Can (συγκρότημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Can
Πληροφορίες
Καταγωγή Κολωνία, Γερμανία
Eίδος Krautrock
Παρουσία 1968-1979, 1986, 1991
Δισκογραφική εταιρεία Mute
Spoon
United Artists
Μέλη
Holger Czukay
Michael Karoli (απεβ.)
Jaki Liebezeit
Irmin Schmidt
Πρώην μέλη
Malcolm Mooney
Damo Suzuki
Rosko Gee
Rebop Kwaku Baah (απεβ.)

Οι Can ήταν ένα συγκρότημα πειραματικού ροκ που δημιουργήθηκε στη Γερμανία το 1968. Περιέγραφαν το γκρουπ τους ως μια αναρχική κοινότητα και δημιουργούσαν μουσική περισσότερο μέσα από αυτοσχεδιασμό και επεξεργασία του ηχογραφημένου υλικού, αλλά είχαν μεγάλη επιρροή σε μελλοντικά συγκροτήματα της ροκ και της ηλεκτρονικής μουσικής. Θεωρούνται ως το καλύτερο από τα συγκροτήματα του μουσικού ρεύματος Krautrock και από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες στο χώρο της πειραματικής μουσικής, στη πρόσφατη μουσική ιστορία.

(1968-1979) Περίοδος δράσης του συγκροτήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στην Κολωνία το 1968 με αρχικό όνομα το "Inner Space" και αποτελούνταν από τους Holger Czukay στο μπάσο, Irmin Schmidt στα keyboards (και οι δύο ήταν δάσκαλοι μουσικής που είχαν μαθητεύσει υπό τον Karlheinz Stockhausen), Michael Karoli στην κιθάρα (μαθητής του Czukay), και Jaki Liebezeit στα ντραμς (είχε ειδίκευση στην jazz), μαζί με το αρχικό μέλος David Johnson.

Το φθινόπωρο του 1968, ο Αμερικανός τραγουδιστής Malcolm Mooney έγινε μέλος του συγκροτήματος και μαζί του ηχογράφησαν το άλμπουμ Monster Movie, το οποίο κυκλοφόρησε το 1969. Ήταν πολύ δημιουργικός, πολύ ρυθμικός αλλά συχνά διαπληκτιζόταν με τα υπόλοιπα μέλη. Τα φωνητικά του ήταν αρκετά περίεργα, συχνά πλησίαζαν ψυχωτικές κραυγές, πολύ διαφορετικά από το μινιμαλιστικό στυλ της μουσικής, το οποίο είχε επιρροές από τους Velvet Underground, Τζέιμς Μπράουν και Pink Floyd. Βασίζονταν πολύ στις επαναλήψεις, ιδιαίτερα στα ντραμς και το μπάσο, και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο 20λεπτο κομμάτι "Yoo Doo Right", το οποίο αρχικά ήταν ένας εξάωρος αυτοσχεδιασμός. Αυτό το τραγούδι, όπου ο Mooney ουρλιάζει τους στίχους, οι οποίοι φαίνονται να είναι φράσεις από ένα ερωτικό γράμμα, έγινε διασκευή σε πιο σύντομη μορφή από τους The Geraldine Fibbers, Thin White Rope και άλλους.

Λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Mooney επέστρεψε στην Αμερική μετά την προτροπή ενός ψυχιάτρου, σύμφωνα με το μύθο, και αντικαταστάθηκε με τον περισσότερο ήπιο Damo Suzuki, ένα Γιαπωνέζο ταξιδιώτη που βρήκαν αραγμένο έξω από μια καφετέρια. Ο πρώτος δίσκος με αυτόν τον τραγουδιστή ήταν το Soundtracks (1970). Το στυλ του Suzuki ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό του Mooney: ήταν πολύγλωσσος (ισχυριζόταν ότι μιλούσε τη "γλώσσα της λίθινης εποχής"), πολλές φορές ακαταλαβίστικος (το στυλ του ήταν μερικώς επηρεασμένο από τη Γιόκο Όνο), ενώ πρόσθεσε το υλικό που έλειπε από μια σειρά ποπ τραγουδιών. Στο άλμπουμ περιέχονταν και δύο τραγούδια που είχαν ηχογραφηθεί με τον Mooney, ανάμεσα τους και ένα αναπάντεχο πέρασμα στη μελωδική τζαζ ("She Brings the Rain").

Τα επόμενα χρόνια, οι Can κυκλοφόρησαν τα πιο σημαντικά τους έργα, τα οποία θεωρούνται ορόσημα για το μουσικό ρεύμα Krautrock. Ενώ τα προηγούμενα τους άλμπουμ είχαν περισσότερο παραδοσιακές δομές τραγουδιών, σε αυτά κάνουν στροφή προς ένα πιο ρευστό αυτοσχεδιαστικό στυλ. Το Tago Mago (1971) είναι ένα πρωτοποριακό, μη συμβατικό άλμπουμ που επηρέασε πολλούς μελλοντικούς καλλιτέχνες. Περιείχε έντονα ρυθμικά ντραμς (με στυλ τζαζ), αυτοσχεδιασμούς στην κιθάρα και σόλο στα keyboards (πολλές φορές έδεναν κιθάρα και keyboards), εκτεταμένη επεξεργασία των κασετών ηχογράφησης και τα εκκεντρικά φωνητικά του Suzuki. Οι κριτικοί της εποχής εξύμνησαν το ρυθμικό χαρακτήρα του άλμπουμ: ένας κριτικός έγραψε ότι "ένα μεγάλο μέρος του άλμπουμ είναι βασισμένο στον έντονο αυτοσχεδιασμό πάνω μια υπνωτική ρυθμική δομή" [1]. Ένας άλλος γράφει ότι "το κομμάτι Halleluwah τους βρίσκει να δημιουργούν ένα τερατώδη ρυθμό trance/funk μουσικής" [2].

Μετά το Tago Mago κυκλοφόρησαν το Ege Bamyasi (1972). Ήταν ένας πιο προσιτός δίσκος, αλλά δεν έχανε τον avant-garde χαρακτήρα του. Περιείχε το "Vitamin C" και το "Spoon", το οποίο μπήκε στο γερμανικό Top 40. Το επόμενο άλμπουμ τους ήταν το Future Days (1973), ένας δίσκος με μικρές φιλοδοξίες αλλά ήρεμα πολυσύνθετος. Είναι ένα από τα πρώτα δείγματα ambient μουσικής και κριτικά ο πιο πετυχημένος τους. Στο δίσκο περιέχεται και το αναπάντεχα ποπ τραγούδι "Moonshake". Από τα ονόματα που έδωσαν σε αυτή τη σειρά δίσκων και τις αναφορές που περιέχουν σε γλώσσες και παραδόσεις άλλων λαών, φαίνεται ότι τα μέλη του συγκροτήματος είχαν έντονο ενδιαφέρον για τη παγκόσμια μουσική.

O Suzuki έφυγε το 1973 για να γίνει Μάρτυρας του Ιεχωβά, οπότε ο Karoli και ο Schmidt ανέλαβαν τα φωνητικά. Και οι δύο ήταν ικανοί, αλλά όχι ιδιαίτερα ξεχωριστοί τραγουδιστές, ειδικά αν τους συγκρίνει κανείς με την τρελή ενέργεια του Mooney ή το χαλαρό στυλ του Suzuki. Στις ζωντανές τους εμφανίσεις, με δεδομένη την απουσία τραγουδιστή, έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στη μουσική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι παραστάσεις τους να είναι μοναδικές, γιατί είχαν αναπτύξει την ευχέρεια να αυτοσχεδιάζουν για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να έχουν κάποιο κεντρικό θέμα.

Το άλμπουμ Soon Over Babaluma (1974) ήταν η συνέχεια του ambient στυλ του Future Days, μαζί με ένα μέρος του πειραματικού στυλ του Tago Mago και του Ege Bamyasi. Το 1975 οι Can υπέγραψαν συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Virgin Records στη Μεγάλη Βρετανία και με την EMI/Harvest στη Γερμανία. Με τα άλμπουμ Landed (1975), Flow Motion (1976), Saw Delight (1977) και Out of Reach (1978), οι Can κινήθηκαν προς ένα πιο συμβατικό στυλ μουσικής. Το single "I Want More" από Flow Motion είχε έντονα ντίσκο στοιχεία και έγινε η μοναδική τους επιτυχία έξω από τα σύνορα της Γερμανίας.

Το 1977 ο Rosko Gee (πρώην μπασίστας των Traffic) και ο Reebop Kwaku Baah (κρουστά) έγιναν μέλη των Can, εξωθώντας τον Holger Czukay, ο οποίος είναι τώρα ένα από τα πιο γνωστά πρώην μέλη τους, προς το περιθώριο της δραστηριότητας του γκρουπ. Ουσιαστικά χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το wave table, ένα τραπέζι που περιείχε ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων, συσκευές που έβγαζαν ήχους κώδικα Μορς, κασετόφωνα και άλλα αντικείμενα. Ο Czukay αποχώρησε στα τέλη του 1977 και δεν εμφανίστηκε στα άλμπουμ Out Of Reach (1978) και Can (1979) – αν και συμμετείχε για λίγο στην παραγωγή του τελευταίου. Έκτοτε, το συγκρότημα απαρνήθηκε το δίσκο Out Of Reach από τη δισκογραφία του και τον διέγραψε από τη σχετική λίστα στην ιστοσελίδα τους. Οι Can διαλύθηκαν ήσυχα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αλλά μετά επανασυνδέθηκαν για έκτακτες περιπτώσεις.

(1980-...) Επόμενα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, τα μέλη των Can συμμετείχαν σε διάφορες μουσικές δραστηριότητες, με τον Czukay να φαίνεται ότι είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία. Το 1986 επανασυνδέθηκαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, με τραγουδιστή τον Mooney και όχι τον Suzuki, για να ηχογραφήσουν το Rite Time (κυκλοφόρησε το 1989). Το ίδιο συνέβη το 1991, για να ηχογραφήσουν ένα κομμάτι για την ταινία Until the End of the World του Βιμ Βέντερς. Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει πολλές συλλογές, άλμπουμ με ηχογραφήσεις ζωντανών παραστάσεων και η μουσική τους έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σαν δείγμα (samples).

Το 1999, τα τέσσερα αρχικά μέλη των Can, οι Holger Czukay, Michael Karoli, Jaki Liebezeit και Irmin Schmidt, συμμετείχαν στην παράσταση "Can-Solo-Projects", όπου έπαιξαν ο καθένας ξεχωριστά από τον άλλον, με τα δικά τους σχήματα:

  • Michael Karoli - Sofortkontakt
  • Jaki Liebezeit & Club Off Chaos
  • Irmin Schmidt & Kumo
  • Holger Czukay & U-She

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το βρετανικό συγκρότημα Radiohead έπαιξε διασκευές του τραγουδιού Thief κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους για το άλμπουμ Kid A. Σύμφωνα με μαρτυρίες, το έπαιξαν τουλάχιστον 9 φορές από το 2000 έως το 2001.
  • Ο Michael Karoli πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 2001 από καρκίνο.
  • Ο Irmin Schmidt ξεκίνησε μια συνεργασία με τον καταξιωμένο ντράμερ Martin Atkins και δημιούργησαν ένα remix για το industrial συγκρότημα The Damage Manual, και μια διασκευή του Banging the Door για ένα άλμπουμ φόρο τιμής στους Public Image Ltd. Και τα δύο κυκλοφόρησαν μέσω της εταιρείας του Atkins, την Invisible Records.
  • Το 2004, το συγκρότημα άρχισε να κάνει remaster τη δισκογραφία του, σε μορφή Super Audio CD. Μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει τα πρώτα επτά στούντιο άλμπουμ τους, καθώς και τη συλλογή Unlimited Edition.
  • Έχει κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ φόρος τιμής στους τραγουδιστές Mooney και Suzuki, με τίτλο The Mooney Suzuki.
  • Το δημοφιλές ανεξάρτητο συγκρότημα Spoon έχουν πάρει το όνομα τους από το ομώνυμο τραγούδι των Can.

Μέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυρίως μέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Holger Czukay (γεν. 24 Μαρτίου 1938): Μπάσο, μηχανικός ήχου και χειριστής ηλεκτρονικού εξοπλισμού (1968-1977, 1986).
  • Michael Karoli (γεν. 29 Μαρτίου 1948; Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 2001): Κιθάρα, φωνητικά και βιολί.
  • Jaki Liebezeit (γεν. 1939): ντραμς και κρουστά.
  • Irmin Schmidt (γεν. 29 Μαίου 1937): Keyboards και φωνητικά.
  • Malcolm Mooney: Φωνητικά (1968-1970, 1986-1991).
  • Damo Suzuki (γεν. 16 Ιανουαρίου 1950) Φωνητικά (1970-1973).

Δευτερεύοντα μέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • David Johnson: Διάφορα ασυνήθιστα μουσικά όργανα και ήχοι, χειρισμός ηλεκτρονικού εξοπλισμού και επεξεργασία κασετών ηχογράφησης (1968).
  • Manni Löhe: Φωνητικά, κρουστά και φλάουτο (1968).
  • Rosko Gee: Μπάσο και φωνητικά (1977-1979).
  • Rebop Kwaku Baah: Κρουστά (1977-1979).
  • Michael Cousins: Φωνητικά (April 1976).

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλμπουμ στο Στούντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Monster Movie (Liberty, 1969)
  • Soundtracks (Liberty, 1970)
  • Tago Mago (United Artists, 1971)
  • Ege Bamyasi (United Artists, 1972)
  • Future Days (United Artists, 1973)
  • Soon Over Babaluma (United Artists, 1974)
  • Landed (Virgin, UK/Harvest, Ger., 1975)
  • Flow Motion (Virgin, UK/Harvest, Ger., 1976)
  • Saw Delight (Virgin, UK/Harvest, Ger., 1977)
  • Out of Reach (Harvest, 1978)
  • Can (Harvest, 1979)
  • Rite Time (Mercury, 1989)

Τα πρώτα επτά άλμπουμ έχουν επανακυκλοφορήσει ως remaster σε SACDs.

Singles[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Kama Sutra"/"Null" (Music Factory, 1968)
  • "She Brings The Rain"/"Deadlock" (Liberty, 1970)
  • "Turtles Have Short Legs"/"Halleluwah" (Liberty, 1971)
  • "Spoon"/"Shikaro Maru Ten" (United Artists, 1972)
  • "Moonshake"/"Splash" (United Artists, 1973)
  • "Dizzy Dizzy"/"Come Sta La Luna" (United Artists, 1974)
  • "I Want More"/"..and More" (Virgin, 1976)
  • "Silent Night"/"Cascade Waltz" (Virgin, 1976)
  • "Don't Say No"/"Return" (Virgin, 1977)
  • "Can-Can"/"Aspectacle" (Harvest, 1979)

Collection albums[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Limited Edition (United Artists, 1974) – συλλογή με σπάνιες ηχογραφήσεις της περιόδου 1968-1974
  • Unlimited Edition (Virgin, UK/Harvest, Ger., 1976) - συλλογή με σπάνιες ηχογραφήσεις της περιόδου 1968-1975
  • Delay 1968 (Spoon, 1981) - 1968-1969 σπάνιες ηχογραφήσεις και διάφορα αποσπάσματα
  • Peel Sessions (Strange Fruit, 1995) – συλλογή με ηχογραφήσεις της περιόδου 1973-1976 για την εκπομπή John Peel Show του BBC
  • Radio Waves (Sonic Platten, 1997) – συλλογή με ζωντανές και σπάνιες ηχογραφήσεις της περιόδου 1969-1972
  • Live (Spoon, 1999) – συλλογή με ζωντανές παραστάσεις της περιόδου 1972-1977 (αρχικά είχε κυκλοφορήσει ως μέρος του Can Box, μια ανθολογία με cd/βίντεο/κείμενο)

Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το Unlimited Edition ως remaster σε SACD.

Συλλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Opener (Sunset, 1976) – συλλογή με υλικό από άλμπουμ της περιόδου 1972-1974
  • Cannibalisms (United Artists, 1978) - συλλογή με υλικό από άλμπουμ της περιόδου 1969-1974
  • Incandenscence (Virgin, 1983) - συλλογή με υλικό από άλμπουμ της περιόδου 1969-1977
  • Cannibalism 2 (Spoon, 1992) - συλλογή με υλικό από άλμπουμ της περιόδου 1974-1981
  • Anthology (Spoon, 1993) - συλλογή με υλικό από άλμπουμ και soundtracks της περιόδου 1968-1991
  • Cannibalism 3 (Spoon, 1993) - συλλογή με υλικό ως συγκρότημα και ως σόλο καλλιτέχνες της περιόδου 1979-1991

Bootlegs[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Prehistoric Future, Paris 1968
  • Mother Sky Berlin, Waldbühne 1971
  • University Of Essex, Colchester, UK 8-5-72
  • Horror Trip in the Paper House Köln 03.02.72
  • Live at Paris Olympia, France 1973
  • Live at Sussex University, Brighton, November 1975
  • Live at Stuttgart 31.10.1975
  • Live at Hannover 4.11.1976
  • London und Grenoble Live 1976

Ταινίες και μαγνητοσκοπήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (1972) Free Concert
  • (1998) The Can Documentary
  • (1999) The Can Box (Ανθολογία, περιέχει ένα ντοκιμαντέρ για τους Can, το Free Concert, δύο CD με ζωντανές παραστάσεις και ένα βιβλίο)
  • (2004) The Can DVD (2 DVD με υλικό των Can και ένα CD ήχου με υλικό ως σόλο καλλιτέχνες)

Remasters[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλες οι επανεκδόσεις των αρχικών τους άλμπουμ σε remaster (κυκλοφόρησαν από την Spoon Records).

  • Monster Movie
  • Soundtracks
  • Tago Mago
  • Ege Bamyasi
  • Future Days
  • Soon Over Babaluma
  • Unlimited Edition
  • Landed

Soundtracks[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (1968) Kama Sutra
  • (1969) Ein Großer graublauer Vogel
  • (1970) Creem
  • (1970) Deadlock
  • (1970) Deep End
  • (1972) Tatort - Tote Taube in der Beethovenstraße
  • (1973) Alice in den Städten
  • (1991) Until the End of the World
  • (2002) Morvern Callar

Ενδιαφέρουσες πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το τραγούδι "Spoon"(1972) μπήκε στη λίστα με τα 40 πιο εμπορικά τραγούδια στη Γερμανία, και χρησιμοποιήθηκε στη τηλεοπτική παραγωγή του Samuel Fuller Tatort - Tote Taube in der Beethovenstraße και πιο πρόσφατα, στην ταινία Morvern Callar (2004) της Lynne Ramsay.
  • Όταν δημιουργούσαν μουσική για ταινίες, μόνο ο Irmin Schmidt έβλεπε το έργο και μετά έδινε στα υπόλοιπα μέλη μια γενική περιγραφή. Αυτό βοήθησε ώστε τα soundtrack τους να μπορούν να σταθούν και αυτόνομα σαν δίσκοι.
  • Αν και η μουσική τους ήταν πρωτοποριακή για τα στάνταρ της εποχής, οι Can δεν κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν πολυκάναλο σύστημα ηχογράφησης πριν το 1975.
  • Η Hildegard, σύζυγος του Irmin Schmidt, ήταν ο μάνατζερ του συγκροτήματος από το 1974 και υπεύθυνη για όλες τις οικονομικές τους υποθέσεις.
  • Η παρθενική εμφάνιση του Damo Suzuki ως τραγουδιστής των Can το 1970 ήταν επεισοδιακή: σε μια ζωντανή εμφάνιση, τα φωνητικά του ήταν πολύ περίεργα και φόβισε ένα ακροατήριο τόσο πολύ που παραλίγο να εξεγερθούν. Ο Ντέιβιντ Νίβεν, πρωταγωνιστής της ταινίας Pink Panther, ήταν ανάμεσα στους θαμώνες που παρέμειναν, περίεργοι για το τι θα ακούσουν αργότερα.
  • Μετά την αποχώρηση του Damo Suzuki, οι Can έκαναν κάποιες προσπάθειες για να βρουν αντικαταστάτη του, αλλά κανένας δεν ταίριαζε με το συγκρότημα. Ένας υποψήφιος, ο Michael Cousins, συμμετείχε στην περιοδεία τους τον Απρίλιο του 1976, αλλά το κοινό τον απέρριψε (κάποιοι τον έφτυναν στη σκηνή). Η μοναδική ηχογράφηση με τον Cousins είναι το bootleg Live Hannover 1976.
  • To 1976, o Tim Hardin, τραγουδιστής folk, συνεργάστηκε με τους Can για να ηχογραφήσει την κλασική του επιτυχία The Lady Came From Baltimore.
  • Ο John LydonJohnny Rotten), πρώην μέλος των Sex Pistols, δημιούργησε τους Public Image Limited, αντιγράφοντας την αρχική σύνθεση των Can. Επίσης, ήθελε να γίνει μέλος του γκρουπ το 1979, όταν το γκρουπ διαλύθηκε.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Rock: The Rough Guide (2η έκδοση), Penguin, 1999.
  • Martin C. Strong's Great Rock Discography (5η έκδοση), MOJO Books, 2000.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]