Οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (αγγλικά: credit rating agency, CRA) ή συνηθέστερα οίκοι αξιολόγησης είναι ιδιωτικές εταιρείες οικονομικού ενδιαφέροντος που προσφέρουν κυρίως συμβουλευτικές "ανεξάρτητες" και έγκυρες υπηρεσίες στη δευτερογενή αγορά. Αξιολογώντας την πιστοληπτική ικανότητα των δανειζομένων (ιδιωτών, επιχειρήσεων, κρατών) καθώς επίσης και τα χρεόγραφα που εκδίδουν οι δανειζόμενοι παρέχουν σχετικές πληροφορίες υπέρ των ενδιαφερομένων ώστε να λαμβάνουν ασφαλέστερες χρηματοδοτικές αποφάσεις. Πρόκειται για ιδιωτικούς μη-πλειοψηφικούς ρυθμιστές διεθνών κεφαλαιαγορών με έντονο και σημαντικό ρόλο αφού οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας τις οποίες διενεργούν μπορούν να επηρεάσουν ακόμα και την διεθνή αγορά.

Οι Οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας επιδρούν και στα δύο μέρη μιας πιστωτικής σχέσης (δηλαδή και στο δανειστή και στο δανειζόμενο). Όσον αφορά στο δανειστή προσφέρει πληροφόρηση σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο που εμπεριέχεται στις εναλλακτικές επενδυτικές ευκαιρίες και στο δανειζόμενο προσφέρει την απαραίτητη πληροφορία για να προσαρμόσει τις εσωτερικές του διαδικασίες και δραστηριότητες σύμφωνα με τα πρότυπα πιστοληπτικής ικανότητας.

Οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις (ομόλογα) και στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (συναλλαγματικές) εταιρειών, χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, δήμων και κρατών. Η αξιολόγηση του αξιόγραφου βασίζεται στη δυνατότητα του δανειζόμενου να αποπληρώσει το κεφάλαιο και τους τόκους σύμφωνα με την υπάρχουσα κάθε φορά συμφωνία δανεισμού.

Οι σημαντικότεροι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας είναι οι λεγόμενοι Big Three (Τρεις Μεγάλοι), οι οποίοι ελέγχουν περίπου το 95% των αξιολογήσεων.[1] Moody's Investors Service και Standard & Poor's (S&P) ελέγχουν συνολικά το 80% της παγκόσμιας αγοράς, ενώ η Fitch Ratings ελέγχει ένα επιπλέον 15%.

Ρόλος στις κεφαλαιαγορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδικασία αξιολόγησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδικασία αξιολόγησης βασίζεται στην ανάλυση (α) του επιχειρηματικού κινδύνου (ο βαθμός κινδύνου της επιλεγόμενης οικονομικής δραστηριότητας) και (β) του χρηματοοικονομικού κινδύνου (ο κίνδυνος που συνεπάγεται ο χρηματοοικονομικός προγραμματισμός).

Κάθε Οίκος αξιολόγησης έχει αναπτύξει το δικό του σύστημα διαβάθμισης για τους δανειζόμενους του Δημοσίου αλλά και για τις επιχειρήσεις. Η Fitch Ratings ανέπτυξε ένα σύστημα αξιολόγησης το 1924 που υιοθέτησε και η Standard & Poor’s. Το σύστημα αξιολόγησης της Moody’s είναι λίγο διαφορετικό Ο Οίκοι αξιολόγησης συμβολίζουν με γράμματα τις αξιολογήσεις τους σε μια κλίμακα από τον περισσότερο έως τον λιγότερο πιστοληπτικά αξιόπιστο. Συχνά μπορεί να προστεθεί ένα σήμα (+) ή (-) προκειμένου να δηλωθούν διαφορές μεταξύ κατάταξης (π.χ. ΑΑ+, CCC-).

Συστήματα αξιολόγησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτιμώμενα spreads και
ποσοστά αθέτησης ανά βαθμίδα
Αξιολόγηση BPS
[2][3][4]
Ποσοστό
αθέτησης[5]
AAA/Aaa 43 0,18%
AA/Aa2 73 0,28%
A 99 μ/δ
BBB/Baa2 166 2,11%
BB/Ba2 299 8,82%
B/B2 404 31,24%
CCC 724 μ/δ
Πηγές: Το BPS είναι μεταξύ του
θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ και
των βαθμολογήσεωνν των
ομολόγων κατά τη διάρκεια
μιας περιόδου 16 ετών.[3]
Το ποσοστό προεπιλογής
είναι μιας περιόδου άνω των
5 ετών, από μια μελέτη της
επενδυτικής υπηρεσίας της Moody's.[5]

Σύστημα αξιολόγησης Moody’s[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιολόγηση Ερμηνεία
Αaa Άριστης ποιότητας ομόλογα με το χαμηλότερο ποσοστό επενδυτικού κινδύνου
Αa1 / Αa3 Υψηλής ποιότητας ομόλογα με πολύ χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο
Α1 / Α3 Υψηλής ποιότητας ομόλογα με χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο
Βaa1 / Βaa3 Μεσαίας ποιότητας ομόλογα με πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο
Βa1 / Βa3 Ομόλογα που το μέλλον τους δεν μπορεί να προβλεφθεί και να εξασφαλιστούν οι αποδόσεις τους
Β1 / Β3 Ομόλογα τα οποία απέχουν από τον επιθυμητό τύπο επένδυσης
Caa1 / Caa3 Ομόλογα χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας με πολύ υψηλό κίνδυνο
Ca Ομόλογα τα οποία θεωρούνται έντονα κερδοσκοπικά μη μπορώντας να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους

Σύστημα αξιολόγησης Standard & Poor’s και Fitch[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιολόγηση Ερμηνεία
ΑΑΑ Ομόλογα με την υψηλότερη βαθμολογία. Ικανότητα ισχυρή στην πληρωμή των τόκων και στην καταβολή του αρχικού κεφαλαίου
ΑΑ+ / ΑΑ- Ομόλογα με ισχυρή ικανότητα στην πληρωμή των τόκων και στην καταβολή του αρχικού κεφαλαίου αλλά είναι κατά ένα μέρος πιο ευαίσθητο στις αρνητικές μεταβολές από τα ΑΑΑ
Α+ / Α- Ομόλογα υψηλής ικανότητας πληρωμής τόκων και κεφαλαίου αλλά πιο ευάλωτα στις συνέπειες από αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες ή συγκυρίες
ΒΒΒ+ / ΒΒΒ- Ομόλογα με επαρκή πιστοληπτική ικανότητα
ΒΒ+ / ΒΒ- Ομόλογα αξιόπιστα, ενέχουν όμως στοιχεία κερδοσκοπίας
Β+ / Β- Ομόλογα πιο κερδοσκοπικά από την κατηγορία ΒΒ
CCC Ομόλογα με έντονο κερδοσκοπικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απώλειας τόκων και αρχικού κεφαλαίου
CC Τα πιο κερδοσκοπικά ομόλογα με υψηλό κίνδυνο
SD Ομόλογα που αθετούν τις συμβατικές υποχρεώσεις
D Ομόλογα που αθετούν οποιαδήποτε πληρωμή τόκων και αρχικού κεφαλαίου

Κλαδική διάρθρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τρεις Μεγάλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Moody’s είναι η πρώτη εταιρεία αξιολόγησης πιστωτικών κινδύνων, με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ). Ιδρύθηκε το 1909 από τον χρηματοοικονομικό αναλυτή John Moody. Σκοπός της εταιρείας ήταν η συλλογή πληροφοριών που αφορούσαν την κεφαλαιοποίηση, διαχείριση και οικονομική κατάσταση εταιρειών. Την δεκαετία του ‘70 η εταιρεία επεκτάθηκε στις αγορές των βραχυπρόθεσμων αξιόγραφων , των εμπορικών συναλλαγών και στις τραπεζικές καταθέσεις. Σήμερα, η Moody’s κατέχει το 40% της παγκόσμιας αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας.

Η έδρα της εταιρείας Standard & Poor’s είναι στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ). Το 1906 ιδρύθηκε η εταιρεία Standard Statistics Bureau παρέχοντας οικονομικά στοιχεία παρελθόντων ετών τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα και αφορούσαν αποκλειστικά αμερικανικές εταιρείες. Το 1916 η Poor’s Publishing Company ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό και την δημοσιοποίηση αξιολογήσεων χρεών εταιρικών ομολόγων και αργότερα χρεών κρατών καθώς και δημοτικών ομολόγων. Το 1941, οι εταιρείες Poor’s Publishing Company και Standard Statistics Bureau συγχωνεύθηκαν δημιουργώντας την εταιρεία Standard and Poor’s. Σήμερα ο συγκεκριμένος οίκος αξιολόγησης κατέχει το 40% της παγκόσμιας αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας

Η Fitch Ratings είναι ένας οργανισμός αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και έχει δύο έδρες, την Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. H Fitch Ratings έχει τις ρίζες της στην Fitch Publishing Company η οποία ιδρύθηκε το 1913. Η ανάπτυξη της εταιρείας χρονολογείται το 1989 με την αναδιοργάνωση κεφαλαίων και την αλλαγή της διαχειριστικής ομάδας. Στην δεκαετία του ‘90 επεκτείνεται, παρέχοντας στους επενδυτές πρωτογενή έρευνα, πλήρεις ερμηνείες πολύπλοκων πιστώσεων και αυστηρότερη παρακολούθηση. H Fitch Ratings καλύπτει πιο περιορισμένο μερίδιο αγοράς σε σχέση με την Moody’s και την Standard & Poor’s.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έχουν δεχτεί έντονη κριτική από κυβερνήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα έχει κριθεί ότι χειροτερεύει (π.χ. μείωση βαθμολογίας σε Ευρωπαϊκές χώρες αλλά και για τις ΗΠΑ το 2011), με την αιτιολογία ότι πρόκειται για μια ολιγοπωλιακή αγορά χωρίς έλεγχο αξιοπιστίας από άλλους οργανισμούς (εκτός από μία τυπική αξιολόγηση τη Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρυθμιστικών Αρχών των αγορών κινητών αξιών). Οι κυβερνήσεις αυτές κατηγορούσαν τους Οίκους αξιολόγησης κατά το 2011 ότι οι επιπτώσεις των συνεχόμενων υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας των χωρών τους επηρεάζουν αρνητικά την χρηματοπιστωτική σταθερότητά τους με αποτέλεσμα να ασκείται αυστηρή κριτική ως προς τα αποτελέσματα που παρουσιάζουν οι Οίκοι και να γίνεται προσπάθεια για αυστηρότερη εποπτεία των Οίκων αξιολόγησης προτείνοντας τη δημιουργία ενός «ανεξάρτητου» ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Alessi, Christopher. «The Credit Rating Controversy. Campaign 2012». Council on Foreign Relations. http://www.cfr.org/united-states/credit-rating-controversy/p22328. Ανακτήθηκε στις 29 May 2013. 
  2. Cantor, Richard; Packer, Frank (Summer–Fall 1994). «The credit rating industry». Federal Reserve Bank of New York Quarterly Review (Federal Reserve Bank of New York): σελ. 10. ISSN 0147-6580. http://www.newyorkfed.org/research/quarterly_review/1994v19/v19n2article1.pdf. 
  3. 3,0 3,1 from Altman, Edward I "Measuring Corporate Bond Mortality and Performance" Journal of Finance, (September 1989) p.909-22
  4. Note: Based on equally weighted averages of monthly spreads per rating category. Spreads for BB and B represent data from 1979-87 only, spreads for CCC, data for 1982-87 only.
  5. 5,0 5,1 Cantor, R., Hamilton, D.T., Kim, F., and Ou, S., 2007 Corporate default and recovery rates. 1920-2006, Special Comment: Moody's investor Service, June Report 102071, 1-48 page 24

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Credit rating agency της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).