Το νησί των θησαυρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο χάρτης του νησιού
Ο Τζιμ Χώκινς αφουγκράζεται τους πειρατές
Ο Τζιμ Χώκινς πέφτει πάνω τον Μπεν Γκαν
Ο Σίλβερ ανακαλύπτει τον σκελετό του Άλαρνταϊς
Ο Τζιμ Χώκινς στην σπηλιά του θησαυρού

Το Νησί των Θησαυρών είναι περιπετειώδης νουβέλα από τον Σκωτσέζο συγγραφέα Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, όπου αφηγείται μία ιστορία “πειρατών και θαμμένου χρυσού”. Αρχικά κυκλοφόρησε σε σειρά τευχών του παιδικού περιοδικού Νεαροί Φίλοι μεταξύ του 1881 και 1882 υπό τον τίτλο το Νησί των Θησαυρών ή Η Ανταρσία της Ισπανιόλα, με τον Στίβενσον να υιοθετεί το ψευδώνυμο Κάπτεν Τζωρτζ Νορθ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά ως βιβλίο στις 23 Μαΐου 1883. Θεωρούμενο παραδοσιακά ως μια ώριμη ιστορία, το Νησί των Θησαυρών είναι μία ιστορία περιπέτειας γνωστή για την ατμόσφαιρά της, τους χαρακτήρες και τη δράση καθώς και ως ένα σαρκαστικό δοκίμιο αναφορικά με τον δυισμό της ηθικής – όπως παρατηρείται στην περίπτωση του Λονγκ Τζον Σίλβερ – κάτι ασυνήθιστο για την παιδική λογοτεχνία τότε αλλά και τώρα. Πρόκειται για μία από τις πιο συχνά δραματοποιημένες νουβέλες. Η επιρροή του Νησιού των Θησαυρών σε δημοφιλείς αντιλήψεις σχετικά με τους πειρατές είναι τεράστια όπως για παράδειγμα, χάρτες θησαυρών με ένα “Χ” να σημειώνει το μέρος όπου είναι κρυμμένος ο θησαυρός, σκούνες, τη Μαύρη Βούλα, τροπικά νησιά και ναυτικούς με ένα ξύλινο πόδι και έναν παπαγάλο στον ώμο τους [1].

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νουβέλα διαιρείται σε 6 μέρη και 34 κεφάλαια: Ο Τζιμ Χώκινς, είναι ο αφηγητής σε όλα εκτός από τα κεφάλαια 16 – 18, που διηγούνται από τον Δόκτωρα Λάιβζι. Η νουβέλα ξεκινά σε ένα παραλιακό χωριό στη νοτιοδυτική Αγγλία, στα μέσα του 18ου αιώνα. Ο αφηγητής, Τζέημς “Τζιμ” Χώκινς, είναι ο νεαρός μοναχογιός του ιδιοκτήτη του πανδοχείου “Ο Ναύαρχος Μπένμποου”. Ένας γέρος, μεθυσμένος θαλασσόλυκος, ονόματι Μπίλλυ Μπόουνς γίνεται μόνιμος θαμώνας στο πανδοχείο. Ο Τζιμ αντιλαμβάνεται ότι ο Μπόουνς κρύβεται. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μπόουνς δέχεται την επίσκεψη ενός μυστηριώδους ναυτικού που ονομάζεται Μαύρος Σκύλος. Η συνάντησή τους παίρνει βίαιη τροπή και ο Μαύρος Σκύλος εγκαταλείπει τη σκηνή, ενώ ο Μπόουνς παθαίνει εγκεφαλικό. Ενώ ο Τζιμ τον φροντίζει, ο Μπόουνς ομολογεί ότι κάποτε ήταν μέλος του πληρώματος του διαβόητου πειρατή, Κάπτεν Φλιντ και ότι οι παλιοί του σύντροφοι θέλουν το σεντούκι του. Λίγο αργότερα ένας τυφλός ονόματι Πιού, εμφανίζεται στο πανδοχείο και αναγκάζει με τη βία τον Τζιμ να τον οδηγήσει στον Μπόουνς και του δίνει ένα χαρτί. Αφότου φύγει, ο Μπόουνς ανοίγει το χαρτί, για να ανακαλύψει ότι είναι σημειωμένο με τη Μαύρη Βούλα, ένα πειρατικό τελεσίγραφο, με την προειδοποίηση ότι έχει ως τις δέκα η ώρα για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους. Ο Μπόουνς μένει ξερός στο σημείο από αποπληξία. Ο Τζιμ και η μητέρα του ανοίγουν το σεντούκι του Μπόουνς, για να μαζέψουν όσα τους όφειλε όλους αυτούς τους μήνες. Αλλά πριν προλάβουν να τα μετρήσουν, ακούνε τους πειρατές να πλησιάζουν και αναγκάζονται να κρυφτούν. Όχι όμως πριν ο Τζιμ προλάβει να πάρει από το σεντούκι ένα μυστηριώδες πέτσινο πακέτο. Οι πειρατές βρίσκουν το σεντούκι καθώς και τα χρήματα, αλλά κάνουν άνω κάτω το πανδοχείο καθώς δεν υπάρχει πουθενά ίχνος της “Γροθιάς του Φλιντ”. Καθώς έφιπποι τελωνειακοί πλησιάζουν, οι πειρατές το σκάνε για το σκάφος τους.


Ο Τζιμ πηγαίνει το μυστηριώδες πακέτο στον Δρ. Λάιβζι. Αυτός, ο Άρχων Τριλώνεϋ και ο Τζιμ Χώκινς το εξετάζουν, ανακαλύπτοντας ότι περιέχει ένα ημερολόγιο που περιγράφει τις πειρατείες του Κάπτεν Φλιντ και έναν λεπτομερή χάρτη ενός νησιού, με το ακριβές σημείο του θησαυρού του. Ο άρχοντας Τριλώνεϋ αμέσως ξεκινά τα σχέδια για τον εξοπλισμό ενός ιστιοφόρου για το κηνύγι του θησαυρού, με τη βοήθεια το Δρ. Λάιβζι και του Τζιμ. Ο Λάιβζι προειδοποιεί τον Τριλώνεϋ να μη του ξεφύγει τίποτε σχετικά με τον σκοπό του ταξιδιού τους. Πηγαίνοντας στο λιμάνι του Μπρίστολ, ο Τριλώνεϋ αγοράζει μία σκούνα με το όνομα Ισπανιόλα και προσλαμβάνει τον Κάπτεν Σμόλετ ως κυβερνήτη της και τον Λονγκ Τζον Σίλβερ, έναν τέως μάγειρα πλοίου και νυν ιδιοκτήτη της ταβέρνας “Το τηλεσκόπιο” στο λιμάνι του Μπρίστολ. Ο Σίλβερ είναι που βοηθά τον Τριλώνεϋ να βρει και άλλους άντρες. Όταν ο Τζιμ φτάνει στο Μπρίστολ και επισκέπτεται τον Σίλβερ στο “Τηλεσκόπιο” αρχίζει να υποψιάζεται: Ο Σίλβερ έχει ένα ξύλινο πόδι, όπως ο άντρας για τον οποίο τον είχε προειδοποιήσει ο Μπόουνς και ένας από τους θαμώνες της ταβέρνας είναι ο Μαύρος Σκύλος. Μόλις βλέπει τον Τζιμ το βάζει στα πόδια και ο Σίλβερ αρνείται ότι γνωρίζει τον φυγά τόσο πειστικά, που κερδίζει την εμπιστοσύνη του Τζιμ. Παρά τις αμφιβολίες του Κάπτεν Σμόλετ για την αποστολή και για το πλήρωμα που επέλεξε ο Σίλβερ, η Ισπανιόλα αποπλέει για την Καραϊβική.


Καθώς πλησιάζουν στον προορισμό τους, ο Τζιμ κρυφακούει τον Σίλβερ να μιλά με μερικά μέλη του πληρώματος. Ο Σίλβερ παραδέχεται ότι ήταν ναύκληρος του Κάπτεν Φλιντ, ότι αρκετοί άλλοι από το πλήρωμα ήταν κάποτε άντρες του και στρατολογεί και άλλους άντρες για να έρθουν με το μέρος τους. Αφού ανακαλυφθεί ο θησαυρός, ο Σίλβερ σκοπεύει να δολοφονήσει τους αξιωματικούς της Ισπανιόλα και να κρατήσει τα λάφυρα για τον ίδιο και τους άντρες του. Μόλις οι άντρες επιστρέψουν στις κουκέτες τους, ο Τζιμ προειδοποιεί τον Σμόλετ, τον Τριλώνεϋ και τον Λάιβζι για την επικείμενη ανταρσία. Με την άφιξη στο νησί, η πλειοψηφία των αντρών του Σίλβερ βγαίνουν στην ακτή. Αν και ο Τζιμ το αγνοεί, οι άντρες του Σίλβερ θέλουν να βάλουν στο χέρι το θησαυρό το συντομότερο δυνατόν, απορρίπτοντας το πιο προσεκτικό σχέδιο του Σίλβερ, για να εκδηλώσουν τις προθέσεις τους αφού βρεθεί ο θησαυρός και μεταφερθεί στο πλοίο. Ο Τζιμ βγαίνει στην ακτή μαζί με τους άντρες του Σίλβερ, αλλά στην πρώτη ευκαιρία τους ξεφεύγει. Κυνηγημένος και τρέχοντας για τη ζωή του, συναντά τον Μπεν Γκαν, ένα άλλο πρώην μέλος του πληρώματος του Φλιντ, που είχε εγκαταλειφθεί στο νησί για τρία χρόνια.


Στο μεταξύ ο Τριλώνεϋ, ο Λάιβζι και οι υπόλοιποι έντιμοι άντρες του πληρώματος αιφνιδιάζουν τους λίγους πειρατές που έχουν μείνει στην Ισπανιόλα. Έχοντας ξεφύγει από τους στασιαστές κωπηλατούν προς την ακτή και καταφεύγουν σε μία εγκαταλειμένη, οχυρωμένη καλύβα, όπου τους βρίσκει ο Τζιμ Χώκινς, που στο μεταξύ έχει αφήσει τον Μπεν Γκαν. Ο Σίλβερ πλησιάζει υπό λευκή σημαία και επιχειρεί να διαπραγματευτεί την παράδοση του Σμόλετ και των αντρών του. Ο Σμόλετ τον αποστομώνει, εξοργίζοντας τον Σίλβερ, που αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, υποσχόμενος να επιτεθεί: “Αυτοί που θα πεθάνουν θα είναι οι τυχεροί”, απειλεί καθώς αποχωρεί ωρυώμενος. Οι πειρατές επιτίθενται, αλλά μετά από μία σκληρή μάχη, με απώλειες και από τις δύο πλευρές, απωθούνται. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Τζιμ φεύγει, παίρνει τη σχεδία του Μπεν Γκαν και πλησιάζει την Ισπανιόλα υπό την κάλυψη του σκότους. Κόβει τα σκοινιά με τα οποία το πλοίο είναι αγκυροβολημένο, αφήνοντας την παλίρροια να το παρασύρει στα ανοιχτά και μακρυά από τα χέρια των πειρατών που βρίσκονται στην ακτή. Μετά το ξημέρωμα, κατορθώνει να προσεγγίσει τη σκούνα. Από τους δύο πειρατές που είχαν μείνει πάνω στο πλοίο, μόνο ένας είναι ζωντανός: ο βαριά τραυματίας πηδαλιούχος, ο Ισραήλ Χεντς, που έχει δολοφονήσει το σύντροφό του, μετά από καυγά για ένα μπουκάλι ρούμι. Ο Χεντς συμφωνεί να βοηθήσει τον Τζιμ να οδηγήσει το πλοίο σε μία ασφαλή παραλία με αντάλλαγμα ιατρική βοήθεια και μπράντυ, αλλά μόλις το πλοίο πλησιάζει επιχειρεί να τον σκοτώσει. Ο Τζιμ σκαρφαλώνει στα ξάρτια και όταν ο Χεντς του πετά ένα μαχαίρι για να τον καρφώσει, ο Τζιμ τον πυροβολεί και τον σκοτώνει. Η Ισπανιόλα έχει εξωκείλει και ο Τζιμ υπό την κάλυψη της νύχτας επιστρέφει στην καλύβα. Λόγω του σκότους δεν καταλαβαίνει ότι έχει καταληφθεί από τους πειρατές και έτσι είναι πλέον αιχμάλωτός τους. Ο Σίλβερ, του οποίου η αρχηγία κρέμεται από μία λεπτή κλωστή, αρπάζει τον Τζιμ ως όμηρο και αρνείται στους εξαγριωμένους άντρες του τις απαιτήσεις τους για να τον σκοτώσουν ή να τον βασανίσουν για να αποσπάσουν πληροφορίες. Οι στασιαστές, που οδηγούνται από τον Τζωρτζ Μέρρυ, επιδίδουν στον Σίλβερ τη Μαύρη Βούλα και ψηφίζουν την αποπομπή του. Ο Σίλβερ καταφέρνει να ανατρέψει για την ώρα την απόφασή τους, παίζοντας με τις δεισιδαιμονίες τους και κατακεραυνώνοντάς τους για την καταστροφή μιας Βίβλου για να του επιδώσουν τη Μαύρη Βούλα. Τους αποκαλύπτει ότι έχει λάβει το χάρτη του θησαυρού από τον Δρ. Λάιβζι, επανακτώντας την εμπιστοσύνη τους. Την επόμενη οι πειρατές ξεκινούν τις έρευνες για το θησαυρό. Παρακολουθούνται από τον Μπεν Γκαν, ο οποίος με ψιθύρους και στοιχεία που έχει σκορπίσει ενισχύει τους φόβους τους για στοιχειώματα και κατάρες. Όμως, ο Σίλβερ δεν πτοείται και κρατώντας με νύχια και με δόντια την ψυχραιμία όλου του πληρώματος εντοπίζει το σημείο όπου είναι θαμμένος ο θησαυρός. Μόνο και μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπος με τους εξοργισμένους πειρατές, μόλις αντιληφθούν ότι η κρυψώνα έχει σκαφεί και ο θησαυρός έχει κάνει φτερά.


Οι πειρατές, επιτίθενται στον Σίλβερ και στον Τζιμ, αλλά εμφανίζονται και τους επιτίθενται ο Μπεν Γκαν, ο Δρ. Λάιβζι και ο Αβραάμ Γκρέι, σκοτώνοντας άλλους δύο και διασκορπίζοντας τους υπόλοιπους. Ο Σίλβερ παραδίδεται στον Δρ. Λάιβζι. Πηγαίνουν στη σπηλιά του Μπεν Γκαν, όπου ο τελευταίος έχει μεταφέρει και κρύψει το θησαυρό εδώ και μήνες. Ο θησαυρός μοιράζεται ανάμεσα στον Τριλώνεϋ και τους άντρες του και ξεκινούν για την Αγγλία, εγκαταλείποντας τους υπόλοιπους επιζώντες πειρατές στο νησί. Ο Σίλβερ κατορθώνει να δραπετεύσει με μία λέμβο του πλοίου και ένα μικρό μέρος του θησαυρού. Ενθυμούμενος τον Σίλβερ, ο Τζιμ συνοψίζει ότι “... τολμώ να πιστεύω ότι συνάντησε την παλιά νέγρα γυναίκα του και ότι ζει άνετα μαζί της και με τον Κάπτεν Φλιντ (τον παπαγάλο του). Υποθέτω, ότι πρόκειται απλά για μια ελπίδα, καθώς οι πιθανότητες για να ευτυχήσει τέτοιος άνθρωπος σε έναν άλλο κόσμο θα ήταν πολύ μικρές”.

Ο Πειρατής Κάπτεν Φλίντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί των Θησαυρών περιέχει αναφορές σε ιστορικά στοιχεία, που αποκαλύπτονται σταδιακά, ρίχνοντας φως στη κεντρική πλοκή. Αναφορές γίνονται στον πειρατή Κάπτεν Τζ. Φλιντ, “τον πιο αιμοδιψή μπουκανιέρο που έζησε ποτέ”, ο οποίος είναι νεκρός πριν την έναρξη της ιστορίας. Ο Φλιντ ήταν καπετάνιος του Ιππόκαμπου, με μακρά θητεία στις Δυτικές Ινδίες και κατά μήκος των ακτών των αποικιών της Νοτίου Αμερικής. Το πλήρωμά του συμπεριελάμβανε μερικούς από τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στην ιστορία: Ο κυβερνήτης του Φλιντ, ο Γουίλλιαμ (Μπίλλυ) Μπόουνς, ο ναύκληρός του Τζον Σίλβερ, ο πυροβολητής Ισραήλ Χεντς και μεταξύ άλλων ναυτών οι εξής: Τζωρτζ Μέρρυ, Τομ Μόργκαν, Πιού, ο “Μαύρος Σκύλος” και ο Άλλαρνταϊς (που έχει γίνει “δείκτης” του Φλιντ για το θησαυρό). Πολλά άλλα πρώην μέλη του πληρώματος του Φλιντ είχαν επιβιβαστεί και στην Ισπανιόλα αν και δεν είναι εφικτό να ταυτοποιηθούν ποιοι ήταν άντρες του Φλιντ και ποιοι συμφώνησαν αργότερα να μετέχουν στην ανταρσία, όπως ο λοστρόμος Ιώβ Άντερσον και ο στασιαστής “Τζον” που σκοτώθηκε από τα μουσκέτα του Δρ. Λαιβζι και του Αβραάμ Γκρέι, στο σημείο που ήταν θαμμένος ο θησαυρός. Ο Φλιντ και το πλήρωμά του ήταν αδίστακτοι, φοβεροί (“το πιο σκληροτράχηλο πλήρωμα της θάλασσας”) και ζάπλουτοι, αν μπορούσαν να βάλουν χέρι στα λάφυρα. Ο κύριος όγκος του θησαυρού του Φλιντ από την πειρατική του ζωή – χρυσός και ασημένιες πλάκες αξίας 700.000 αγγλικών λιρών, μαζί με ένα κρυφό οπλοστάσιο – είχε ταφεί σε ένα απόμακρο ερημονήσι της Καραϊβικής. Ο Φλιντ μετέφερε το θησαυρό στο νησί από τον Ιππόκαμπο με τη βοήθεια έξι ναυτών και κατασκεύασε μία οχυρή καλύβα στο νησί για άμυνα. Μόλις έθαψαν το θησαυρό, ο Φλιντ επέστρεψε μόνος του στο πλοίο – έχοντας δολοφονήσει και τους έξι ναύτες του. Τον χάρτη με την τοποθεσία του θησαυρού τον είχε κρατήσει για τον εαυτό του, μέχρι και τις τελευταίες του στιγμές.

Δε διευκρινίζεται η ακριβής πορεία του Φλιντ και του πληρώματός του μετά το θάψιμο του θησαυρού, αλλά είναι γνωστό ότι κατέληξαν στην πόλη Σαβάννα, στην πολιτεία της Τζόρτζια. Ο Φλιντ αρρώστησε. Δε βοήθησε στην αποκατάσταση της υγείας του το γεγονός ότι έπινε ρούμι χωρίς μέτρο. Έτσι παρέμεινε ως και το νεκροκρέβατό του, όπου σιγοτραγουδούσε το ναυτικό τραγούδι “Δεκαπέντε Άντρες”, ζητώντας ακατάπαυστα κι άλλο ρούμι, ώσπου το πρόσωπό του είχε γίνει μπλε. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν “Ντάρμπυ Μακ Γκρω! Ντάρμπυ Μακ Γκρω!” και μετά από κάποια στερνή βρισιά “Φέρε το ρούμι, Ντάρμπυ”. Λίγο πριν ξεψυχήσει, έδωσε το χάρτη του θησαυρού στον κυβερνήτη του Ιππόκαμπου, τον Μπίλλυ Μπόουνς. Μετά το θάνατο του Φλιντ, το πλήρωμα σκόρπισε, με τους περισσότερους να επιστρέφουν στην Αγγλία. Όλοι ξόδεψαν τα χρήματα που προέκυψαν από τη μοιρασιά όσων χρημάτων απέμεναν στο πλοίο. Χαρακτηριστικά ο Τζον Σίλβερ κράτησε 2.000 λίρες Αγγλίας που κατέθεσε σε τράπεζες και έγινε ταβερνιάρης στο λιμάνι του Μπρίστολ. Ο Πιού ξόδεψε 1.200 λίρες μέσα σε ένα μόλις χρόνο και για τα επόμενα δύο έτη ζητιάνευε και ψωμολυσσούσε. Ο Μπεν Γκαν επέστρεψε στο Νησί των Θησαυρών με μερικούς άλλους άντρες του πληρώματος σε μία απέλπιδα προσπάθεια να βρει το θησαυρό χωρίς χάρτη. Καθώς δεν τα κατάφερε, οι σύντροφοί του, τον τιμώρησαν εγκαταλείποντάς τον στο νησί. Ο Μπόουνς, αντιλαμβανόμενος ότι είχε στοχοποιηθεί, εξαιτίας της κατοχής του χάρτη, αναζήτησε καταφύγιο σε ένα απόμακρο μέρος της Αγγλίας. Τα ταξίδια του τον έφεραν στην αγροτική, στο παραθαλάσσιο χωριό του Όρμου του Μαύρου Λόφου και τελικά στο πανδοχείο “Ναύαρχος Μπένμποου”.

Άλλοι χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κος και κα Χώκινς: Οι γονείς του Τζιμ Χώκινς. Ο κος Χώκινς πεθαίνει σύντομα μετά την έναρξη της ιστορίας.
  • Άλλαρνταϊς: Ένας από τους έξι ναύτες του Φλιντ, που δολοφονήθηκε από τον πειρατή, αφού κατασκεύασε το φυλάκιο και έθαψε το θησαυρό. Το πτώμα του είχε τοποθετηθεί ως “πυξίδα” που έδειχνε προς τα λεφτά.
  • “Μαύρος Σκύλος”: Πρώην μέλος του πληρώματος του Φλιντ. Σύντροφος του Πιού που επισκέπτεται την ταβέρνα “Το τηλεσκόπιο”. Εντοπίζεται από τον Τζιμ και εξαφανίζεται, διωκόμενος από δύο άντρες του Σίλβερ.
  • Τόμας “Τομ” Ρέντρουθ: Ο θηροφύλακας του άρχοντα Τριλώνεϋ. Συνοδεύει τον άρχοντα στο νησί, αλλά κατά τη διάρκεια της εφόδου στο φυλάκιο δέχεται εχθρικά πυρά και σκοτώνεται.
  • Πιού: Ένας διαβολικός όσο και επικίνδυνος τυφλός ζητιάνος, που ποδοπατείται από άλογα στην αρχή της ιστορίας. Ο Στίβενσον απέφυγε να είναι προβλέψιμος καθιστώντας έναν άντρα με ένα ξύλινο πόδι και έναν τυφλό τους πιο τρομακτικούς χαρακτήρες της αφήγησης.
  • Ρίτσαρντ Τζόις: Ένας από τους υπηρέτες του άρχοντα Τριλώνεϋ, τον συνοδεύει στο νησί, αλλά σκοτώνεται κατά τη συμπλοκή στο φυλάκιο.
  • Τζον Χάντερ: Ο άλλος υπηρέτης του άρχοντα Τριλώνεϋ. Τον ακολουθεί και αυτός στο νησί. Τραυματίζεται κατά τη συμπλοκή στο φυλάκιο και αργότερα υποκύπτει στα τραύματά του.
  • Αβραάμ Γκρέϋ: Ξυλουργός της Ισπανιόλα. Δέχεται μεγάλες πιέσεις από τους στασιαστές και σχεδόν υποκύπτει για να πάρει το μέρος τους, αλλά ο αποφασιστικός Κάπτεν Σμόλετ, γέρνει την πλάστιγγα για να παραμείνει πιστός στον άρχοντα Τριλώνεϋ. Κατά τη διάρκεια της εφόδου στο φυλάκιο, σώζει τη ζωή του Χώκινς, σκοτώνοντας τον Ιώβ Άντερσον και τέλος βοηθά να τραπούν σε φυγή οι τελευταίοι απομείναντες πειρατές στο σημείο που ήταν θαμμένος ο θησαυρός. Επιζεί της περιπέτειας στο νησί των θησαυρών και ξοδεύει το μερίδιό του για να μορφωθεί, να παντρευτεί και να γίνει ευυπόληπτος ιδιοκτήτης ενός ιστιοφόρου.
  • Τζωρτζ Μέρρυ: Μαζί με τον Άντερσον και τον Χεντς ανάγκασαν τον Σίλβερ να επιτεθούν στο φυλάκιο, αντί να περιμένουν την εύρεση του θησαυρού. Τελικά σκοτώνεται στο τέλος της ιστορίας, καθώς αποπειράται να σκοτώσει τον Σίλβερ και τον Χώκινς.
  • Τομ Μόργκαν: Πρώην πειρατής από το παλιό πλήρωμα του Φλιντ. Καταλήγει εξόριστος στο ερημονήσι.
  • Ιώβ Άντερσον: Λεμβούχος του πλοίου. Σκοτώνεται κατά την έφοδο στο φυλάκιο.
  • Ντικ Τζόνσον: Στασιαστής που κατέχει μια Βίβλο. Οι πειρατές σκίζουν μία από τις σελίδες της για να σχεδιάσουν τη Μαύρη Βούλα. Άρρωστος και καταβεβλημένος από την ελονοσία, τελικά εγκαταλείπεται στο ερημονήσι μετά τους θανάτους των υπόλοιπων στασιαστών.
  • Κος Άρροου: Ύπαρχος της Ισπανιόλα. Πίνει όντας αλκοολικός, παρά την απαγόρευση κατανάλωσης αλκοόλ στο σκάφος. Γενικά είναι άχρηστος ως ύπαρχος. Εξαφανίζεται μυστηριωδώς εν πλω για το νησί και αντικαθίσταται από τον Ιώβ Άντερσον. (Ο Σίλβερ του παρείχε κρυφά αλκοόλ, για να υποκύψει στο πάθος του και τελικά όντας μεθυσμένος, πέφτει στη θάλασσα μία τρικυμισμένη νύχτα με καταιγίδα).
  • Τομ: Ένας έντιμος ναύτης. Απορρίπτει την πρόταση του Σίλβερ για να ακολουθήσει τους στασιαστές για να αντιμετωπίσει τη δολιότητά του. Ο Σίλβερ του σπάει την πλάτη με την πατερίτσα του και τον σκοτώνει μαχαιρώνοντάς τον πισώπλατα.
  • Άλαν: Ένας ακόμη ναύτης που δε στασιάζει. Απομονώνεται όμως από τους στασιαστές και δολοφονείται.
  • Ισραήλ Χέντς: Ο πλοηγός του πλοίου και ο παλιός πυροβολητής του Φλιντ. Σκοτώνεται στο κατάστρωμα της Ισπανιόλα, από τον αμυνόμενο για τη ζωή του Τζιμ.
  • Μπέντζαμιν “Μπεν” Γκαν: Πρώην μέλος του πληρώματος του Φλιντ, που έχει μισοτρελαθεί μετά από τρία χρόνια εγκατάλειψης στο νησί των θησαυρών. Τον είχαν εγκαταλείψει μέλη ενός άλλου πληρώματος, τους οποίους είχε πείσει να καταπλεύσουν στο νησί για να βρουν (μάταια) το θησαυρό. Σκοτώνει δύο στασιαστές και βοηθά τον Τζιμ. Αποκαλύπτει στον Δρ. Λάιβζι την τοποθεσία, όπου έκρυψε το θησαυρό για λίγα τρόφιμα (τυρί). Βοηθά τον Σίλβερ να αποδράσει και όταν φτάνει στην Αγγλία ξοδεύει το μερίδιό του (περίπου 1.000 λίρες Αγγλίας) σε 18 μόλις ημέρες, για να γίνει ζητιάνος και τελικά ψάλτης.

Υπάρχουν φυσικά και άλλοι ελάσσονες χαρακτήρες, των οποίων τα ονόματα δεν αποκαλύπτονται.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορα νησιά που ενδεχομένως αποτέλεσαν την έμπνευση για το Νησί των Θησαυρών. Στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους βρίσκεται το Νησί του Σεντουκιού του Νεκρού, που ο Στίβενσον εντόπισε σε ένα βιβλίο του Τσαρλς Κίνγκσλεϋ. Ο χάρτης του νησιού στο βιβλίο φέρει μία έστω και μακρινή ομοιότητα με τη νήσο Έρνστ στα Σέτλαντς. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του νησιού [2] ο Στίβενσον συνέγραψε το Νησί των Θησαυρών μετά από επίσκεψή του στο νησί.

Αναφορές σε ιστορικούς πειρατές και πειρατείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στο βιβλίο αναφέρονται πέντε πραγματικοί πειρατές: ο Γουίλλιαμ Κίντ, ο Μαυρογένης, ο Έντουαρντ Ίνγκλαντ, ο Χάουελ Ντέιβις και ο Μπαρθόλομιου Ρόμπερτς. Ο Κίντ έθαψε πραγματικά τον θησαυρό του στο νησί Γκάρντινερς αν και σύντομα τα λάφυρα επανακτήθηκαν από τις αρχές.[3]
  • Το όνομα «Ισραήλ Χεντς», αφορά σε πραγματικό πειρατή που ανήκε στο πλήρωμα του Μαυρογένη και υπέστη ακρωτηριασμό στο πόδι (αφού ο Μαυρογένης τον πυροβόλησε στο γόνατο, απλά και μόνο για να διασφαλίσει ότι το πλήρωμα του θα τον φοβόταν). Σύμφωνα με μαρτυρίες ο Χεντς μεταφέρθηκε στην ξηρά, για να φροντιστεί το τραύμα του και για αυτό και μόνο το λόγο γλίτωσε την αγχόνη, καθώς δεν ήταν παρών στην τελευταία μάχη του Μαυρογένη. Πέθανε αργότερα στην Αγγλία, όντας ζητιάνος.

Ιστορικό χρονικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στίβενσον αφήνει επίτηδες την ακριβή χρονολογία των γεγονότων στη νουβέλα αδιευκρίνιστη. Μέσω του Χώκινς αναφέρει ότι η συγγραφική του πένα ξεκίνησε την εξιστόρηση “το έτος του Κυρίου 17--”. Παρόλα αυτά είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί σύνδεση της δράσης με χρονολογίες αν και τελικά είναι άγνωστο αν ο Στίβενσον είχε θέσει στο μυαλό του ένα ακριβές χρονοδιάγραμμα. Η πρώτη χρονολογία είναι το 1745, καθώς ορίζεται από την υπηρεσία του Δρ. Λάιβζι στη Μάχη του Φοντενουά αλλά και στο ημερολόγιο του Μπίλλυ Μπόουνς. Η αναφορά του ναύαρχου Χωκ, υπονοεί κάποια χρονολογία μετά το 1747, οπότε και ο Χωκ προήχθη σε ναύαρχο, μετά τη δράση του στη Μάχη του Ακρωτηρίου Φινιστέρ, αλλά πριν το θάνατό του, το 1781. Άλλο ένα δυσεύρευτο στοιχείο σχετικά με τη χρονολογία, συνιστά το γράμμα του Άρχοντα Τριλώνεϋ από το Μπρίστολ στο έβδομο κεφάλαιο, όπου αναφέρει την επιθυμία του να στρατολογήσει αρκετούς ναύτες για να αντιμετωπίσουν τους “ντόπιους, τους μπουκανιέρους ή τους μισητούς Γάλλους”. Μία φρασεολογία που υπαινίσσεται ότι εκείνον τον καιρό η Μεγάλη Βρεττανία βρισκόταν σε πόλεμο με τη Γαλλία, π.χ. κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου, από το 1756 ως το 1763.

Το "Χ" δείχνει το θησαυρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν έχουν βρεθεί αποδείξεις ότι κάποιος πειρατής είχε ή δημιούργησε χάρτη θησαυρού, σημειώνοντας το σημείο με X. Παρόλα αυτά φαντάζει λογικό ότι οποιοσδήποτε χάρτης ή γράφημα με κάποιο σημάδι θα λειτουργούσε ως βοήθημα για να οδηγήσει στην όποια κρυψώνα. Η έννοια ότι “Το Χ δείχνει και την κρυψώνα του θησαυρού” έχει συνδεθεί για πάντα με το πειρατικό φολκλόρ και φαίνεται ως επινόηση του Στίβενσον.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cordingly, David (1995) Under the Black Flag: the romance and reality of life among the pirates; p. 7
  2. Unst island website
  3. Adams, Cecil The Straight Dope: Did pirates bury their treasure? Did pirates really make maps where "X marks the spot"? October 5, 2007

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Treasure Island της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).