Φαρμακογνωσία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Φαρμακογνωσία αποτελεί επιμέρους επιστημονικό κλάδο της Φαρμακολογίας με αντικείμενο έρευνας και μελέτης τα διάφορα προϊόντα φυτικής, ή ζωικής, η χημικής προέλευσης, όπως αυτά υφίστανται στη φύση και παρουσιάζουν φαρμακευτικές ιδιότητες, ή αλλιως δρόγες. Εκ της εξ αυτών έρευνας, ακολούθως μελετά τη σύνθεση, παραγωγή και χρήση βιολογικών φαρμακευτικών ουσιών.

Τον διεθνή σήμερα όρο "φαρμακογνωσία" που προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις "φάρμακο" (φάρμακον) + "γνώση" (γνῶσις) εισήγαγε για πρώτη φορά στον επιστημονικό χώρο ο Αυστριακός ιατρός Schmidt το 1811 με το τιτλο "Lehrburch der Materia Medica",τον οποίο και ακολούθησε το 1815 ο Crr. Anotheus Seydler με σύγγραμμά του υπό τον τίτλο "Analecta Pharmacognostica" και το 1832 του Martius με το τιτλο "Grundriss der Pharmakognosie des Pflanzenreiches" . Στη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα ο όρος «Φαρμακογνωσία» αποδιδόταν με την έννοια της γνώσης των διαφόρων φυσικών φαρμάκων, κυρίως φυτικής προέλευσης όπως τα βότανα καλούμενα τότε και ως "αργά φάρμακα" και εξ αυτού και η φαρμακογνωσία ως επιστήμη των αργών φαρμάκων. Υπό την έννοια αυτή τα πρώτα συγγράμματα φαρμακογνωσίας προέρχονται από αρχαίους Έλληνες ιατρούς και ιδιαίτερα βοτανολόγους.

Με την παράλληλη δε ανάπτυξη της Βοτανικής η Φαρμακογνωσία άρχισε ν΄ αναπτύσσεται θεαματικά θέτοντας έτσι σε συνεχή τροποποίηση ευρύτερου ορισμού του κλάδου αυτού προκειμένου να συμπεριλάβει τους νεότερους τομείς ελέγχου και ανάπτυξης. Έτσι ακόμα και τα φάρμακα που προέρχονται από παραπάνω έρευνα να χαρακτηρίζονται "φαρμακογνωστικά". Στη σύγχρονη φαρμακογνωστική έρευνα περιλαμβάνονται εκτός από φυτά και ζωικά παράγωγα, υδρόβιοι και θαλάσσιοι οργανισμοί, διάφοροι οργανισμοί εδάφους, βακτήρια, μύκητες κ.ά.

Στην έρευνα του κλάδου αυτού συμβάλει επίσης ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών κλάδων Βιολογίας, Ιατρικής, Χημείας, Βοτανικής κ.ά.

Βλέπετε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.59ος, σελ.177.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]