Κατοικία ζευγαριού στην Ρίβα Σαν Βιτάλε, Ελβετία, Μάριο Μπόττα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κατοικία ζευγαριού στην Ρίβα Σαν Βιτάλε, Ελβετία, Μάριο Μπόττα
Casa Bianchi
Άλλες ονομασίεςSingle-Family House Bianchi
Γενικές πληροφορίες
ΕίδοςΚατοικία
ΤοποθεσίαRiva San Vitale
ΧώραΕλβετία
Έναρξη κατασκευής1972
Ολοκλήρωση1973
ΙδιοκτήτηςLeontina and Carlo Bianchi
Σχεδιασμός και κατασκευή
ΑρχιτέκτοναςMario Botta
Ιστότοπος
http://www.botta.ch/en/SPAZI%20DELL-ABITARE?idx=19

Η κατοικία αυτή είναι έργο του αρχιτέκτονα Μάριο Μπόττα (Mario Botta), την οποία σχεδίασε το 1971 και κατασκεύασε τα έτη 1972-1973. Εργοδότες ήταν οι Κάρλο και Λεοντίνα Μπιάντσι, (Carlo and Leontina Bianchi), εξού και η κατοικία αυτή είναι γνωστή και ως Κάσα Μπιάντσι (Casa Bianchi).

Η κατοικία Μπιάντσι, σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον

Πρόκειται για ένα κυβικού σχήματος κτήριο στη μακρινή πλευρά της λίμνης του Lugano, έναν μυστηριώδη και απομονωμένο πύργο που καταλαμβάνει ένα μεγάλης κλίσης ορεινό υπόβαθρο. Η είσοδος, η οποία είναι ένας αναρτημένος μεταλλικός διάδρομος που οδηγεί από την πλαγιά του λόφου στο ανώτερο τμήμα του πύργου, μάς δίνει μια σαφή μέτρηση της απόσπασης του φυσικού περιβάλλοντος από το τεχνητό περιβάλλον, ένα απόσπασμα του οποίου είμαστε συνεχώς ενήμεροι καθώς κατεβαίνουμε το κλιμακοστάσιο, διεισδύοντας τις περιοχές που δημιουργήθηκαν μέσα στους μεγάλους εσωτερικούς όγκους του κτιρίου.[1]


Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ελβετικό ζευγάρι, ο Carlo και η Leontina Bianchi, ήταν στενοί φίλοι του Mario Botta όταν εκείνος ανακαίνιζε ένα παλιό διαμέρισμα στο μικρό χωριό Genestrerio για τους ίδιους. Λίγο αργότερα, το 1971, όταν ο Botta είχε πλέον αποφοιτήσει, η ίδια οικογένεια τού ανέθεσε τον σχεδιασμό μιας νέα κατοικίας. Επιθυμία τους ήταν η δημιουργία μιας κατοικίας στην οποία θα απολαμβάνουν την θέα της λίμνης πάνω από τα δέντρα, και πέρα από την άμεση επαφή με το έδαφος. Αν και ο κατάλογος απαιτήσεων ήταν πολύ παρόμοιος με τον προηγούμενο ανασχηματισμό, δηλαδή ένα οικονομικά αποδοτικό σπίτι με υπνοδωμάτια για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, η διαδικασία σκέψης από τον αρχιτέκτονα για το νέο σπίτι ήταν πολύ ξεχωριστή. Στην πραγματικότητα, σχεδιάστηκε σαν να οικοδομείται ένα σπίτι από πάνω προς τα κάτω.[2]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σπίτι βρίσκεται στην περιοχή του Riva San Vitale, στο ελβετικό canton του Ticino,στους πρόποδες του Monte San Giorgio, σε μια απότομη πλαγιά που καταλήγει στη λίμνη του Lugano, σε ένα αγροτικό περιβάλλον. Ο λόφος αποπνέει ένα άγριο, αδρό χαρακτήρα εκ φύσεως, αναλλοίωτο στον χρονο. Η κατοικία χωροθετείται στο τέλος ενός παλιού μονοπατιού που ξεκινά από τα βουνά, για να φτάσει στο πράσινο δάσος.

Η περιοχή γύρω από το μονοπάτι που καταλήγει στο οικόπεδο του Bianchi είχε υποστεί αδιάκριτη αστική ανάπτυξη. Κατά συνέπεια, ένας από τους βασικούς στόχους του Mario Botta από την αρχή ήταν να σχεδιάσει ένα κτίσμα ικανό να σηματοδοτήσει τα παραμελημένα σύνορα της επέκτασης του χωριού, και έτσι να προστατεύσει το δάσος.

Ήταν ένα θαυμάσιο οικόπεδο που είχε κληρονομήσει η Leontina Bianchi: 850μ², γεμάτο από καστανιές σε έναν απότομα κεκλιμένο λόφο που οδηγούσε στη λίμνη του Lugano και αντίκρυζε το εντυπωσιακό Monte Generoso ανάμεσα στις χιονισμένες κορυφές του βουνού. Λόγω εν μέρει της ισχυρής αρχιτεκτονικής χειρονομίας του Botta με αυτή την κατοικία – πύργο, λίγο μετά την κατασκευή της κατοικίας, μια νέα έρευνα αστικών χωροταξιών χαρακτήρισε την περιοχή ως πράσινη ζώνη και δάσος. Για το λόγο αυτό, δεν έχουν εγκριθεί περαιτέρω έργα σε αυτόν τον τομέα και η κατοικία αναδεικνύεται μοναδικά σε αυτό το προστατευόμενο τοπίο.


Αρχές Σχεδιασμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία έχει τετραγωνική μορφή και εκτείνεται καθ' ύψος ως τετράγωνος πύργος. Έχει μικρή κάλυψη εδάφους,που δίνει έμφαση στην ένταση του βραχώδους και αδιαπέρατου εδάφους. Είναι σαν γλυπτό όγκο με τέσσερα επίπεδα, που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον. Το κτήριο βρίσκεται σε απόσταση από το κεκλιμένο έδαφος, ενώ συνδέεται με αυτό μέσω ενός γραμμικού στοιχείου ελαφριάς κατασκευής, που λειτουργεί ως γέφυρα εισόδου.

Το κέλυφος του κτηρίου δημιουργεί καθαρό όριο ανάμεσα στο κτιστό και άκτιστο περιβάλλον. Ωστόσο ο όγκος είναι σκαλισμένος με γεωμετρικά ανοίγματα και εξελίσσεται σταδιακά από εσωτερικές διαιρέσεις, προσφέροντας διαφάνεια που επιτρέπει στον παρατηρητή να αντιλαμβάνεται τον χώρο, βλέποντας μέσα από το σπίτι προς τα έξω, τη συνέχεια της βλάστησης που το περιβάλλει. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση αμοιβαίας διείσδυσης.[1]

Η Τομή του κτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία Μπιάντσι μπορεί να περιγραφεί σε μεγάλο βαθμό από το σχέδιο της τομής της. Η τομή του απότομου φυσικού, άχτιστου εδάφους, στην οποία έρχεται να ενταχθεί ένας σμιλεμένος πύργος με αδρότητες και χρωματισμούς που συνομιλούν με τις υφές του περιβάλλοντος. Η μεταλλική γέφυρα έρχεται να αποτελέσει τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο περιβάλλον, να γεφυρώσει το στοιχείο της φύσης με την ανάγκη του ανθρώπου για ένα καταφύγιο. Τα επίπεδα της κατοικίας προσαρμόζονται στις υψομετρικές διαφορές του περιβάλλοντος. Το σκληρό κέλυφος του κτηρίου "σπάει" μπροστά στην υπεροχή της φύσης, και την αφήνει να εισχωρήσει στον χώρο μέσα από τα καδραρίσματα της θέας.

Ογκοπλαστική Διαμόρφωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία έχει τη μορφή τετράγωνου πύργου, με πλευρές δέκα μέτρων και ύψος δεκατριών μέτρων. Ο «πύργος», ο οποίος ουσιαστικά ορίζεται από τέσσερις γωνιακούς πεσσούς, είναι σκαλισμένος με γεωμετρικά ανοίγματα διαμέσου των οποίων διεισδύει το φως. Κάθε πλευρά του κτιρίου έχει κάποια αρχιτεκτονική σχισμή. Η ανατολική και νότια πρόσοψη ανοίγουν στη λίμνη, επομένως οι σχισμές σε αυτές τις πλευρές είναι μεγαλύτερες με τέτοιο τρόπο ώστε να "καδράρουν" την θέα. Αυτές οι σχισμές επιτρέπουν επίσης τον φυσικό φωτισμό και τον εξαερισμό των χώρων. Οι σχισμές στις δυτικές και βόρειες προσόψεις είναι μικρότερες καθώς είναι εκτεθειμένες στις πλαγιές του βουνού και το χειμωνιάτικο κρύο. Η πλάκα "στέψης¨ του χώρου δεν στεγάζει ακριβώς, αλλά ελαφρώς ύπταται αυτού. Το κυκλικό άνοιγμα της πλάκας αφήνει το φυσικό φως να εισέλθει στον χώρο.

Στην νοτιοδυτική πλευρά του όγκου εισέρχεται η, μεταλλικής κατασκευής, γέφυρα εισόδου. Σε αυτό το σημείο, ο όγκος του "πύργου" δίνει την αίσθηση οτι υποχωρεί, για να παραλάβει τον πρισματικό όγκο, μικρότερου μεγέθους, που δημιουργεί την είσοδο.

Η κατοικία οργανώνεται γύρω από ένα σπειροειδές κλιμακοστάσιο - πύρηνα, το οποίο τοποθετείται στην καρδιά της δομής, αλλά όχι στο γεωμετρικό κέντρο. Η χωρική αλληλοδιείσδυση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού διαμορφώνει έτσι μια «ζώνη φίλτρου», οι βεράντες εντός της περιμέτρου συμβάλλουν στη λειτουργική οργάνωση της κατοικίας: το πάνω μέρος αποτελεί το αίθριο εισόδου, και οι σκάλες που οδηγούν στους κάτω ορόφους, οδηγούν στα δωμάτια. Αυτά τα επίπεδα είναι εν μέρει ανοιχτά και σε επικοινωνία με τους χώρους διημέρευσης.

Διαρρύθμιση των χώρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια είσοδος φτάνει στην πλαγιά του βουνού με μεταλλική δομή που αρχίζει στην κορυφή της πλαγιάς και διασχίζει καθαρά το χώρο για να εισέλθει στο σπίτι από το ανώτερο επίπεδο (πέμπτο όροφο), φτάνοντας στο αίθριο εισόδου, από όπου υπάρχει πρόσβαση στο μπαλκόνι με θέα στη λίμνη του Lugano. Αυτή η λεπτή γέφυρα, μήκους δεκαοκτώ μέτρων, τονίζει τον διαχωρισμό του σπιτιού από το έδαφος, μετατρέποντάς το σε παρατηρητήριο για το περιβάλλον του. Ταυτόχρονα, λειτουργεί σαν στοιχείο σύνδεσης του κτιστού με τον άκτιστο, φυσικό χώρο, με ελαφρύ διάφανο χαρακτήρα, χάρις την υλικότητά της.

Η σκάλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σκάλα, ως κατακόρυφος πυρήνας, δημιουργεί μια ακτινωτή κατανομή σε κάθε όροφο και ένα σημείο κάθετης σύνδεσης που συνδέει όλα τα επίπεδα. Η σπειροειδής τροχιά παρέχει στον χρήστη μια σειρά διαφορετικών απόψεων του χώρου.

Διαρρύθμιση των χώρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την είσοδο και κατά φθίνουσα σειρά, υπάρχει στον τέταρτο όροφο ένας χώρος μελέτης και μια ανώτερη ταράτσα προσανατολισμένη ανατολικά προς τη λίμνη και τα βουνά.

Στον τρίτο όροφο, υπάρχει το κύριο υπνοδωμάτιο, το οποίο αποτελείται από τον κύριο χώρο, μια γκαρνταρόμπα και το ιδιωτικό μπάνιο. Διαθέτει επίσης μπαλκόνι, με θέα στη λίμνη και τα βουνά, που βλέπει νότια και προς το λιβάδι.

Το παιδικό υπνοδωμάτιο βρίσκεται στον δεύτερο όροφο, ο οποίος έχει οπτική επαφή με την κουζίνα-τραπεζαρία μέσω μπαλκονιού, όπως και το μπάνιο και το δωμάτιο μελέτης. Όλες οι περιοχές αυτού του ορόφου επικοινωνούν οπτικά μεταξύ τους και με τους παρακάτω χώρους, λόγω του ανοίγματος του.

Στο επόμενο επίπεδο, δηλαδή στον πρώτο όροφο, χωροθετούνται οι χώροι διημέρευσης, που περιλαμβάνουν ένα σαλόνι που συνδέεται με την κουζίνα-τραπεζαρία μέσω ενός περάσματος, στο οποίο βρίσκεται το τζάκι. Μια γκαλερί τρέχει και στους δύο χώρους, ενώ υπάρχει κι εδώ ένα γωνιακό μπαλκόνι.

Τέλος, στο ισόγειο χωροθετούνται οι νοηθητικοί χώροι της κατοικίας, όπως χώρος αποθήκευσης, πλυντήριο και ημι-καλυμμένη περιοχή στην οποία στεγάζονται τα σταθμευμένα οχήματα.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο υλικά είναι χαρακτηριστικά σε αυτή την κατοικία: το γκρι εμφανές σκυρόδεμα για τους φέροντες τοίχους και ο κόκκινος βαμμένος χάλυβας για τη γέφυρα.

Το εξωτερικό του κτιρίου είναι κατασκευασμένο από τοιχοποιία από εμφανείς τσιμεντόλιθους. Η χρήση του τσιμεντόλιθου στην τοιχοποιία δημιουργεί μια ισοδυναμία με τη φυσική πέτρα, που μπορεί να θεωρηθεί απλή, αλλά είναι μια ισχυρή μεταμόρφωση της παράδοσης και της τυπικής γλώσσας.

Ενώ το εσωτερικό είναι κυρίως σκυρόδεμα, οι τοίχοι των κλειστών χώρων είναι βαμμένοι λευκοί, και τα δάπεδα επικαλυμμένα με κεραμικά πλακάκια, δημιουργώντας μια σύνθεση ενδιαφέροντων υφών και χρωμάτων στον χώρο.


Οι Θεωρητικές Προσεγγίσεις του αρχιτέκτονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία Μπιάντσι είναι το χαρακτηριστικότερο από τα πρώτα έργα του Μάριο Μπόττα. Διερευνά την σχέση μεταξύ της γεωμετρίας της αρχιτεκτονικής και της τοπογραφίας του χώρου, μεταξύ της μονολιθικής συμπαγούς τοιχοποιίας και των προσεκτικά διαμορφωμένων ανοιγμάτων που εισάγονται σ 'αυτά, μεταξύ φυσικής υφής και φωτός, μεταξύ κατασκευαστικών τεχνικών και αρχιτεκτονικής κουλτούρας.

Η κατοικία προβάλλει στο ορεινό τοπίο σαν μυστηριώδης, απομονωμένος και ταυτόχρονα μνημειακός πύργος. Ο επιλεγμένος περιορισμός της βασικής περιοχής του κτηρίου είναι μάρτυρας της επιθυμίας να προστατευθεί το φυσικό περιβάλλον, και η έννοια της κατοικίας να ισορροπήαςι με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.[1]

Η αρχιτεκτονική γλώσσα του Μπόττα χαρακτηρίζεται από καθολικότητα, η οποία όμως αντλεί ουσία και τροφή από το «τοπικό» έδαφος. Η καθαρή Ευκλείδια γεωμετρία περιλαμβάνει την αίσθηση της παράδοσης χωρίς αισθητικά καμουφλάζ. Το παρελθόν αναφέρεται και επανεντάσσεται με κάποιους τρόπους, αλλά ποτέ δεν προκαλείται. Μέσω των μονοκατοικιών που σχεδίασε, ο Μπόττα εξερευνά τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατοικίας όπως το πάτωμα, ο τοίχος και η στέγη. Οι τοίχοι κέρδισαν το πάχος τους και τον ιδιωτικό τους χώρο σε ένα προστατευτικό κέλυφος, ενώ η ημιδιαφανής λεπτότητα του γυαλιού μεταφέρθηκε από την πρόσοψη στην οροφή. Η διαφάνεια αντικαταστάθηκε από την απόκρυψη, την ελαφρότητα από την αίσθηση της βαρύτητας. Το σπίτι είναι και πάλι ριζωμένο στο έδαφος - το βάρος του παραμένει εμφανώς στα θεμέλια - ενώ το φως πλημμυρίζει από τις διαφανείς στέγες.[2]

"Αρχαιότητα του νέου"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι σχέσεις των όγκων ποικίλλουν ενίοτε σε κυβικά και κυλινδρικά σχέδια μονοκατοικιών, ο Μπόττα επιτακτικά και επιμελώς επιμένει στις συνθετικές αρχές μιας ενιαίας διαδικασίας σχεδιασμού που στηρίζεται σε βασικά αρχέτυπα.

Οι υλικότητες που χρησιμοποιεί ο Μπόττα είναι μια ιδιαίτερη χειρονομία. Εγκαταλείπει νωρίς την πέτρα των πρώιμων κτηρίων του, και κάνει το ασυνήθιστο βήμα να συνδυάσει με σύγχρονα οικοδομικά υλικά, "κοινά" υλικά όπως οι τσιμεντόλιθοι. Η πρόθεσή του φαίνεται να ήταν να δείξει ότι μπορεί να δημιουργηθεί νέα ομορφιά από τα απόβλητα της βιομηχανικής κοινωνίας. Οτι η ποιότητα της κατοικίας δεν καθορίζεται μόνο από τη φύση, αλλά είναι το αποτέλεσμα του ανθρώπινου σχεδιασμού. Εξ ου και ο οξύμωρος  αφορισμός του πάνω στην "αρχαιότητα του νέου".[2]

Επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπόττα, κατά τις σπουδές του στην Σχολή Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, μαθήτευσε υπό τον καθηγητή του Κάρλο Σκάρπα, ενώ την δεκαετία του '70 δούλεψε δίπλα στους μεγάλους αρχιτέκτονες, τον Λε Κορμπυζιέ και τον Λουις Κααν.[3] Σκόπιμο είναι να αναζητήσουμε τη γενεαλογία και την κληρονομική επιρροή στο έργο του Μποττα. Ωστόσο, αυτό που μετρά είναι ότι, ανεξάρτητα από την εκπαίδευση που έλαβε, ήταν σε θέση να διατυπώσει τη δική του γλώσσα, τη δική του μοναδική και αναγνωρίσιμη αυτοβιογραφική σύνταξη και το αρχιτεκτονικό του λεξιλόγιο.[4]

Κριτική στο έργο του Μάριο Μπόττα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία Μπιάντσι αποτελεί την πρωτή σε μια σειρά μονοκατοικιών που κατασκεύασε ο Μάριο Μπόττα στις κοιλάδες του Ticino. Μέσω αυτών, παράγει μια συνδεδεμένη σειρά παραλλαγών σε ένα θέμα που θα προσελκύσει την προσοχή διεθνών κριτικών. Ο Κέννεθ Φράμπτον (Kenneth Frampton)[5] τον είδε ως παράδειγμα του «κριτικού τοπικισμού» (Critical Regionalism[6]) και ο Φραντζέσκο Νταλ Κο (Francesco Dal Co[7]) επεσήμανε «τη λογική της αρχιτεκτονικής μορφής σε σχέση με το φως, τον προσανατολισμό, το κλίμα και τα υλικά», ενώ ο Τζοβάννι Πότζι (Giovanni Pozzi[8]) βλέπει «πνευματική ταύτιση με το φυσικό του τοπίο». Παρόλο που διαφέρουν ως προς την προσέγγιση, η συναίνεση αυτών και άλλων απόψεων στην αρχιτεκτονική του Ticino του Μπόττα είναι ένα πρωταρχικό παράδειγμα πλήρης ένταξης στον χώρο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Botta, Mario (1997). "The Ethics of Building". Berlin, Germany
  • Pizzi, Emilio (1993). "Mario Botta: the complete works. Vol. 1. 1960-1985. Zurich, Germany
  • Pizzi, Emilio (1992). "Mario Botta Works and Projects" Spain, Barcelona

Διαδικτυακές Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Pizzi, Emilio (1993). Mario Botta : the complete works. Vol. 1. 1960-1985. Zurich, Germany. ISBN 1874056609. 
  2. 2,0 2,1 2,2 «Bianchi House - Data, Photos & Plans». WikiArquitectura. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2019. 
  3. Rattenbury, Kester; Bevan, Robert (10 Αυγούστου 2006). Architects Today. Laurence King Publishing. ISBN 9781856694926. 
  4. Botta, Mario (1997). The Ethics of Building. Berlin. σελ. 15. ISBN 0-8176-5742-8. 
  5. «Kenneth Frampton» (στα αγγλικά). Wikipedia. 2018-11-23. https://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Kenneth_Frampton&oldid=870201802. 
  6. «Critical regionalism» (στα αγγλικά). Wikipedia. 2019-01-08. https://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Critical_regionalism&oldid=877346618. 
  7. «Francesco Dal Co» (στα αγγλικά). Wikipedia. 2018-11-18. https://en.wikipedia.org/w/index.php?title=Francesco_Dal_Co&oldid=869366933. 
  8. «Giovanni Pozzi» (στα it). Wikipedia. 2018-09-06. https://it.wikipedia.org/w/index.php?title=Giovanni_Pozzi&oldid=99528910. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]