Στρατόπεδα συγκέντρωσης Φόσσολι - Μπολτσάνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Φόσσολι (Fossoli) (1942-44) και Μπολτσάνο (γερμ. Polizei- und Durchgangslager Bozen, 1944-45) ήταν στρατόπεδα διαμεταγωγής κρατουμένων, που είχαν δημιουργηθεί επί ιταλικού εδάφους από τους Γερμανούς Ναζί.

Στρατόπεδο Φόσσολι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στρατόπεδο του Φόσσολι δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1942 από τους Ιταλούς για την κράτηση των Άγγλων αιχμαλώτων πολέμου. Βρισκόταν στην επαρχία της Εμίλια Ρομάνια, στα περίχωρα της πόλης Κάρπι (Carpi), κοντά την Μόντενα (Modena). [1] Οι εγκαταστάσεις του είχαν δημιουργηθεί σε δύο γειτονικές περιοχές, μία στην οδό Ρεμεζίνα (via Remesina), επιφάνειας έξι εκταρίων, και μία στην οδό Γκρίλλι (via Grilli), επιφάνειας εννέα εκταρίων[2] και ενώ αρχικά υπήρχαν και σκηνές, συν τω χρόνω απέκτησε κανονικά κτήρια και υψηλό τοίχο που το περιέκλειε. Τα χαρακτηριστικά του αυτά, συν το ότι είχε δημιουργηθεί σε στρατηγικό σημείο του σιδηροδρομικού δικτύου, χάρη στο οποίο θα γινόταν δυνατή η μεταγωγή κρατουμένων στα στρατόπεδα της Κεντρικής Ευρώπης, τράβηξαν την προσοχή των Ναζιστών, οι οποίοι το κατέλαβαν στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, όταν η Ιταλία υπέγραψε ανακωχή με τους Συμμάχους. Μέχρι το τέλος του έτους το είχαν μετατρέψει σε διαμετακομιστικό κέντρο των Εβραίων, αλλά και των Τσιγγάνων, που συλλαμβάνονταν στην Ιταλία.

Αρχικά, τον έλεγχό του είχε η φασιστική Αστυνομία της Κοινωνικής Δημοκρατίας (ή Δημοκρατίας του Σαλό), αργότερα όμως ανέλαβαν οι άνδρες της SS. Τον Ιανουάριο του 1944 στο Φόσσολι κατέληγαν όλοι οι συλληφθέντες που επρόκειτο να μεταφερθούν σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης (αντιτιθέμενοι στο καθεστώς, αντιστασιακοί, αντάρτες κτλ.). Από τον σταθμό του Κάρπι ξεκίνησαν συνολικά, στο επτάμηνο της ναζιστικής κατοχής του, οκτώ μεγάλοι συρμοί με κρατουμένους, πέντε από τους οποίους είχαν ως τελικό προορισμό το Άουσβιτς. Υπολογίζεται ότι συνολικά μεταφέρθηκαν από εκεί περίπου 5.000 άτομα. Ο πρώτος συρμός ξεκίνησε στις 22 Φεβρουαρίου. Σε αυτόν είχαν επιβιβάσει τον γνωστό Ιταλό συγγραφέα και ποιητή Πρίμο Λέβι (Primo Levi), ο οποίος, αργότερα, έγραψε τα έργα "Se questo e un uomo" και "Tramonto a Fossoli" με αφορμή την κράτησή του στο Φόσσολι. Ο συρμός της 5ης Απριλίου 1944, που είχε εκκινήσει από το Φόσσολι έφθασε στο Άουσβιτς με "φορτίο" 835 Εβραίων. Από αυτούς 692 θανατώθηκαν μόλις έφθασαν, και ανάμεσά τους η Σάρα Κλάιν, ηλικίας 71 ετών, και η Ροζέτα Σκαραμέλλα, ηλικίας πέντε ετών.[3]

Στις 2 Αυγούστου 1944 το στρατόπεδο κρίθηκε ότι βρισκόταν πολύ κοντά στην ζώνη επιχειρήσεων (οι Σύμμαχοι είχαν καταλάβει ολόκληρη την Νότιο Ιταλία και προήλαυναν προς Βορρά). Αποφασίστηκε η εγκατάλειψή του και η μεταφορά του σε στρατόπεδο κοντά στο Μπολτσάνο, ιταλική πόλη στα σύνορα με την Αυστρία. Μαζί με τους κρατουμένους μεταφέρθηκε εκεί, όπως ήταν φυσικό, και το προσωπικό της SS και το διοικητικό δίδυμο του ανθυπολοχαγού Τίτο (Titho) και του Διοικητή Χάαγκε (Haage).[4]

Στον χώρο αυτό σήμερα υπάρχουν πολυκατοικίες αλλά και ένα μνημείο - μουσείο[5]. Σημαντικό μουσείο του χώρου αυτού δημιουργήθηκε στο κάστρο του Πίο (Castel del Pio) στο Κάρπι το 1973.

Στρατόπεδο του Μπολτσάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή του Γκρις (Gries) κοντά στην πόλη Μπολτσάνο του Νότιου ιταλικού Τιρόλου και συγκεκριμένα στην οδό Ρεζία (via Resia), οι Ναζί δημιούργησαν νέο στρατόπεδο μεταγωγών. Αρχικά ήταν ένα παραλληλόγραμμο 91 x 146 μέτρων, με χωρητικότητα 1.500 κρατουμένων (ένα μπλοκ για γυναίκες και 10 παραπήγματα για άνδρες), επεκτεινόταν όμως συνεχώς: Με τη λήξη του Πολέμου χωρούσαν σε αυτό 4.000 κρατούμενοι, ενώ, παράλληλα, είχαν δημιουργηθεί και παραρτήματα (το Μπολτσάνο ήταν το μόνο στρατόπεδο επί ιταλικού εδάφους που διέθετε παραρτήματα - στρατόπεδα εργασίας) στις περιοχές Μπρεσανόνε (Bressanone), Μεράνο (Merano), Σαρεντίνο (Sarentino), Κάμπο Τούρες (Campo Tures), Τσερτόζα ντι Βαλ Σενάλες (Certosa di Val Senales), Κόλλε Ιζάρκο (Colle Isarco), Μόζο ιν Βαλ Πασσιρία (Moso in Val Passiria) και Βιπιτένο (Vipiteno).[6]

Την διοίκηση του νέου στρατοπέδου ανέλαβε και πάλι το δίδυμο Τίτο (Titho) και Χάαγκε (Haage). Μεταξύ του προσωπικού ήταν και ένας SS Ουκρανικής καταγωγής, ο Μίχαελ Σάιφερτ (Michael Seifert), ο επιλεγόμενος από τους κρατουμένους και "Μίσα" ή, όπως επονομάστηκε αργότερα, ο "Χασάπης του Μπολτσάνο".[7] Ο Σάιφερτ, με τη λήξη του Πολέμου, διέφυγε στον Καναδά, απ' όπου, το 2003, ζητήθηκε η έκδοσή του στην Ιταλία, καθώς είχε, από το 2000, καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου, στα οποία περιλαμβάνονταν και οι δολοφονίες 18 κρατουμένων του Μπολτσάνο.

Το στρατόπεδο σταμάτησε τις δραστηριότητές του μόνον με την κατάρρευση της Ναζιστικής Γερμανίας το 1945.

Υπολογίζεται ότι από αυτό διαμετακομίστηκαν περίπου 12.000 άτομα στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας και της Πολωνίας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dario Venegoni, Uomini, donne e bambini nel lager di Bolzano: una tragedia italiana in 7982 storie individuali, Mimesis Edizioni, 2004 ISBN 8884832241

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]