Εθνογραφικό Μουσείο της Γενεύης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Εθνογραφικό Μουσείο Γενεύης)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εθνογραφικό Μουσείο της Γενεύης
Musée d' ethnographie de Genève
Musée d'ethnographie de Genève (32665256617).jpg
Γενικές πληροφορίες
ΕίδοςΕθνογραφικό μουσείο
ΔιεύθυνσηBoulevard Carl-Vogt 65
Γεωγραφικές συντεταγμένες46°11′52″N 6°8′14″E
Διοικητική υπαγωγήPetit-Saconnex
ΤοποθεσίαΓενεύη
ΧώραΕλβετία
Έναρξη κατασκευής25  Σεπτεμβρίου 1901[1]
Ολοκλήρωση25  Σεπτεμβρίου 1901
Λειτουργία25 Σεπτεμβρίου 1901
Τεχνικές λεπτομέρειες
Χωρητικότητα2.000 τ.μ. αφιερωμένα σε συλλογές
ΒραβείαΕυρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς
ΠροστασίαΕλβετική πολιτιστική ιδιοκτησία εθνικής σημασίας[2][3]
Ιστότοπος
http://www.ville-ge.ch/meg/index.php
Commons page Πολυμέσα

Το Εθνογραφικό Μουσείο της Γενεύης (γαλλικά: Musée d' ethnographie de Genève) είναι ένα από τα σημαντικότερα εθνογραφικά μουσεία στην Ελβετία. Το Μουσείο διέρχεται από μια άνευ προηγουμένου μετάβαση από τότε που ιδρύθηκε το 1901. Πριν από δύο χρόνια, ξεκίνησε μια εις βάθος μεταμόρφωση, η οποία περιλαμβάνει και την αλλαγή του ονόματος του μουσείου. Το νέο όνομα θα ανακοινωθεί μόλις ολοκληρωθούν οι διαβουλεύσεις.[4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δωρητές του μουσείου.
Πρόσοψη του παλαιού κτιρίου.

Το Εθνογραφικό Μουσείο της Γενεύης ιδρύθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1901, με πρωτοβουλία του καθηγητή Ουζέν Πιτάρ (1867-1962), ο οποίος κατείχε επίσης την πρώτη έδρα ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.[5] Στεγάστηκε για πρώτη φορά στη βίλα Μον Ρεπό.[6] Ο Πιτάρ συγκέντρωσε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές, κυρίως τις εθνογραφικές συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μουσείου Αριάνα, τις συλλογές του Μουσείου της Ευαγγελικής Ιεραποστολικής Εταιρείας και όπλα από το Ιστορικό Μουσείο Γενεύης.

Το 1939, το μουσείο μετακόμισε στα εγκαταλειμμένα κτίρια του δημοτικού σχολείου Μέιλ στη λεωφόρο Καρλ Φογκτ. Άνοιξε στις νέες εγκαταστάσεις στις 12 Ιουλίου 1941, μοιράζοντας τον χώρο με το Τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου μέχρι το 1967. Το κτίριο επεκτάθηκε το 1949, ενώ το 1975 εξαγοράστηκε η βίλα Λομπάρ στο δήμο Σεν-Μπουζερί (καντόνι της Γενεύης), η οποία έγινε το παράρτημα με τις κόγχες.

Μεταξύ 1980 και 2001, απορρίφθηκαν τρεις προτάσεις για την κατασκευή ενός νέου μουσείου στην πλατεία Στουρμ.[7] Στη συνέχεια, υπήρξαν προτάσεις να ανακαινιστεί και να επεκταθεί το κτίριο στη σημερινή του τοποθεσία. Το Δημοτικό Συμβούλιο της Γενεύης ενέκρινε ομόφωνα το έργο στις 21 Μαρτίου 2007.[8]

Το νέο κτίριο του μουσείου σε σχήμα παγόδας εγκαινιάστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2014, μετά από τέσσερα χρόνια κατασκευαστικών εργασιών. Οι γκαλερί και ένα αμφιθέατρο βρίσκονται στο υπόγειο, η καφετέρια, το μουσείο και το εκδοτήριο εισιτηρίων βρίσκονται στο ισόγειο, με θέα στον κήπο. Στον επάνω όροφο υπάρχουν εργαστήρια αποκατάστασης και πολιτιστικής ενημέρωσης, καθώς και η βιβλιοθήκη, η οποία πήρε το όνομά της από μια γενναιόδωρη προστάτιδα, τη Μαρί Μαντλέν Λανκού. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει έναν μικρό χώρο για να μπορεί κάποιος ν' ακούσει μουσική από όλα τα μέρη του κόσμου. Το παλιό κτίριο έχει επίσης ανακαινιστεί και τώρα στεγάζει τα γραφεία και τα εργαστήρια εθνομουσικολογίας. Τα τρία κτίρια του συνόλου - το παλιό μουσείο, το νέο μουσείο και ένα δημοτικό σχολείο - περικλείουν μια μικρή πλατεία φυτεμένη με δέντρα και λουλούδια.[9]

Συλλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγαλματίδιο ελέφαντα, ανάγλυφο ασήμι, Ινδία (19ος αιώνας).
Ιαπωνικό κράνος του 15ου αιώνα.

Το μουσείο διατηρεί 74.000 αντικείμενα, 20.000 φωνογραφήματα και 100.000 φωτογραφικά μέσα. Το μουσείο επέλεξε να εκθέσει μόνιμα 1.000 επιλεγμένα κομμάτια.

Η είσοδος της μόνιμης έκθεσης συγκεντρώνει εξωτικά αντικείμενα, έργα τέχνης που γίνονται αντιληπτά για την αγοραία αξία τους και αντικείμενα που έχουν συλλεγεί από τους ιεραπόστολους και τους επιστήμονες. Δίπλα, βρίσκεται η εγκατάσταση με βίντεο του σύγχρονου καλλιτέχνη Άνζ Λετσιά.

Αφρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στις μάσκες και στα γλυπτά, υπάρχουν λίγα δισδιάστατα έργα. Υπογράφονται από πρωτοπόρους καλλιτέχνες του μεγάλου κινήματος της αφρικανικής εικαστικής τέχνης, ζωγράφους και σχεδιαστές: πολιτική νωπογραφία από την Αιθιοπία, καμβάδες του Ρατζονά, ενός καλλιτέχνη από τη Μαδαγασκάρη από τις αρχές του 20ου αι., ή ακόμη και του Κονγκολέζου υδατογραφιστή Άλμπερτ Λουμπάκι, του οποίου τα πολύχρωμα έργα έχουν εκτεθεί στην Ευρώπη τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Τέλος, εκτίθεται μια σύνθεση από πορτρέτα βασιλιάδων του Καμερούν του Καμερουνέζου καλλιτέχνη Ιμπραχήμ Νζογιά (1890-1960), με ένα πορτρέτο του ίδιου στο κέντρο.[10]

Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτίθεται συλλογή αντικειμένων από την Ιαπωνία και συλλογή γλυπτών από τη Νότια Ινδία, όπως επίσης ο μποντισάτβα του Αβαλοκιτεσβάρα, με το ύψος του 190 εκατοστά.

Αμερική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάζο σε σχήμα ανθρώπινου κεφαλιού (Περού, μεταξύ 3ου και 4ου αι.).
Ναγκασβαράμ ή Ναντασβαράμ (όμποε), Ινδία, τέλη 20ου αιώνα.

Εκτίθενται προκολομβιανά αντικείμενα ή πολιτιστικά αντικείμενα του Αμαζονίου. Επίσης υπάρχουν αντικείμενα από τον Βορρά, όπως ένας τελετουργικός κάδος από μια κοινωνία των Ινουίτ που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της φαλαινοθηρίας.

Ωκεανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτίθενται αντικείμενα από τη Νέα Γουινέα και την Αυστραλία. Ο Ουζέν Πιτάρ θεωρούσε την κάπα με πούπουλα "ahu'ula" ως το πιο πολύτιμο κομμάτι στο μουσείο του: αποτελείται από χιλιάδες μικρά φτερά από πουλιά που ζούσαν στα νησιά της Χαβάης. Φοριόταν από τον αρχηγό κατά τη διάρκεια τελετών ή μάχης, πιστευόταν ότι είχε προστατευτική δύναμη.

Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πιτάρ είχε ήδη εργαστεί για να διασφαλίσει ότι αντικείμενα από ευρωπαϊκούς λαϊκούς πολιτισμούς θα συμπεριληφθούν στον κατάλογο. Χάρη σε συνεργασίες και επιστημονικές ανταλλαγές, το τμήμα διατηρεί συλλογές από 46 χώρες ή πολιτιστικές περιοχές, όπου αντιπροσωπεύονται ακόμα και τα Βαλκάνια και το τόξο των Άλπεων.

Εθνομουσικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μουσείο διαθέτει τμήμα εθνομουσικολογίας με αίθουσα μουσικής στη βιβλιοθήκη πολυμέσων, με μεγάλη συλλογή μουσικών ηχογραφήσεων που χρονολογούνται από τις αρχές του 20ου αιώνα (16.000 ώρες μουσικής).[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. NMVW-collection website. Ανακτήθηκε στις 16  Ιανουαρίου 2021.
  2. Swiss GLAM Inventory, 16 September 2016. 16  Σεπτεμβρίου 2016.
  3. Swiss Inventory of Cultural Property of National Significance, February 2017. Φεβρουάριος 2017.
  4. «MEG». www.ville-ge.ch. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  5. «Campus». www.unige.ch (στα Γαλλικά). 20 Απριλίου 2007. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  6. «Parc Mon Repos». www.geneve.ch (στα Γαλλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  7. «Editorial» (PDF). Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  8. "Rapport de la commission des arts et de la culture chargée d'examiner la proposition du Conseil administratif du 1 er novembre 2006 en vue de l'adoption d'un projet de résolution relatif au projet d'agrandissement et de rénovation du Musée d'ethnographie (PR-513 A) 1 ." [Report of the commission of arts and culture charged with examining the proposal of the administrative Council of the 1 November 2006 for the adoption of a draft resolution relating to the expansion and renovation of the Museum of Ethnography], Mémorial des séances du conseil municipal de la ville de Genève (in French), City of Geneva, 164e année (51), pp. 6039–6071
  9. «MEG». web.archive.org. 19 Αυγούστου 2014. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  10. «MEG». www.ville-ge.ch. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021. 
  11. «Le nouveau Musée d’ethnographie de Genève fête son inauguration trois jours durant» (στα γαλλικά). Le Temps. 2014-10-30. ISSN 1423-3967. https://www.letemps.ch/culture/nouveau-musee-dethnographie-geneve-fete-inauguration-trois-jours-durant. Ανακτήθηκε στις 2021-11-11. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]