Φοντύ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φοντύ Σαβουαγιάρ

Με τον όρο φοντύ (ή φοντί, γαλλ. fondue) αναφέρεται μια πλειάδα συνταγών της γαλλικής κουζίνας, οι οποίες, όπως το προσδιορίζει και η λέξη (fondue=λιωμένο), αφορούν λιωμένα μίγματα.

Από τις πρώτες καταγραφές του φοντύ, ήταν αυτή του Μπριγιά Σαβαρέν, στην Φυσιολογία της Γεύσης. Εκεί, ο μεγάλος συγγραφέας αναφέρει το φοντύ φτιαγμένο με αυγά μπρουγιέ και τριμμένο τυρί. Στη σύγχρονη μαγειρική λέγοντας φοντύ εννοούμε συγκεκριμένη παρασκευή, η οποία φτιάχνεται στο τραπέζι με τη βοήθεια καμινέτου. Υπάρχουν δύο ειδών φοντύ: αυτά με κύριο συστατικό το τυρί, λεγόμενα και Σαβαγιάρ (με καταγωγή από τη Σαβοΐα) και αυτά με κύριο συστατικό το κρέας, τα οποία λέγονται και Μπουργκινιόν (με καταγωγή από τη Βουργουνδία).

Στο φοντύ Μπουργκινιόν, το σκεύος του καμινέτου περιέχει καυτό λάδι και συνοδεύεται με κύβους κρέατος και σάλτσα, η οποία συνήθως πωλείται έτοιμη στο εμπόριο. Οι συνδαιτυμόνες χρησιμοποιούν ειδικά πηρούνια με μακριά λαβή, βουτάνε κύβους κρέατος στο λάδι και κατόπιν στη σάλτσα. Το κρέας που προτείνεται είναι το βοδινό φιλέτο ή το κόντρα φιλέτο.

Στο φοντύ Σαβουαγιάρ, το σκεύος του καμινέτου περιέχει λιωμένα τυριά μαζί με άσπρο κρασί και κιρς. Αντί για κρέας, το συγκεκριμένο φοντύ συνοδεύεται με κύβους μπαγιάτικου ψωμιού. Τα τυριά που προτείνονται είναι ένα με πλήρη λιπαρά και ένα ελαφρύ. Ένας καλός συνδυασμός είναι π.χ. η γραβιέρα και το έμενταλ, το οποίο συνιστά και τη συνταγή για το φοντύ τύπου Νεσατέλ. Άλλες περιοχές της Γαλλίας, της Ελβετίας και της Ελβετίας χρησιμοποιούν διαφορετικά μείγματα τυριών, συχνά με την προσθήκη αυγού, κρέμας ή γάλατος, ενώ κάποιοι τύποι φοντύ περιλαμβάνουν και λαχανικά, όπως πατάτα και τομάτα, ή καρπούς (τρούφα στην ιταλική εκδοχή ονόματι φοντούτα).

Τέλος, διαδεδομένο είναι στις μέρες μας και το φοντύ με σοκολάτα, στο οποίο το μείγμα περιλαμβάνει τύπους σοκολάτας και λικέρ ή καφέ· συνοδεύεται με κομμάτια φρούτων ή μπισκότα, ενώ κάποιες παραλλαγές του αντικαθιστούν τη σοκολάτα με μέλι, καραμέλα ή και ζαχαρωτά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Larousse Menager, Librairie Larousse, 1926
  • Larousse Gastronomique, Librairie Larouse, 1938