Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, 1748 πορτραίτο του Elias Gottlob Haussmann

Η Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα (Toccata und Fuge in d-Moll) BWV 565, είναι ένα έργο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ για εκκλησιαστικό όργανο. Συνετέθη πιθανότατα το 1704, κατά τη θητεία του νεαρού τότε Κάντορα (19 ετών) στον Αγ. Βονιφάτιο του Άρνσταντ.

Θεωρείται από τα σημαντικότερα και εντυπωσιακότερα έργα που περιλαμβάνει το ρεπερτόριο του συγκεκριμένου πληκτροφόρου και, έχει γνωρίσει πολλές μεταγραφές ή διασκευές, τόσο για διάφορα όργανα (πολυφωνικά όργανα της έντεχνης Δυτικής μουσικής), όσο και για ορχήστρα.

Το έργο -πέραν των άλλων- χαρακτηρίζεται από την «προχωρημένη» για την εποχή μπαρόκ τεχνική και αισθητική του. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι αυτές ακριβώς οι «ιδιομορφίες» που καθιστούν το συγκεκριμένο έργο τόσο αγαπητό και αναγνωρίσιμο, όχι μόνον στους μουσικούς κύκλους (κλασική μουσική, rock, pop και jazz) αλλά και στη λαϊκή κουλτούρα όπου έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον λ.χ. στον κινηματογράφο, στα video games κ.α.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έργα του Μπαχ για εκκλησιαστικό όργανο, δεν υπάρχει αυτόγραφο χειρόγραφο του συνθέτη που να έχει διασωθεί. Η παλαιότερη, λοιπόν, πηγή είναι ένα αχρονολόγητο αντίγραφο του γερμανού οργανίστα και συνθέτη Γιοχάνες Ρίνγκ (Johannes Ringk), ο οποίος έζησε εκείνη την εποχή και ήταν μαθητής του Γιόχαν Πέτερ Κέλνερ (Johann Peter Kellner) που, με τη σειρά του, ήταν μαθητής του Μπαχ. Ο Ρινγκ συνήθιζε να αντιγράφει έργα συνθετών εκείνης της εποχής για εκκλησιαστικό όργανο, όπως των Μπεμ, Γιόχαν Πάχελμπελ, Μπουξτεχούντε, κ.α. [1]

To εξώφυλλο του αυθεντικού αντιγράφου του Ρινγκ

Το αντίγραφο φέρει τον τίτλο Τοκάτα με Φούγκα (Toccata Con Fuga) που, μάλλον προστέθηκε αργότερα, αφού στην εποχή του μπαρόκ ήσαν συνηθισμένοι οι απλοί τίτλοι στα έργα για εκκλησιαστικό όργανο, όπως λ.χ. Πρελούδιο, Πρελούδιο και Φούγκα, κ.ο.κ. Επίσης, είναι γεμάτο από σημεία ρυθμικής αγωγής, κορώνες, κ.λ.π., πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο στα γερμανικά μουσικά κείμενα προ του 1740.

Για το συγκεκριμένο έργο φτιάχτηκαν κατά τον 19ο αιώνα, άλλα, πολυάριθμα αντίγραφα που, άμεσα ή έμμεσα, είχαν όλα τους ως πηγή το πρωτότυπο αντίγραφο του Ρίνγκ.

Μουσικολογικό ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα BWV 565, αποτελεί ένα τυπικής διάρθρωσης έργο-δείγμα της Βορειογερμανικής Σχολής για το εκκλησιαστικό όργανο. Αρχίζει με μία ελεύθερη σε έκφραση Τοκάτα, συνεχίζει με την τυπική Φούγκα και τελειώνει με έναν επίσης ελεύθερο, μικρό επίλογο. Ο πρώτος που συνέδεσε το έργο με τη Βορειογερμανική Σχολή, ήταν ο μεγαλύτερος ερευνητής του έργου τού Μπαχ στον 19ο αιώνα, Φίλιπ Σπίτα (Philipp Spitta) το 1873. Βέβαια, στο έργο υπάρχουν σημεία που αντικατοπτρίζουν την επίδραση συνθετών που δεν ανήκαν στη συγκεκριμένη σχολή, όπως για παράδειγμα, οι ρετσιτατίβο αναπτύξεις, που φέρνουν στο νού τον Γιόχαν Χάινριχ Μπούστετ (Johann Heinrich Buttstett) και το έργο του Πρελούδιο και Καπρίτσιο σε Ρε ελάσσονα.

Η πρώτη σελίδα από το αυθεντικό αντίγραφο του Ρινγκ

Ένα πέρασμα στη φούγκα, και το πρώτο μισό του θέματός της, αποτελούν πιστά αντίγραφα μιας φαντασίας του Γιόχαν Πάχελμπελ. [2] Εκείνη την εποχή, ήταν απόλυτα συνηθισμένη πρακτική ο «δανεισμός» θεμάτων ή και ολόκληρων τμημάτων ενός έργου από άλλους συνθέτες και η, στη συνέχεια, ενσωμάτωση και επεξεργασία τους.

Σύντομη ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοκάτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο ξεκινάει με κατιούσα κίνηση στην τονικότητα της Ρε ελάσσονος, όχι σε όλη την έκτασή της, αλλά από την δεσπόζουσα και κάτω, μικρό χαρακτηριστικό πέρασμα και επανάληψη της αρχικής κίνησης μία 8η χαμηλότερα. Όλο αυτό το τμήμα είναι μονοφωνικό, ελεύθερο ρυθμικά, αλλά με διπλασιασμό σε οκτάβες. Η συνέχεια είναι μία ελαττωμένη συγχορδία εβδόμης μεθ’ενάτης (ντιμινουΐτα μεθ’ενάτης), με την 9η στα μπάσα (για να παραπέμπει στο τονικό κέντρο), και ανιούσα ανάλυση της συγχορδίας νότα προς νότα σε μεγάλες αξίες. Η λύση έρχεται με την πτώση στην ομώνυμη κλίμακα της Ρε μείζονος.

Όλη αυτή η κίνηση των μόλις δύο (2)! μέτρων, ήταν αρκετή για να προβληματίσει τους ερευνητές μουσικολόγους. Ουδέποτε άλλοτε είχε καταγραφεί τέτοια ασυνήθιστη εισαγωγή σε έργο της εποχής εκείνης (Μπαρόκ), γεγονός που πιθανόν παρέπεμπε σε μουσικό έργο μεταγενέστερο (βλ.πατρότητα).

Στη συνέχεια ακολουθούν για αρκετά μέτρα, τρία ταχύτατα (prestissimo) διαδοχικά περάσματα, που το καθένα εκθέτει ένα σύντομο μοτίβο, πάλι διπλασιασμένα στην οκτάβα, ακολουθούμενα από ελαττωμένη συγχορδία μεθ’εβδόμης και πτώση στην τονική, Ρε ελάσσονα.

Στο δεύτερο μέρος της τοκάτας, έχουμε ένα πέρασμα κτισμένο γύρω από μία μελωδία δεκάτων έκτων, με φανερή την επιρροή από τα έγχορδα και το πεντάλ σε Λα.

Η τοκάτα ολοκληρώνεται με νέο διανθισμένο πέρασμα τριπλέτας δεκάτων έκτων, με διπλασιασμό στην 6η , και σταδιακή μετάβαση στη φούγκα μέσω πτώσης στην τονική.

Η περίφημη εισαγωγή της τοκάτας

Φούγκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα της τετράφωνης φούγκας είναι δομημένο αποκλειστικά με δέκατα έκτα, όπου κυριαρχεί φθόγγος-πεντάλ, απέναντι σε μικρό μελωδικό μοτίβο με άλλοτε ανιούσα και άλλοτε κατιούσα κατεύθυνση. Η πραγματική απάντηση εισάγεται αμέσως με τον τερματισμό του θέματος, αλλά στην υποδεσπόζουσα (!), αντί για τη συνηθισμένη δεσπόζουσα.

Μετά την είσοδο όλων των φωνών η αντιστικτική επεξεργασία οδηγεί σε πτώση στην 6η βαθμίδα (πλάγια πτώση), κατόπιν υπάρχει καντέντσα που ουσιαστικά αποτελεί την κόντα της φούγκας και φέρνει στο νου την τοκάτα, μία σειρά συγχορδιών και αρπέζ, νέες συγορδίες σε αργότερο τέμπο και, φινάλε, που αναγνωρίζεται ως η εισαγωγή της τοκάτας.

Πατρότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, έκαναν την εμφάνισή τους κάποιες μουσικολογικές κριτικές που έθεταν υπό αμφισβήτηση την πατρότητα του έργου. Σε μία από αυτές, ο μουσικολόγος Π. Ουίλιαμς (1981) [3] παρέθετε τα εξής «παράδοξα» κατ’αυτόν στοιχεία:

  • Παράλληλες οκτάβες στην εισαγωγή της τοκάτας (παρατηρείται για πρώτη φορά).
  • Πραγματική απάντηση στο θέμα της φούγκας στην υποδεσπόζουσα (εξαιρετικά σπάνιο).
  • Πεντάλ στο θέμα της φούγκας ασυνόδευτο (παρατηρείται για πρώτη φορά).
  • Αντιθέματα μόνο στην 3η και 6η του θέματος (εξαιρετικά σπάνιο για Μπαχ).
  • Πλάγια πτώση με καντέντσα μετά την έκθεση των φωνών της φούγκας (παρατηρείται για πρώτη φορά).

Βέβαια, ο ίδιος ο Ουίλιαμς αναφέρει ότι, κάποια από τα προαναφερθέντα μπορούν να δικαιολογηθούν από την υπόθεση ότι, το BWV 565 είναι μεταγραφή ενός -χαμένου σήμερα- έργου για βιολί , πράγμα που εύκολα θα οδηγούσε στον Μπαχ, ο οποίος επανειλημμένα χρησιμοποιούσε δικά του έργα, ή τμήματα από αυτά, για τη σύνθεση νέων έργων.

  • Τη θεωρία ότι, το BWV 565 δεν ανήκει στον Μπαχ, απορρίπτει κατηγορηματικά ο μεγαλύτερος σύγχρονος ερευνητής τού έργου του, Κρίστοφ Βολφ, (Christoph Wolff), ο οποίος αποδίδει τις συγκεκριμένες «ιδιομορφίες» στους εξής δύο λόγους: Πρώτον, στο ότι ο νεαρός συνθέτης (19 ετών) δεν έχει ακόμη κατασταλάξει στο -τόσο ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ύφος- που χαρακτηρίζει τα έργα του και, δεύτερον, στo «ελάττωμα» που παρουσίαζε το -κατά τα άλλα- μοντέρνο εκκλησιαστικό όργανο στο Άρνσταντ, να μη διαθέτει Συστοιχία τών 16-ποδών (manualiter). Τότε γίνεται σαφές ότι ο διπλασιασμός στις οκτάβες, ήταν ένας ευφυής τρόπος, ώστε να αντισταθμιστεί αυτή η έλλειψη και άρα να δημιουργηθεί ένας ήχος organo pleno που, τυπικά, απαιτεί την ανάγκη ενός βασίμου 16-ποδών. [4] Άλλωστε, το ίδιο πιθανολογεί και ο Ουίλιαμς με δεδομένη την υπόθεσή του ότι μπορεί να είναι μεταγραφή από βιολί, οπότε δικαιολογούνται απολύτως οι παράλληλες οκτάβες και οι συνεχείς 3ες και 6ες, για να «γεμίσουν» την αρμονία τού κομματιού, που αλλιώς θα ηχούσε εξαιρετικά φτωχό στο εκκλησιαστικό όργανο.

Την ίδια γνώμη έχει και ο εκτελεστής του εκκλησιαστικού οργάνου Ν.Σράντερ (David Scrader), που έχει ηχογραφήσει το έργο, και αναγνωρίζει τη «φύση» του βιολιού στην παρτιτούρα. Επί πλέον, στο αυθεντικό αντίγραφο του Ρίνγκ, αναγράφεται καθαρά το όνομα του Μπαχ. Ο Ρινγκ (1717-1778) έχοντας ζήσει ακριβώς εκείνη την εποχή, θεωρείται από τις πιο αξιόπιστες πηγές αυθεντικών αντιγράφων του μεγάλου Κάντορα.

  • Πέρα από αυτά, το έργο χαρακτηρίζεται από το «χέρι» ενός δημιουργού-γνώστη του τρόπου να «παραβιάζει» τους κανόνες που ο ίδιος είχε θέσει με το συνολικό του έργο.

Μεταγραφές και διασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα BWV 565, είναι ένα από τα λίγα έργα της έντεχνης Δυτικής μουσικής που έχει μεταγραφεί και διασκευαστεί τόσες πολλές φορές. Αυτό ισχύει τόσο για τους συνθέτες της λεγόμενης κλασσικής μουσικής, όσο και για τους μουσικούς όλων των ειδών (τζαζ, κινηματογράφου, ποπ, κ.ο.κ) και οι αναφορές είναι μόνον ενδεικτικές.

Ο πολωνός πιανίστας Καρλ Τάουσιγκ, μαθητής του Λιστ, ήταν από τους πρώτους που μετέγραψε το έργο για πιάνο.

Η ουαλή πιανίστα Μαρία Νοβέλο, θεωρείται η πρώτη που ηχογράφησε το έργο για πιάνο και, μάλιστα, τη μεταγραφή του Τάουσιγκ.

Άλλοι πιανίστες-μεταγραφείς του έργου ήσαν οι βιρτουόζοι Πέρσι Γκρέιντζερ (Αυστραλία) , Ιγνάτιος Φρήντμαν (Ισραήλ) και Λουϊ Μπρασέν (Βέλγιο).

Ο Φερούτσιο Μπουζόνι συνθέτης σύγχρονης μουσικής, έκανε μία εξαιρετική μεταγραφή για πιάνο, όπου διακρίνεται η προσπάθειά του να μεταφέρει στον ακροατή το «πνεύμα» του εκκλησιαστικού οργάνου.

Το έργο εύκολα μεταγράφεται λόγω της φύσης του για μπάντες πνευστών. Σ’αυτή την κατηγορία ανήκει ο αμερικανός Ντόναλντ Χάνσμπέργκερ.

Από τους διευθυντές ορχήστρας, ξεχωριστή θέση λόγω της προσήλωσής του στον Μπαχ κατέχει ο βρετανικής καταγωγής Λέοπολντ Στοκόφσκι. Μετέγραψε πολλές φορές το έργο για ορχήστρα και η ηχογράφηση σε δίσκο βινυλίου το 1927 θεωρείται ιστορική.

Άλλοι σπουδαίοι μαέστροι που μετέγραψαν το έργο για ορχήστρα είναι ο Ευγένιος Όρμαντι (Ουγγαρία) και ο Ρενέ Λάιμποβιτς (Γαλλία).

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 το καναδέζικο σύνολο χάλκινων πνευστών Κανέιντιαν Μπράς, διασκεύασε το έργο για κουιντέτο χάλκινων σε μια απόδοση, που επρόκειτο να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τα σύνολα χάλκινων πνευστών παγκοσμίως. Περισσότερες από 20.000 παρτιτούρες με τη συγκεκριμένη διασκευή έχουν πωληθεί, ενώ η ηχογράφησή της σε CD εξακολουθεί μέχρι σήμερα (τελευταία ηχογράφηση το 2012).

To 1997 o ιταλός φλαουτίστας Σαλβατόρε Σαρίνο μετέγραψε το έργο για φλάουτο!

Το έργο έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στον κινηματογράφο, σε ταινίες όλων των ειδών. Λόγω του χαρακτήρα τού ακούσματός του έχει χρησιμοποιηθεί σε δραματικές ταινίες, ταινίες θρίλερ, ακόμη και σε κωμωδίες (πολλές φορές σε φθηνές και χαμηλής αισθητικής παραγωγές). Η πλέον γνωστή εκδοχή είναι εκείνη στην ταινία κινουμένων σχεδίων Φαντασία,των στούντιο Ντίσνεϋ (1940), μία παραγωγή υψηλής καλλιτεχνικής αξίας που είναι κλασσική στο είδος της.

Τέλος, έχει χρησιμοποιηθεί ως πηγή έμπνευσης σε τραγούδια στην ροκ, ποπ και τζαζ σκηνή, ενώ έχει αποτελέσει μουσική υπόκρουση σε video games και ringtones.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Williams 2003, p.155
  2. Newman, Anthony. 1995. Bach and the Baroque: European Source Materials from the Baroque and Early Classical Periods with Special Emphasis on the Music of J.S. Bach, 181. Pendragon Press, 1995
  3. Williams , 1981
  4. Wolff, Christoph. 2002a. Johann Sebastian Bach: The Learned Musician, Oxford University Press
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Toccata en Fuga in d-moll (BWV 565) της Ολλανδικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Toccata and Fugue in D minor, BWV 565 της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).