Τανίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ταννικό οξύ – ένας τύπος ταννίνης.
Σκόνη ως απομονωμένη μορφή ταννινών.

Οι τανίνες (αγγλ. Tannins), ή αλλιώς ταννίνες, αποτελούν κατηγορία πολυφαινολικών ενώσεων οι οποίες έχουν χαρακτηριστική πικρή γεύση και απαντώνται σε αφθονία στη φύση. Χημικώς, είναι συνυφασμένες και συνδεδεμένες με ορισμένες πρωτεΐνες και άλλες οργανικές ενώσεις, όπως π.χ. αμινοξέα και αλκαλοειδή. Έχουν συνήθως μοριακά βάρη που κυμαίνονται μεταξύ 500 και 3.000[1]

Απαντώνται πολύ συχνά στους καρπούς πάρα πολλών φυτικών ειδών, ιδίως των ειδών της δρυός (Querqus sp.) και της καστανιάς, στο φλοιό της ψευδοακακίας (Robinia sp.), στο τσάι κ.α.[2] Υπάρχουν επίσης στις ρίζες, στο φλοιό, στους καρπούς και στα φύλλα[3] των τροπικών ειδών Acacia και Quebracho. Στο είδος Schinopsis balansae, είναι δυνατό το 25% του ξυλώματός του να αποτελείται από πολύτιμες ταννίνες (Leuco-fisetinidin).[4]

Είναι ουσίες γνωστές στον άνθρωπο από τα πανάρχαια χρόνια (αρχαία Αίγυπτος, Ελλάδα και Κίνα).[5] Στις μέρες μας έχουν άφθονες χρήσεις.[6][7] Έχουν την ιδιότητα να εμποδίζουν τη σήψη (σάπισμα) των δερμάτων και χρησιμοποιούνται ευρέως στη βυρσοδεψία, στη φαρμακευτική ως σκευάσματα για φάρμακα, και στην την παρασκευή μελανιού.

Δρύινα βαρέλια κρασιού - η λευκή δρυς περιέχει άφθονες τανίνες.

Η πιο γνωστή όμως χρήση - εφαρμογής τους είναι στα ξύλινα δρύινα βαρέλια, όπου κατά την παλαίωση (γήρανση)[8] του κρασιού, ευεργετικές ουσίες του ξύλου, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων οινολογικών ταννινών υδρολύονται με αργό ρυθμό και εκχύνονται μέσα στο κόκκινο κρασί.[9][10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιοβάνης, Χρήστος. «Νέο Λεξικό, Θησαυρός όλης της ελληνικής γλώσσας».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]