Τσέζαρε Λομπρόζο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τσέζαρε Λομπρόζο

Ο Τσέζαρε Λομπρόζο (εξελληνισμένο: Καίσαρας Λομπρόζο, πραγματικό όνομα:Ezechia Marco Lombroso, 6 Νοεμβρίου 1835 - 19 Οκτωβρίου 1909) ήταν Ιταλός ιατρός, ανθρωπολόγος, πανεπιστημιακός καθηγητής και εγκληματολόγος.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Τσέζαρε Λομπρόζο γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 1835 στη Βερόνα. Καταγόταν από εβραϊκή ευκατάστατη οικογένεια. Το 1852 ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας, τις οποίες τελείωσε το 1858. Την περίοδο του Αυστρο-ιταλικού πολέμου του 1859 υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός. Το 1866 έγινε λέκτορας του Πανεπιστημίου της Παβίας και αργότερα έγινε καθηγητής ψυχολογίας και ιατροδικαστικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο.

Αργότερα, ο Λομπρόζο έγινε διευθυντής στο άσυλο του Πεζάρο, γεγονός που αποδείχθηκε μια θαυμάσια και εποικοδομητική εμπειρία γι' αυτόν. Εκείνη την περίοδο ετοίμασε και παρουσίασε στις αρμόδιες υπουργικές αρχές μια πρόταση που αφορούσε την ίδρυση ασύλων για διανοητικά διαταραγμένα άτομα που είχαν διαπράξει έγκλημα και για επικίνδυνα διανοητικά διαταραγμένα άτομα.

Στις 10 Απριλίου του 1870 παντρεύτηκε τη Νίνα ντε Μπενεντέτι και απέκτησαν πέντε παιδιά. Το δεύτερο παιδί του, η Τζίνα Λομπρόζο, έγραψε αργότερα τη βιογραφία του. Πέθανε το 1909 σε ηλικία 74 ετών.

Οι μελέτες του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Τσέζαρε Λομπρόζο έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις μελέτες και τις θεωρίες του πάνω στο πεδίο της χαρακτηρολογίας ή της σχέσης ανάμεσα στα πνευματικά και στα σωματικά χαρακτηριστικά. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την έννοια του «εγκληματικού μυαλού» και τόνισε τη σημασία της επιστημονικής μελέτης του. Η θεωρία του έγινε αργότερα γνωστή ως «εγκληματολογική ανθρωπολογία».

Στην αρχή της ιατρικής του σταδιοδρομίας ως νέος γιατρός ταξίδευε στην επαρχία της Λομβαρδίας διανέμοντας στους χωρικούς φυλλάδια με οδηγίες για την πρόληψη ασθενειών, τα οποία είχε τυπώσει με δικά του έξοδα. Από τότε άρχισε να αναπτύσσει ενδιαφέρον για τους φτωχούς, τους περιθωριοποιημένους και τους παράφρονες. Κατόπιν, ως στρατιωτικός γιατρός μετατέθηκε στην Καλαβρία για τρεις μήνες και εκεί μελέτησε τους κατοίκους, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους.

Το ενδιαφέρον του για το έγκλημα ξεκίνησε το 1864, όταν μελετούσε τα τατουάζ στα χέρια των στρατιωτών και τις υποτιμητικές φράσεις (επίσης με τη μορφή τατουάζ) οι οποίες ξεχώριζαν τον «έντιμο από τον μη έντιμο στρατιώτη». Ο Λομπρόζο διαπίστωσε ότι τα τατουάζ από μόνα τους δεν επαρκούσαν για την κατανόηση της φύσης των εγκληματιών και θεώρησε ότι ήταν απαραίτητο να προσδιορίσει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του μη φυσιολογικού ατόμου, δηλαδή του εγκληματία και του παράφρονα, μέσω της εμπειρικής μεθόδου. Έτσι ξεκίνησε λεπτομερείς ανθρωπομορφικές μελέτες σε πτώματα και επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στο σχήμα του κρανίου ως ένδειξη ύπαρξης κάποιας ανωμαλίας. Τέτοιου είδους μελέτες είχαν πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά από τον γερμανό γιατρό Φρανς Γιόζεφ Γκαλ, ο οποίος είχε ασχοληθεί με την κρανιολογία, την χαρακτηρολογία και την έμφυτη κοινωνιοπαθολογία.

Οι μελέτες του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συσχετίσεις μεταξύ των χαρακτηριστικών του κρανίου και των εγκληματικών ιδιοσυγκρασιών. Ο εγκληματίας για το Λομπρόζο είναι περισσότερο άρρωστος παρά ένοχος. Ο Λομπρόζο κατέταξε τους εγκληματίες σε τέσσερις κατηγορίες:

  • τους εκ γενετής, που χαρακτηρίζονται από ανατομικά φυσιολογικά και ψυχολογικά στίγματα
  • τους ψυχοπαθείς
  • τους από τις περιστάσεις και
  • τους εγκληματίες από πάθος.

Ο Λομπρόζο κατέληξε να πιστεύει ότι το έγκλημα είναι «προνόμιο» της ανθρώπινης φύσης, η τάση προς το έγκλημα είναι γενετικό χαρακτηριστικό και ο δυνάμει εγκληματίας -απόγονος όμοιων του- είναι δυνατόν να αναγνωριστεί από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου και του κρανίου του.

Τα έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κυριότερο έργο του, «Ο Εγκληματίας άνθρωπος», εκδόθηκε το 1876. Σε αυτό, βασιζόμενος σε παρατηρήσεις του από τη συμπεριφορά των ζώων, των αρχαίων λαών και των άγριων φυλών, απέδωσε το έγκλημα σε αταβισμό, δηλαδή σε επιστροφή του ατόμου σε παλαιότερη άγρια κατάσταση (ιδέα που αρχικά είχε υποστηρίξει ο Δαρβίνος). Υποστήριζε ότι ανατομικές έρευνες σε σώματα εγκληματιών που είχαν πεθάνει καθώς επίσης και εφαρμογές ανθρωπομετρικών μεθόδων πάνω σε κρατούμενους, απεκάλυπταν ότι οι εγκληματίες ήταν σωματικά διαφοροποιημένοι από τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Αν η εγκληματικότητα ήταν χαρακτηριστικό που μεταβιβάζεται μέσω κληρονομικότητας, τότε ο εκ γενετής εγκληματίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από σωματικά, εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα τα μεγάλα σαγόνια, τα ψηλά ζυγωματικά, η γαμψή μύτη, τα σαρκώδη χείλη κ.ο.κ. Στο έργο αυτό προχώρησε ακόμα παραπέρα, σε διαχωρισμό των βιολογικών στιγμάτων ανάλογα με το είδος του εγκλήματος (λ.χ. οι δράστες εγκλημάτων κατά της ζωής έχουν κοντόχοντρα χέρια, ενώ οι δράστες κλοπών, απατών και βιασμών έχουν μακριά χέρια).

Στην 6η επαυξημένη έκδοση του έργου, αναφέρεται διεξοδικά στις κοινωνικές αιτίες του εγκλήματος σε συνδυασμό με ορισμένες ψυχολογικές εμμονές, καθώς και στο γεγονός ότι η εγκληματικότητα δεν είναι μόνο ένα εκ γενετής χαρακτηριστικό.

Άλλα έργα του είναι:

  • «Μεγαλοφυία και Παραφροσύνη»
  • «Η γυναίκα εγκληματίας»
  • «Το έγκλημα, αίτια και θεραπείες»
  • «Πνευματισμός και Υπνωτισμός»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα