Τράπεζα (γεωλογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη Γεωλογία και ειδικότερα στη Γεωμορφολογία σύμφωνα με την ελληνική επίσημη ορολογία με τον όρο Τράπεζα χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε απότομη ανυψωτική σχεδόν επίπεδη επιφάνεια της Γης που εκτείνεται σε μεγάλη έκταση, με σχεδόν κάθετες απολήξεις και αποκομμένη τελείως από ορεινούς όγκους. Πρόκειται για υψίπεδο αλλά όχι οροπέδιο.

Η μορφή αυτής της χαρακτηριστικής έξαρσης επειδή προσομοιάζει ακριβώς με τραπέζι μέσα στον ανοικτό χώρο αποκαλείται τράπεζα. Η Τράπεζα, ή Γεωτράπεζα, αποτελεί εν προκειμένω μια υπολειμματική γεωμορφή που έχει απομείνει μετά την καθοδική (κατά βάθος) διάβρωση των γύρω αυτής κοιλάδων. Συνεπώς η περιγραφή της ως έξαρση του εδάφους είναι φαινομενική.

Ακόμα όμως ειδικότερα στη Γεωλογία ο ελληνικός όρος Τράπεζα είναι συνώνυμος με τον αγγλικό όρο "platform" και τον γαλλικό "plate-forme", που χρησιμοποίησε ο Ε. Σουές το 1888 προκειμένου να περιγράψει μια ηπειρωτική ασπίδα όπου το κρυσταλλικό της υπόβαθρο καλύπτεται από ένα ασύμφωνο και ελαφρά παραμορφωμένο ιζηματογενές κάλυμμα, σε μορφή στρώματος οριζόντια παρατεταγμένου καταλαμβάνοντας μεγάλη έκταση με ανάλογο προς αυτό πάχος. Τέτοιες ακριβώς γεωμορφές είναι η Γεωτράπεζα Σιβηρίας και η Ρωσική Γεωτράπεζα που θεωρούνται και οι μεγαλύτερες σε έκταση στον κόσμο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΚΓ΄, σελ.258.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.58ος, σελ.36.