Στύγα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Στύγα (Στυξ) ήταν αρχέγονη χθόνια θεότητα, απεχθής και φρικαλέα, [σ 1] προσωποποίηση του ομώνυμου ποταμού του Άδου.

Η θεά Στύγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεογονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Στύγα ήταν κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος[1] ή κόρη του Ερέβους και της Νυκτός.[2] [σ 2] Από τον Δία απέκτησε την Περσεφόνη[3] και από τον Πάλλαντα την Νίκη, τον Ζήλο, το Κράτος [σ 3] και την Βία.[4] Στα παιδία της από τον Πάλλαντα ο Υγίνος προσέθεσε και την Σκύλλα.[5] Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, σύζυγος της ήταν ο Πείρας με τον οποίο έκανε την Έχιδνα.[6]

Η συμβολή της στην Τιτανομαχία και η ανταμοιβή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατοικούσε μακριά από τους άλλους θεούς, στη βαθειά σκοτεινιά του Άδη, μέσα στο φωλιασμένο πάνω σε πανύψηλες ασημένιες κολώνες ξακουστό παλάτι της.[7]

Ανέβηκε στον Όλυμπο μόνο μια φορά: όταν έσπευσε μαζί με τα παιδιά της να βοηθήσει τον Δία στην άγρια και αμφίρροπη μάχη του εναντίον των Τιτάνων. Όταν αυτός τελικά επικράτησε, ανταμείβοντάς την, όρισε να δίνουν πλέον οι θεοί όρκο στο ιερό της όνομα και προσκάλεσε τα παιδιά της να έρθουν να ζήσουν για πάντα μαζί του στο Όλυμπο.[8] Το Κράτος και η Βία θα γίνουν έκτοτε μόνιμοι παραστάτες του, σκληροί εκτελεστές των δυναστικών του αποφάσεων.[σ 4]

Ο Στύγιος ποταμός και η λίμνη Στύγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαλκογραφία του Γκουστάβ Ντορέ.

Η Στύγα ήταν επίσης και ένα από τα μεγάλα ποτάμια του κάτω κόσμου, παρακλάδι η ίδια του αρχέγονου Ωκεανού.[9] Από την κορυφή ενός απόκρημνου βράχου του Τάρταρου ανάβλυζε το νερό που σχημάτιζε αρχικά τον Στύγιο ποταμό και μετά την λίμνη Στύγα.[10] Τα νερά τους είχαν την τρομερή δύναμη να διαλύουν και να αφανίζουν ότι έπεφτε μέσα τους.

Αυτά τα νερά ανακατεμένα με θειάφι χρησιμοποιούσαν οι Τελχίνες για να καταστρέψουν φυτά και ζώα,[11] και σ' αυτά επίσης η Θέτις (σύμφωνα μ' έναν μετα-ομηρικό μύθο που διέσωσε ο Ρωμαίος Στάτιος[12]) βούτηξε τον νεογέννητο Αχιλλέα και έτσι τον κατέστησε άτρωτο - εκτός φυσικά από το σημείο που τον κράταγε, την περιβόητη αχίλλειο πτέρνα.

Ο Όρκος των θεών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως γράφει ο Ησίοδος, όταν δυο θεοί φιλονικούσαν μεταξύ τους κι ο Δίας δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος λέει αλήθεια και ποιος όχι, έστελνε την Ίριδα να φέρει από τον Άδη λίγο από το νερό της Στύγας μέσα σε χρυσό κανάτι. Οι θεοί έπρεπε να ορκιστούν τότε μπροστά στο φοβερό νερό. Ο επίορκος έπεφτε αμέσως παράλυτος κάτω, χωρίς ανάσα και φωνή. Για έναν ολόκληρο χρόνο θα παράμεινε σ' αυτήν την κατάσταση. Αλλά και μετά, όταν θα συνερχόταν από το κώμα, για άλλα εννιά χρόνια θα βρίσκονταν αποκλεισμένος από τα συμβούλια και τα συμπόσια των θεών.[13]

Η Αρκαδική Στύγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηλά στα Αροάνια όρη από έναν απόκρημνο σκοτεινό βράχο αναβλύζει και σήμερα ακόμη πηγή που οι αρχαίοι ονόμαζαν Ύδωρ Στυγός[14] και οι σημερινοί Μαυρονέρι. Τα νερά της πηγής χάνονται προσωρινά σε καταβόθρες και επανεμφανίζονται πιο πέρα για να ενωθούν με τον Κράθι ποταμό.

Το σκούρο χρώμα τους οφείλονταν, σύμφωνα με τον μύθο, στη θεά Δήμητρα: Όταν αυτή μεταμορφωμένη σε φοράδα (για να ξεφύγει από τον Ποσειδώνα που την είχε ερωτευθεί και την κυνήγαγε) ήρθε και καθρεφτίστηκε μέσα τους, η εικόνα που αντίκρισε δεν της άρεσε καθόλου· ταράχθηκε κι αμέσως το ποτάμι έγινε μαύρο.[15]

Οι αρχαίοι πίστευαν ότι τα νερά της πηγής προέρχονταν από τον χθόνιο ποταμό της Στύγας και γι' αυτό ασφαλώς οι Αρκάδες συνήθιζαν να ορκίζονται μπροστά τους μιμούμενοι τον Όρκο των θεών.[16] Πίστευαν ακόμη ότι είχαν παρόμοιες με τα χθόνια νερά μαγικές δυνάμεις: ό,τι δηλαδή ζωντανό έπεφτε μέσα τους δηλητηριαζόταν και πέθαινε, ενώ τα αγγεία από πηλό ράγιζαν και αυτά από μέταλλο (ακόμη και από χρυσό) σκούριαζαν και διαλύονταν. Κανένα δοχείο δεν μπορούσε να συγκρατήσει το ύδωρ της Στυγός εκτός κι' αν ήταν κατασκευασμένο από οπλή αλόγου.[17] [σ 5]

Το ύδωρ της Στυγός και ο θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με φήμες που αναφέρουν αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί[18], ο Αλέξανδρος πέθανε δηλητηριασμένος από νερό της Στύγας που έριξε κρυφά στο κρασί του ο οινοχόος του Ιόλλας. Εμπνευστής της συνομωσίας φέρεται ο Αντίπατρος με εκτελεστές τους γιούς του και σύμβουλο ή προμηθευτή του δηλητηρίου τον Αριστοτέλη.

Η κουκουβάγια στύγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Λεξικό του Ησυχίου αναφέρεται και ένα πουλί με όνομα στύγα (στύξ),[19] πού ήταν ίσως ένα είδος μπούφου ή κουκουβάγιας. Η κουκουβάγια ήταν άλλωστε σύμβολο των χθόνιων θεών, το σκοτεινό πουλί της Στύγας όπως λέει ο Οβίδιος.[20]

Το πουλί στύγα αναφέρει και ό Αντωνίνος Λιβεράλις στην ιστορία της Πολυφόντης.[21] Ο Ερμής, λέει, αφού τιμώρησε τους γιούς της επειδή ήταν ασεβείς με τους θεούς και σκληροί με τους ανθρώπους, μεταμόρφωσε και την ίδια στο νυχτοπούλι στύγα που το κρώξιμο του τη νύχτα προαναγγέλλει πόλεμο και διχόνοια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η λέξη στύξ προέρχεται από το ρήμα στυγέω [μισώ, απέχθανομαι]. Στύγα σημαίνει στην κυριολεξία η Μισητή, η Φρικαλέα. (Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Ι. Σταματάκου)
  2. Ο Κ. Κερένυϊ (στην "Μυθολογία" του) κάπου γράφει πως ήταν κόρη της Θέτιδος και κάπου αλλού κόρη της Τηθύος. Αλλά, όπως σημειώνει ο ίδιος (σελ. 53): " λίγο ξέρει κανείς αν η Τηθύς, η Θέτις και η Ευρυνόμη δεν είναι η παρουσία της ίδιας θεάς, εκείνης μάλιστα που τριπλά συνδέεται με τη θάλασσα και ονομάζεται διαφορετικά, ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο". (Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας)
  3. Σε ορισμένα νεοελληνικά κείμενα, όπως στη μετάφραση της "Μυθολογίας" του Κερένυϊ, αποδίδεται ως ο Κράτος (στο αρσενικό γένος).
  4. Στον "Προμηθέα Δεσμώτη" του Αισχύλου βλέπουμε, στην αρχή του έργου, τον Κράτο να πιέζει τον δισταχτικό Ήφαιστο να εκτελέσει την προσταγή του Δία και ν' αλυσοδέσει τον αιχμάλωτο Τιτάνα, ενώ η Βία παρίσταται όπως πάντα σιωπηλή και έτοιμη.
  5. Παίρνοντας στοιχεία από τους μύθους για την Στύγα, ο Πλάτων αργότερα επινόησε τον Αμέλη ποταμό, τον χθόνιο ποταμό της λήθης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ησίοδος, Θεογονία, 361-363. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2.2.
  2. Υγίνος, Fabulae, proefatio I.
  3. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 3.1.
  4. Ησίοδος, Θεογονία, 383-385. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2.4.
  5. Υγίνος, Fabulae, proefatio XVII.
  6. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Αρκαδικά, 18.2.
  7. Ησίοδος, Θεογονία, 775-779.
  8. Ησίοδος, Θεογονία, 797-401. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2.5.
  9. Ησίοδος, Θεογονία, 789.
  10. Πλάτων, Φαίδων, 113c.
  11. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίον ΙΔ, 2.7.
  12. Στάτιος, Αχιλληίς, Βιβλίον 1.
  13. Ησίοδος, Θεογονία, 782-806.
  14. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά), 17.6.
  15. Πτολεμαίος Χέννος, Καινή Ιστορία, Βιβλίον 3, (Βιβλιοθήκη Φωτίου, 190).
  16. Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, Βιβλίο Ζ (Ερατώ), 74-1.
  17. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά),18.4-18.6.
  18. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασης, Βιβλίο έβδομο, 27.1, 27.2. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος, 77. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά), 18.6. Κούρτιος Ρούφος, Ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου, τόμος 3 (LIV. X). Ιουστίνος, Επιτομή των Φιλιππικών του Πομπήιου Τρόγου, Βιβλίον ΙΒ, κεφ. 14.
  19. Ησύχιος, Γλώσσαι / Σ ("Στύξ• κρήνη εν άδου ή ο σκώψ το όρνεον ή όρκος θεών").
  20. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, XV, 779.
  21. Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων συναγωγή, 21.

Ελεύθερης πρόσβασης αρχαία κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την θεά Στύγα και τον χθόνιο ποταμό Για το Ύδωρ της Στυγός
Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Α, 2.2, 2.4, 3.1. αρχ. Πλάτων, Φαίδων, 113c. αρχ.&μτφ. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Βιβλίον Ζ', 74.1, 74.2. αρχ.&μτφ
Ησίοδος, Θεογoνία, 361-363, 383-385, 775-806. αρχ. Στάτιος, Αχιλληίς, Βιβλίον 1. αγγ.μτφ. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις , Αρκαδικά, 18. αρχ.
Όμηρος, Ιλιάς, Ραψωδία O , 36-38. αρχ.&μτφ. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίον ΙΔ, 2.7. αρχ. Πτολεμαίος Χέννος, Καινή Ιστορία, Βιβλιοθήκη Φωτίου 190. αρχ.
Όμηρος, Οδύσσεια, Ραψωδία Ε, 184-186. αρχ. Υγίνος, Fabulae, proefatio, I & XVII. λατ. ...και την δηλητηρίαση του Μ. Αλεξάνδρου
Ομηρικός ύμνος, Εις Απόλλωνα [Δήλιον], 84-86. αρχ. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Βιβλίο Ζ, 27.1, 27.2. αρχ
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις , Αρκαδικά, 18.2. αρχ. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος, 77. αρχ.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κ. Κερένυϊ, Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996
  • J.-P. Vernant, Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, Δαίδαλος - Ζαχαρόπουλος.
  • J.-P. Vernant, Το Βλέμμα του Θανάτου, Αλεξάνδρεια, 1992.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]