Τεχνητή γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η τεχνητή ή κατασκευασμένη γλώσσα, γνωστή άτυπα στη διεθνή ορολογία και ως conlang, είναι μια γλώσσα της οποίας η φωνολογία, η γραμματική και το λεξιλόγιο, έχουν επινοηθεί συνειδητά από ένα άτομο ή μια ομάδα, αντί να έχουν εξελιχθεί φυσικά. Υπάρχουν πολλοί πιθανοί λόγοι για να δημιουργηθεί μια τεχνητή γλώσσα: από το να διευκολύνει την ανθρώπινη επικοινωνία, μέχρι να φέρει έναν φανταστικό ή κατασκευασμένο κόσμο στην ζωή. Επίσης για τον γλωσσικό πειραματισμό ή για λόγους καλλιτεχνικής δημιουργίας και έκφρασης. Τέλος μπορεί να δημιουργηθεί για γλωσσικά παιχνίδια.

Η έκφραση σχεδιασμένη γλώσσα μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια διεθνή βοηθητική γλώσσα και άλλες γλώσσες που έχουν σχεδιαστεί για πραγματική χρήση στην ανθρώπινη επικοινωνία. Μερικοί τον προτιμούν από τον όρο "τεχνητή", καθώς ο τελευταίος μπορεί να έχει μια αρνητική χροιά σε κάποιες γλώσσες. Έξω από την εσπεραντική κοινότητα, ο όρος γλωσσικός σχεδιασμός σημαίνει τις οδηγίες που δίνονται σε μια φυσική γλώσσα με σκοπό την "κανονικοποίησή" της. Από αυτήν την άποψη, ακόμα και "φυσικές γλώσσες" μπορεί να είναι τεχνητές σε κάποιες εκφράσεις τους. Στην περίπτωση μιας επίσημης γραμματικής, όπου υπάρχουν καθολικοί (τεχνητοί ως επί το πλείστον) κανόνες, η διαχωριστική γραμμή είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί. Ο όρος γλωσσοποιία (αγγλ.: glossopoeia) , που επινοήθηκε από τον Τζον Τόλκιν (ο οποίος κατασκεύασε την Quenya), χρησιμοποιήθηκε επίσης για να δηλώσει την κατασκευή της γλώσσας, ιδίως της καλλιτεχνικής γλώσσας.[1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sarah L. Higley: Hildegard of Bingen's Unknown Language. Palgrave Macmillan, 2007.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Constructed language της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).