιχ, αν και αρχικώς τρομοκρατημένοι από τις ήττες και τις πράξεις των διοικητών τους, ξαναβρήκαν το κουράγιο τους και εφόρμησαν ακόμα μια φορά, όταν νέες μονάδες και διοικητές προστέθηκαν σε αυτές, και η μαχαρανί Τζιντ Καούρ ενθάρρυνε 500 επίλεκτους αξιωματικούς να ανανεώσουν τις προσπάθειές τους.

Όταν οι εχθροπραξίες στη Φεροζεπούρ ολοκληρώθηκαν, ένα σώμα στρατού των Σιχ διέσχισε το Σάτλετζ κοντά στην Αλιβάλ, απειλώντας τις γραμμές εφοδιασμού και επικοινωνιών του Γκαφ. Μια μεραρχία υπό το σερ Χάρρυ Σμιθ εστάλη τότε να τους αντιμετωπίσει. Το ιππικό των Σιχ επιτέθηκε επανειλημμένα στη δύναμη του Σμιθ κατά την προέλασή της και κατέλαβε τις αποσκευές της, αλλά ο Σμιθ έλαβε ενισχύσεις και στη μάχη της Αλιβάλ στις 28 Ιανουαρίου 1846, επέτυχε μια υποδειγματική νίκη, εξολοθρεύοντας το προγεφύρωμα των Σιχ στον ποταμό Σάτλετζ.

Ο κύριος στρατός του Γκαφ είχε τώρα λάβει ενισχύσεις και επανενώθηκε με τη μεραρχία του Γκαφ, επιτιθέμενοι μαζί στο κύριο προγεφύρωμα των Σιχ στο Σομπραόν στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Τετζ Σινγκ λέγεται ότι εγκατέλειψε το στρατό του νωρίς στη μάχη. Παρόλο που ο στρατός των Σιχ αντιστάθηκε το ίδιο πεισματικά όπως στη Φεροζεπούρ δύο μήνες πριν, οι δυνάμεις του Γκαφ διέρρηξαν τελικώς τις θέσεις του. Οι γέφυρες στα νώτα των Σιχ καταστράφηκαν από τα πυρά του βρετανικού πυροβολικού, ή καταστράφηκαν κατόπιν διαταγών του Τετζ Σινγκ (με πρόσχημα να εμποδίσει τη διάβασή τους από τους Βρετανούς και την καταδίωξη των μονάδων του που υποχωρούσαν). Έτσι όμως, ο κύριος όγκος του στρατού των Σιχ εγκλωβίστηκε στην ανατολική όχθη του ποταμού, όπου και κατεσφάγη, καθότι ουδείς παραδόθηκε και οι Βρετανοί δεν έδειξαν έλεος. Η συντριπτική αυτή ήττα κατέλυσε το στρατό των Σιχ.

Ακολούθησε η Συνθήκη της Λαχώρης στις 9 Μαρτίου 1846, με την οποία οι Σιχ αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πολύτιμη περιοχή μεταξύ των ποταμών Μπέας και Σάτλετζ. Η Αυλή της Λαχώρης (πρωτεύουσα τότε των Σιχ) υποχρεώθηκε επίσης να πληρώσει στους Βρετανούς αποζημίωση 15.000.000 ρουπίων. Επειδή δεν ήταν δυνατό να πληρωθεί άμεσα μια τέτοια αποζημίωση, οι Σιχ αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν το Κασμίρ, τη Χαζάρα και όλα τα οχυρά, περιοχές, δικαιώματα και εμπορικά συμφέροντα στις λοφώδεις περιοχές που βρίσκονταν μεταξύ των ποταμών Μπέας και Ινδού, στην Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών.[10] Σε μια χωριστή αργότερα συμφωνία (Συνθήκη της Αμριτσάρ), ο Ράτζα (βασιλιάς) του Τζαμμού, Κουλάμπ Σινγκ, αγόρασε το Κασμίρ από την Εταιρεία έναντι 7.500.000 ρουπίων και αυτοανακηρύχθηκε ως μαχαραγιάς του Τζαμμού και Κασμίρ.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]