Έθνος (κοινωνιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

(Ανακατεύθυνση από Έθνος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το άρθρο που ακολουθεί ασχολείται με την έννοια του έθνους. Για την εφημερίδα του ημερήσιου τύπου των Αθηνών βλέπε Έθνος.


Αυτό το άρθρο ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές.

Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το άρθρο.

Έθνος ονομάζεται ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα που διακρίνουν το σύνολο αυτό, σε παγκόσμια κλίμακα. Τα κυριότερα από τα γνωρίσματα αυτά μπορεί να είναι η φυλή, η γλώσσα, το θρήσκευμα, η κοινή ιστορία και πολιτισμός και η γεωγραφική καταγωγή. Ιστορικά όμως, βασικότερο στοιχείο για την ύπαρξη ενός έθνους είναι η ανάπτυξη της εθνικής του συνείδησης, δηλαδή ο ιδεολογικός παραγκωνισμός των υπόλοιπων στενότερων (π.χ. φατριασμός, τοπικισμός) ή και ευρύτερων (π.χ. φυλετισμός, αυτοκρατορισμός, οικουμενισμός) ομαδοποιήσεων, χάριν του εθνικισμού.

Στην Ευρώπη, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης ξεκίνησε για τα περισσότερα έθνη (εξαιρουμένων Ελλάδας και Ιταλίας) κατά την Αναγέννηση, οπότε και τα πρώτα περιορισμένα κατ΄ έκταση βασίλεια που υπήρχαν μέχρι τότε μετατράπηκαν σταδιακά σε κράτη σημερινής μορφής. Κατά τη μαρξιστική θεώρηση, υποστηρίζεται ότι η άνοδος του εθνικισμού υπήρξε απαραίτητη για τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και για την άνοδο της αστικής τάξης στη θέση που κατείχε η αριστοκρατία ως άρχουσα τάξη του κράτους.

Το έθνος καταλαμβάνει μια κοινή εδαφική έκταση (γεωγραφική περιοχή), γι΄ αυτό και τα μέλη που το απαρτίζουν έχουν κοινά συμφέροντα χώρου και εδάφους ΄με συνέπεια της δημιουργίας της έννοιας της πατρίδας. Έτσι, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης οδήγησε συγχρόνως σε ταύτιση του χώρου κράτους με το έθνος και κατ΄ επέκταση η διοίκηση αυτού με τον Ηγεμόνα του.

Σήμερα θεωρείται ότι η αποφασιστική συνδετική δύναμη ενός έθνους είναι εκείνη που προέρχεται, κατά ποικίλους τρόπους, από μια έντονη αίσθηση της δικής του ιστορίας, της ιδιαίτερης ακόμη και θρησκείας αλλά και της μοναδικότητας της ομιλούμενης γλώσσας, που αποτελούν και τα κύρια αντικείμενα της έρευνας των εθνολόγων.

[Επεξεργασία] Ιστορική εξέλιξη

Το έθνος όντας ιστορικό φαινόμενο εξελίσεται. Για παράδειγμα, το «όμοιο αίμα και όμοια γλώσσα έχουν οι Έλληνες και τους ίδιους ναούς θεών και θυσίες κάνουν κοινές και τα ήθη τους μοιάζουν» σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελεί έναν πρώτο ορισμό.

Ο ορισμός του Ηρόδοτου, αν και παλαιός, δεν υστερεί των μεταγενέστερων. Θα νόμιζε μάλιστα κανείς ότι το ζήτημα έχει μελετηθεί από παλιά και ότι ελάχιστα μένουν να ειπωθούν. Όμως υπάρχουν κεφαλαιώδεις διαφορές ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη εποχή. Αυτό που διαπίστωνε ο Ηρόδοτος ήταν η πολιτιστική ταυτότητα (ή πολιτιστική ενότητα) των Ελλήνων και σε αυτήν αναφερόταν. Μάλιστα αυτή ήταν σαφέστατα διακριτή και συμβατή με τα κράτη τους. Είτε πόλεις-κράτη ήταν αυτά είτε αυτοκρατορίες και δεν έμπαινε ζήτημα καθορισμού του ενός από το άλλο, ταύτισης ή σύγχυσης. Αντίθετα στη σύγχρονη εποχή η σχέση έθνους-κράτους είναι στενή και καθοριστική. Σχεδόν δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο. Ακόμα η λέξη έθνος σήμαινε μάλλον τη φυλή, έτσι μέσα στους Έλληνες υπήρχαν πολλά έθνη. Και οι κοινωνικοί σχηματισμοί, οι δομήσεις, ήταν διαφορετικοί.

Γενέθλιο γεγονός της σύγχρονης περί έθνους ιδέας αποτελεί, κατά την επικρατούσα άποψη, η Γαλλική Επανάσταση, η οποία απετέλεσε ώριμο καρπό του Διαφωτισμού. Στη συνέχεια όχι μόνο το έθνος αλλά και αυτή ακόμα η περί έθνους συζήτηση πήρε το βάρος ιστορικού φαινομένου με διαστάσεις οικονομικές, πολιτικές, ταξικές, θρησκευτικές και άλλες. Πολλαπλασιάστηκε δηλ. η σημασία, η αξία, η βαρύτητα του έθνους, το οποίο (κατ’ αναλογία των «φυσικών δικαίων») θεωρήθηκε «φυσική» συλλογικότητα, ιδιότητα, κατάσταση.

[Επεξεργασία] Aφομοιωτικό πρότυπο

Το αφομοιωτικό πρότυπο πρωτοεμφανίζεται τη δεκαετία του 1950 με βασική του θέση ότι το έθνος αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο από εθνική και πολιτισμική άποψη. Επομένως, το πρότυπο αυτό στοχεύει στην απορρόφηση των μεταναστών από το γηγενή πληθυσμό και στη μη δυνατότητα συμμετοχής τους στην πρόοδο και την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Απαραίτητη είναι η εκμάθηση της επίσημης γλώσσας της χώρας υποδοχής και η εγκατάλειψη της μητρικής γλώσσας των μεταναστών, εφόσον δεν υπάρχει χρηστική ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η μεταναστευτική ομάδα ερχόμενη σε επαφή με την επικρατούσα κοινωνική ομάδα χάνει τα δικά της πολιτισμικά στοιχεία και αναμιγνύεται σε τέτοιο βαθμό με την άλλη, ώστε να μην μπορεί πλέον να διακριθεί ως ξεχωριστή.

Το πρότυπο αυτό κατακρίθηκε διότι κατέχεται από εθνοκεντρικές θέσεις και υπάρχει μια πλήρης εξάρτηση από τον επικρατούντα πολιτισμό. Επίσης, ο μετανάστης καταδικάζεται σε μια συναινετική παρουσία στη ζωή και τον πολιτισμό του νέου χώρου εγκατάστασης, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης ή παρέμβασης και είναι αναγκασμένος να εγκαταλείψει τον πολιτισμό της χώρας του και να αφομοιωθεί στα νέα δεδομένα.

[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία

  • Παλαιολόγου, Ν. και Ευαγγέλου, Ο. (2003) ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ: Εκπαιδευτικές, Διδακτικές και Ψυχολογικές Προσεγγίσεις. Αθήνα, Ατραπός.