Το Μαύρο Βέλος: Μια ιστορία των Δύο Ρόδων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
The Black Arrow: A Tale of the Two Roses

Το Μαύρο Βέλος: Μια ιστορία των Δύο Ρόδων

1st U.K. edition 1888
Πρωτότυπη έκδοση
Συγγραφέας Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον
Είδος Νουβέλα
Γλώσσα Αγγλικά
Πρώτη έκδοση 1888

Το Μαύρο Βέλος: Μία ιστορία των Δύο Ρόδων είναι νουβέλα του 1888 του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Είναι ρομαντική ιστορία αλλά και ιστορικό μυθιστόρημα. Αρχικά εμφανίστηκε σε σειρά τευχών περιοδικού, με τον υπότιτλο Μία ιστορία του Δάσους της Τάνστολ και ο Στίβενσον ολοκλήρωσε τη συγγραφή του ως το τέλος του καλοκαιριού του 1883. [1] Εκτυπώθηκε υπό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα "Λοχαγός Τζωρτζ Νορθ".[2] Αναφέρεται στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της κυκλοφορίας του σε συνέχειες και της δημοσίευσής του ως ολοκληρωμένης νουβέλας το 1888, στον πρόλογο του Γρύλλος στη Θράκα, όπου παρωδεί τον Γρύλλο του Τσαρλς Ντίκενς. Τα Γράμματα του Πάστον αποτέλεσαν την κύρια βιβλιογραφική πηγή για το Μαύρο Βέλος.[3]

Πρόλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μαύρο Βέλος, αφηγείται την ιστορία του Ρίτσαρντ (Ντικ) Σέλτον κατά τη διάρκεια των Πολέμων των Ρόδων: πως χρίζεται ιππότης, διασώζει τη λαίδη Τζοάννα Σέντλεϋ και δικαιώνεται για τη δολοφονία του πατέρα του, Σερ Χάρρυ Σέλτον. Οι παράνομοι του Δάσους της Τάνστολ, με ηγέτη τον Έλλις Ντάκγουερθ, του οποίου το όπλο αλλά και το σήμα κατατεθέν των επιθέσεών του είναι ένα μαύρο βέλος, ωθούν τον Ντικ να υποπτευθεί ότι ο προστάτης του Σερ Ντάνιελ Μπράκλεϋ και οι ακόλουθοί του είναι υπεύθυνοι για τη δολοφονία του πατέρα του. Οι υποψίες και μόνο του Ντικ είναι αρκετές για να στρέψουν τον Σερ Ντάνιελ εναντίον του. Έτσι, δε μένει στο Ντικ άλλη διέξοδος παρά να ξεφύγει από τον Σερ Ντάνιελ και να πάει με το μέρος των εχθρών του, των παρανόμων του Μαύρου Βέλους. Αυτή η σαρωτική διαμάχη τον οδηγεί στην ευρύτερη σύρραξη που τους περιβάλλει.

Περίληψη πλοκής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του Ερρίκου ΣΤ' της Αγγλίας (1422–1461, 1470–1471) και ενώ διαδραματιζόταν ο Πόλεμος των Ρόδων (1455-1485), η ιστορία ξεκινά όταν ηχεί η καμπάνα του φυλακίου στην τάφρο της Τάνστολ, σημαίνοντας επιστράτευση των αντρών, ώστε ο απόντας άρχοντας Σερ Ντάνιελ Μπράκλεϋ να συνδράμει στην επερχόμενη μάχη του Ρίζινγκχαμ. Είναι τότε που η αδελφότητα με την επωνυμία το “Μαύρο Βέλος”, που ενεδρεύει στο δάσος γύρω από την Τάνστολ, ξεκινά τα χτυπήματα: Τέσσερα μαύρα βέλη για τις τέσσερις “μαύρες καρδιές”, του Μπράκλεϋ και τριών ακόλουθών του: Νίκολας Άπλγιαρντ, Μπένετ Χατς και του Σερ Όλιβερ Όουτς, του εφημέριου. Το ομοιοκατάληκτο μήνυμα που συνοδεύει την επίθεση, προκαλεί τις υποψίες του Ρίτσαρντ Σέλτον, του πρωταγωνιστή και προστατευόμενου του Σερ Ντάνιελ, σχετικά με την τύχη του πατέρα του, Σερ Χάρι Σέλτον. Ο Ντικ επιστρέφοντας στο φυλάκιο της Τάνστολ, μετά την αποστολή του στο Κέτλεϋ, όπου είχε εγκατασταθεί ο Σερ Ντάνιελ, συναντά έναν φυγά, που προσπαθεί να κρυφτεί από τον Σερ Ντάνιελ: Την Τζοάννα Σέντλευ, μεταμφιεσμένη ως νεαρό αγόρι και υπό το ψευδώνυμο Τζον Μάτσαμ. Η Τζοάννα ήταν κληρονόμος μεγάλης περιουσίας και είχε απηχθή από τον Σερ Ντάνιελ, που προσπαθούσε να αναλάβει την κηδεμονία της. Συμπτωματικά, είχε την πρόθεση να την παντρέψει με τον Ντικ. Η Τζοάννα διατηρώντας τη μεταμφίεσή της ως αγοριού, αναφέρει το θέμα στον Ντικ, για να τον ψυχολογήσει. Ο Ντικ αρχικά λέει ότι δεν ενδιαφέρεται αν και ρωτά τον νεαρό Μάτσαμ, αν η προτεινόμενη νύφη του είναι όμορφη και ευχάριστη.

Ενώ κινούνται δια μέσου του δάσους της Τάνστολ, η Τζοάννα προσπαθεί να πείσει τον Ντικ να πάρει το μέρος των παρανόμων του Μαύρου Βέλους, ενάντια στον Σερ Ντάνιελ. Λίγο αργότερα ανακαλύπτουν κοντά στα ερείπεια του μεγάρου Γκρίμστοουν, τον κρυφό καταυλισμό των παρανόμων. Την επόμενη μέρα τους βρίσκει στο δάσος ο ίδιος ο Σερ Ντάνιελ, που έχει μεταμφιεστεί σε λεπρό και επιστρέφει στο φυλάκιο της Τάνστολ, μετά την ήττα της παράταξης που υποστήριζει στη μάχη του Ρίζινγκχαμ. Οπότε ο Ντικ και η Τζόαν ακολουθούν τον Σερ Ντάνιελ στο φυλάκιο. Εκεί ο Ντικ θα αλλάξει παράταξη, μόλις ανακαλύψει ότι ο Σερ Ντάνιελ είναι ο πραγματικός δολοφόνος του πατέρα του και αποδρά τραυματισμένος από το φυλάκιο της τάφρου. Διασώζεται από τους παρανόμους του Μαύρου Βέλους, με τους οποίους προσεταιρίζεται στην υπόλοιπη ιστορία.

Στο δεύτερο μισό της νουβέλας, Βιβλία 3-5, ο Ντικ απελευθερώνει την αληθινή του αγάπη Τζοάνα από τα νύχια του Σερ Ντάνιελ, με τη βοήθεια τόσο της αδελφότητας του Μαύρου Βέλους όσο και του στρατού της Υόρκης, του οποίου ηγείται ο Ριχάρδος ο Καμπούρης , ο μελλοντικός Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας.

Το δεύτερο μισό της αφήγησης έχει στο επίκεντρό του, το Σόρμπι, όπου έχουν περιχαρακωθεί οι δυνάμεις που πρόσκεινται στο Λάνκαστερ. Ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον εισάγει μία ναυτική περιπέτεια στα κεφάλαια 4-6 του 3ου βιβλίου, καθώς ο Ντικ και οι παράνομοι κλέβουν ένα πλοίο και επιχειρούν μία διάσωση από θαλάσσης της Τζοάννα, η οποία κρατείται σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι. Αποτυγχάνουν και αφού η Τζοάννα μεταφέρεται στο κεντρικό αρχηγείο του Σερ Ντάνιελ στο Σόρμπι, την επισκέπτεται όντας μεταμφιεσμένος ως Φραγκισκανός μοναχός. O Στίβενσον που αρέσκεται να ενσωματώνει κλασσικά Αραβικά παραμύθια, δια στόματος Ντικ, αφηγείται την ιστορία του Αλί Μπαμπά και των 40 κλεφτών (Βιβλίο 4, κεφάλαιο 6), ώστε να ξεφύγει από τον κατεστραμμένο καπετάνιο Αρμπλάστερ, του οποίου το πλοίο είχε κλέψει ο Ντικ με τους παράνομους.

Ενώ ο Ντικ και οι παράνομοι, κρύβονται στο καπηλειό “Κατσίκα και Πίπιζα” στο Σόρμπι και παρακολουθούν τις κινήσεις του Σερ Ντάνιελ από και προς το παραθαλάσσιο σπίτι, συναντούν μία ομάδα κατασκόπων που ενδιαφέρονται για την Τζοάννα. Μετά από μία αψιμαχία στο σκοτάδι κατά την οποία κυριαρχούν οι παράνομοι του Μαύρου Βέλους, ο Ντικ ανακαλύπτει ότι έχουν αιχμαλωτίσει, τον νόμιμο ανάδοχο της Τζοάννα, άρχοντα Φόξαμ. Ο Φόξαμ, υποστηρικτής της Υόρκης, υπόσχεται στον Ντικ ότι σε περίπτωση που απελευθερώσουν την Τζοάννα από το παραθαλάσσιο σπίτι, θα την παντρέψει μαζί του. Καθώς ο Ντικ συμπεριλαμβάνει και τους παρανόμους του Μαύρου Βέλους στο σχέδιο διάσωσης της Τζοάννα, ο άρχοντας Φόξαμ τον ειρωνεύεται, καθώς αν και τυγχάνει ευγενικής καταγωγής, συχρωτίζεται με παράνομους. Τελικά το σχέδιο διάσωσης της Τζοάννα, από το βαριά φρουρούμενο σπίτι αποτυγχάνει και πάλι και ο Φόξαμ, βαριά τραυματισμένους, γράφει επιστολή προς τον Ριχάρδο τον Καμπούρη για τον Ντικ, καθώς ο ίδιος θα αποσυρθεί προσωρινά από την ενεργό δράση.

Ο Ριχάρδος ο Καμπούρης, Δούκας του Γκλώστερ, εμφανίζεται στο 5ο βιβλίο, με τον οποίο συναντάται ο Ντικ αντί του τραυματισμένου άρχοντα Φόξαμ. Οι ακριβείς πληροφορίες του Ντικ σχετικά με τις δυνάμεις του Λάνκαστερ στο Σόρμπι βοηθούν τον Ριχάρδο να νικήσει στη μάχη που ακολουθεί. Μάλιστα ο Ντικ διακρίνεται ως διοικητής στην υπηρεσία του Ριχάρδου, ο οποίος εκστασιασμένος χρίζει τον Ντικ ιππότη στο πεδίο της μάχης. Στον απόηχο της νίκης της Υόρκης του δίνει πενήντα καβαλάρηδες για να καταδιώξει τον Σερ Ντάνιελ, που έχει διαφύγει από το Σόρμπι με την Τζοάννα. Ο Ντικ κατορθώνει να διασώσει την Τζοάννα, αλλά χάνει τους άντρες του σε αυτήν την προσπάθεια. Ο Ντικ, η Τζοάννα και η Αλίσια Ρίζινγκχαμ, ταξιδεύουν στο Ελατόδασος όπου και τελικά παντρεύονται. Έτσι, κρατά και την αρχική του υπόσχεση, για να συνοδέψει με ασφάλεια την Τζοάννα στο Ελατόδασος. Νωρίς το πρωί της μέρας του γάμου του, ο Ντικ περπατά στις παρυφές του δάσους. Συναντά τον φυγά πλέον Σερ Ντάνιελ, που προσπαθεί να φτάσει στον όρμο, ώστε να διαφύγει είτε στη Γαλλία είτε στη Βουργουνδία. Επειδή είναι όμως ημέρα του γάμου του, ο Ντικ δε θέλει να λερώσει τα χέρια του με αίμα. Οπότε ο Ντικ κλείνει το δρόμο του Σερ Ντάνιελ και του δίνει δύο επιλογές: Τον προκαλεί σε μάχη σώμα με σώμα ή θα τον αφήσει ώσπου να ειδοποιήσει μία περιμετρική περίπολο της Υόρκης. Ο Σερ Ντάνιελ επιλέγει συνετά να μην αντιταχθεί στον Ντικ. Λίγο αφότου φύγει, δέχεται το τελευταίο μαύρο βέλος από τον Έλλις Ντακγουερθ. Ο Ντικ βρίσκει τον Ντάκγουερθ να προσεύχεται: “Τώρα μπορείς να πάψεις να βασανίζεσαι. Το Μαύρο Βέλος δε θα χτυπήσει ξανά – η αδελφότητα διαλύθηκε”.

Ο Σερ Ρίτσαρντ και η Λαίδη Σέλτον πλέον επιστρέφουν στο φρούριο της Τάνστολ, όπου ζουν χωρίς πρόβλημα, ως το τέλος των Πολέμων των Ρόδων. Εγκαθιστούν τον καπετάνιο Άρμπλάστερ και τον Παράνομο (από την αδελφότητα του Μαύρου Βέλους) στο χωριό της Τάνστολ, όπου τους παρέχουν σύνταξη για τις υπηρεσίες τους. Ο Παράνομος αλλάζει δρόμο, επιστρέφοντας στο Τάγμα Φραγκισκανών μοναχών, υπό το όνομα: "Αδελφός Έντιμος".

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ριχάρδος (Ντικ) Σέλτον: (Ο πρωταγωνιστής). Γιος του πρόσφατα εκλιπόντος Σερ Χάρρυ Σέλτον, κληρονόμος της Τάνστολ. Δεν έχει ακόμη ενηλικιωθεί το Μάη του 1460, χρονική περίοδο του πρώτου μέρους της αφήγησης. Περιγράφεται ως «ηλιοκαμμένος γκριζομάτης».[4] Οι παράνομοι του Μαύρου Βέλους στα περίχωρα του Σόρμπι, αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον ηγέτη τους, καθώς προσπαθούν να διασώσουν την Τζοάννα Σέντλεϋ από τον Σερ Ντάνιελ. Χρίζεται ιππότης από τον Ριχάρδο τον Καμπούρη στον απόηχο της Μάχης του Σόρμπι.

Χρονολογία και Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις πληροφορίες που δίνονται στη νουβέλα, μπορούν να εντοπιστούν δύο χρονικές αναφορές, από τις ισάριθμες αφηγήσεις σκηνών μάχης: Μάιος, 1460[5] και Ιανουάριος, 1461.[6] Το σημαντικό χρονικό σημείο αναφοράς είναι η Μάχη του Γουέικφηλντ, στις 30 Δεκεμβρίου 1460, την οποία και περιγράφει ο Στίβενσον στο πρώτο κεφάλαιο του 3ου βιβλίου:

« Είχαν περάσει μήνες από τότε που ο Ρίτσαρντ Σέλτον είχε ξεφύγει από τα χέρια του φύλακά του. Πολλά γεγονότα είχαν συμβεί στην Αγγλία. Η παράταξη του Λάνκαστερ, που βρισκόταν τότε στα πρόθυρα του αφανισμού, είχε και πάλι υψώσει το κεφάλι. Οι υποστηρικτές της Υόρκης είχαν νικηθεί και σκορπίσει, με τον ηγέτη τους αιματοκυλισμένο στο πεδίο της μάχης. Φαινόταν, πως για μία πολλή σύντομη περίοδο του Χειμώνα που ακολούθησε τα προαναφερθέντα γεγονότα, ότι ο Οίκος του Λάνκαστερ είχε τελικώς θριαμβεύσει εναντίον των εχθρών του.[7]  »

Επειδή ο Ριχάρδος ο Καμπούρης, ο Ριχάρδος Γ' της Αγγλίας, παρουσιάζεται ως ενήλικας μετέχων στους Πολέμους των Ρόδων τον Ιανουάριο του 1461, ο Στίβενσον μας προσφέρει την υποσημείωση: "Κατά τη χρονολογία της ιστορίας, ο Ριχάρδος ο Καμπούρης δε θα μπορούσε να είχε χρισθεί Δούκας του Γκλώστερ, αλλά με την άδεια των αναγνωστών ας ονομαστεί έτσι.[8] Ο Ριχάρδος γεννήθηκε το 1452, οπότε θα ήταν μόλις 8 ετών όταν εκτυλισσόταν αυτή ιστορία. Μία ύστερη υποσημείωση τονίζει και πάλι: "Ο Ριχάρδος ο Καμπούρης θα ήταν πολύ νεότερος σε αυτήν τη χρονολογία" (βλ. Ιανουάριος 1461).[9] Ο Στίβενσον ακολουθεί το παράδειγμα του Σαίξπηρ, εισάγοντας τον Ριχάρδο του Γκλώστερ αναδρομικά σε μία πιο πρώιμη περίοδο των Πολέμων των Ρόδων και τον παρουσιάζει ως σκυθρωπό και καμπούρη.[10] (βλ. Ερρίκος ΣΤ', μέρος 2ο και μέρος 3ο και Ριχάρδος Γ'). Αυτός ο χαρακτηρισμός ακολουθεί στενά τον μύθο των Τυδώρ, μία παράδοση που εμφανίζει υπερβολικά κακό τον Ριχάρδο του Γκλώστερ και παρουσιάζει όλον τον 15ο αιώνα στην Αγγλία ως ένα ματοβαμένο, βαρβαρικό χάος σε αντίθεση με την εποχή των Τυδώρ, οπότε και βασίλευε ο νόμος και η τάξη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "With the end of the summer came the last chapter of The Black Arrow and our return to Hyères, where my husband took up other more exciting work" {Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, Biographical Edition with a preface by Mrs. Stevenson, (New York: Charles Scribners Sons, 1905), xii}
  2. [ http://library.sc.edu/spcoll/britlit/rls/rls3.html απόσπασμα από την πρώτη έκδοση του Μαύρου Βέλους από τις βιβλιοθήκες του πανεπιστημίου της Ν. Καρολίνας]
  3. Ruth Marie Faurot, "From Records to Romance: Stevenson's The Black Arrow and The Paston Letters," Studies in English Literature, 1500-1900, vol. 5 (Autumn 1965) 4:677
  4. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, edited with an introduction and notes by John Sutherland, (London: Penguin Books, 2007), 10
  5. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 35: "It was near six in the May morning when Dick began to ride down into the fen upon his homeward way".
  6. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 119: "It was a black, bitter cold evening in the first week of January, with a hard frost, a high wind, and every likelihood of snow before the morning".
  7. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 119, 262.
  8. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 151.
  9. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 207.
  10. Robert Louis Stevenson, The Black Arrow: A Tale of the Two Roses, σε επιμέλεια και σημειώσεις του Τζον Σάδερλαντ (John Sutherland), (London: Penguin Books, 2007), 216.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα The Black Arrow: A Tale of the Two Roses της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).