Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Πιετά στην είσοδο του Αγίου Πέτρου

Η Πιετά (ιταλικά: Pietà, σημαίνει Έλεος, ενώ η σύνθεση του έργου είναι γνωστή ως «Αποκαθήλωση») που φιλοτεχνήθηκε στα 1498 - 1499 από τον Μιχαήλ Άγγελο, είναι ένα μαρμάρινο γλυπτό στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στην πόλη του Βατικανού. Είναι το πρώτο από μια σειρά έργων με το ίδιο θέμα του καλλιτέχνη. Η δημιουργία του αγάλματος του ανατέθηκε από τον Γάλλο καρδινάλιο Ζαν ντε Μπιλέρ, αντιπρόσωπο της εκκλησίας τη Γαλλίας στη Ρώμη. Κατασκευάστηκε για το ταφικό μνημείο του καρδινάλιου, αλλά μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση, στο πρώτο παρεκκλήσι δεξιά από την είσοδο της Βασιλικής, το 18ο αιώνα.

Το διάσημο γλυπτό απεικονίζει το σώμα του Ιησού στα πόδια της μητέρας του Μαρίας, μετά τη Σταύρωση και την αποκαθήλωση. Το θέμα ήταν δημοφιλές εκείνη την εποχή στη Γαλλία αλλά όχι στην Ιταλία. Η έκδοση του Μικελάντζελο είναι μοναδική σε σχέση με προηγούμενες δημιουργίες. Είναι σημαντικό έργο, καθώς ισορροπεί ανάμεσα στις αναγεννησιακές αντιλήψεις της κλασσικής ομορφιάς και του νατουραλισμού.

Ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύνθεση έχει σχήμα πυραμίδας, και το κεφάλι της Μαρίας ταυτίζεται με την κορυφή της. Προς τα κάτω, το άγαλμα φαρδαίνει με το φόρεμα της Μαρίας, ως τη βάση, το βράχο του Γολγοθά.

Οι μορφές είναι σχετικά εκτός αναλογίας, κι αυτό οφείλεται στη δυσκολία απεικόνισης ενός ενήλικου άντρα ξαπλωμένου στην ποδιά μιας γυναίκας. Το μεγαλύτερο μέρος του σώματος της Μαρίας κρύβεται όμως από το πλούσιο φόρεμα, και έτσι η όλη σύνθεση φαίνεται σχετικά φυσική.

Τα σημάδια της σταύρωσης αντιπροσωπεύονται μονάχα με μικρά σημάδια από τα καρφιά και ένα ίχνος από την πληγή του λογχισμού στα πλευρά του Ιησού.

Ερμηνείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παναγία απεικονίζεται σε πολύ νεαρή ηλικία, και για την παραδοξότητα αυτή υπάρχουν διάφορες ερμηνείες. Μια απ' αυτές είναι πως η νιότη της συμβολίζει την αγνότητά της, καθώς είπε και ο ίδιος ο Μικελάντζελο στο βιογράφο του, γλύπτη Ασκάνιο Κοντίβι:

    Δεν ξέρεις ότι οι αγνές γυναίκες μένουν φρέσκες για πολύ περισσότερο χρόνο από αυτές που δεν είναι αγνές; Πόσο μάλλον στην περίπτωση της Παρθένου, που ποτέ δεν είχε βιώσει το παραμικρό λάγνο πάθος που μπορεί να άλλαζε το σώμα της;    

Μια άλλη εξήγηση είναι ότι στη δημιουργία του ο Μιχαήλ Άγγελος επηρεάστηκε από το πάθος του για τη Θεία Κωμωδία του Δάντη: τόσο οικείος ήταν με το έργο ώστε όταν πήγε στη Μπολόνια ανταπόδωσε τη φιλοξενία που του έγινε απαγγέλλοντας στίχους από τη Θεία Κωμωδία. Στον Παράδεισο (στο 33ο τραγούδι του ποιήματος) ο Άγιος Βερνάρδος, σε μια προσευχή προς την Παναγία, λέει "Vergine madre, figlia del tuo figlio" (Παρθένα μητέρα, κόρη του γιου σου). Αυτό γιατί από τη στιγμή που ο Ιησούς είναι ένα από τα τρία μέρη της Τριάδας, η Μαρία θα ήταν κόρη του, αλλά παράλληλα και αυτή που τον γέννησε.

Μια τρίτη ερμηνεία, που παραθέτει ο Καντίβι λίγο μετά τα παραπάνω λόγια του Μιχαήλ Άγγελου, είναι απλά πως "τέτοια φρεσκάδα και άνθος νιότης, πέρα από τη συντήρηση με φυσικά μέσα, βοηθάται από τη θεία πρόνοια".

Τέλος υποστηρίζεται ότι στην πραγματικότητα παριστάνεται η Μαρία να κρατά το βρέφος Ιησού. Η νεανική της εμφάνιση και η ήρεμη έκφραση του προσώπου, αν συνδυαστεί με τη θέση των χεριών, υπαινίσσεται ότι βλέπει το παιδί της, ενώ ο θεατής βλέπει μια εικόνα από το μέλλον.

Προηγούμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιετά

Αν και υπήρχε προηγούμενο για ζωγραφικές απεικονίσεις του θρήνου της Παρθένου πάνω από το κορμί του νεκρού Ιησού στη Φλωρεντίνικη τέχνη, το θέμα ήταν νέο για την εποχή του στην ιταλική γλυπτική. Υπήρχε, πάντως, μια παράδοση στα γλυπτά της Πιετά στη βόρεια τέχνη, ειδικά στη Γερμανία, την Πολωνία και τη Γαλλία, πατρίδα του καρδινάλιου. Επιπλέον, η εκκλησία του Άγιου Δομίνικου στη Μπολόνια διέθετε μια Πιετά φτιαγμένη στη Γερμανία. Έτσι υπάρχει η περίπτωση ο καρδινάλιος να είχε αυτά τα αγάλματα κατά νου του όταν παράγγειλλε το έργο.

Μετά την ολοκλήρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημιουργία της Πιετά πήρε στο Μιχαήλ Άγγελο λιγότερο από δυο χρόνια. Η εκδοχή που παρουσίαζε στο έργο ήταν πολύ διαφορετική από προηγούμενες αναπαραστάσεις άλλων καλλιτεχνών - παρουσίαζε μια νέα, ήρεμη και αιθέρια Μαρία αντί για μια πενθούσα, μεγαλύτερη γυναίκα.

Το έργο τοποθετήθηκε αρχικά στο παρεκκλήσι της Σάντα Πετρονίλλα, ένα ρωμαϊκό μαυσωλείο κοντά στη νότια πτέρυγα του Αγίου Πέτρου, μέρος που ο καρδινάλιος διάλεξε για τελευταία του κατοικία. Το παρεκκλήσι αργότερα κατεδαφίστηκε από το Ντονάτο Μπραμάντε όταν ανοικοδομούσε τη Βασιλική. Σύμφωνα με τον Τζόρτζιο Βάζαρι, λίγο καιρό μετά την τοποθέτηση της Πιετά, ο Μικελάντζελο άκουσε κάποιον να λέει ότι το γλυπτό ήταν έργο κάποιο άλλου γλύπτη, του Κριστόφορο Σκολάρι. Τότε χάραξε τη φράση MICHAELA[N]GELUS BONAROTUS FLORENTIN[US] FACIEBA[T] (Μικελάντζελο Μουοναρόττι, Φλωρεντία, εποίησε) στη ζώνη που διατρέχει το στήθος της Μαρίας. Αυτό ήταν και το μόνο έργο που υπέγραψε ποτέ: αργότερα μετάνιωσε για αυτή την έκρηξη ματαιοδοξίας και ορκίστηκε να μην υπογράψει ποτέ ξανά κανένα από τα έργα του.

Στους αιώνες που ακολούθησαν η Πιετά έπαθε αρκετές φθορές. Τέσσερα δάχτυλα από το αριστερό χέρι της Παρθένου έσπασαν κάτα τη διάρκεια μιας μετακίνησης και αποκαταστάθηκαν το 1736 από τον Τζουζέπε Λιριόνι, οι ειδικοί όμως διχάζονται για το κατά πόσον ο γλύπτης έκανε τη χειρονομία της Μαρίας πιο ρητορική. Η σημαντικότερη ζημιά έγινε στις 21 Μαίου του 1972 (Κυριακή της Πεντηκοστής) όταν ο ψυχικά διαταραγμένος γεωλόγος Λάζλο Τοθ μπήκε στο παρεκκλήσι και επιτέθηκε στην Παρθένο με ένα σφυρί, φωνάζοντας "Είμαι ο Ιησούς Χριστός".

Μετά την επίθεση, το έργο αποκαταστάθηκε με πολύ κόπο και επέστρεψε στη θέση του στον Άγιο Πέτρο, δεξιά από την είσοδο, μεταξύ της Αγίας πύλης και την Τράπεζα του Αγίου Σεβαστιανού, και σήμερα προστατεύεται με αλεξίσφαιρο ακρυλικό γυαλί.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]