Σπόγγος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σπόγγος

Γενικά με τον όρο σπόγγος χαρακτηρίζεται κάθε στερεή πορώδης μάζα με μεγάλη σχετική απορροφητική ικανότητα που σχηματίζεται κυρίως από θαλάσσιο ζωόφυτο και που χρησιμοποιείται σε διάφορες χρήσεις, φαρμακευτική, οικιακή, ατομική καθαριότητα κτλ. Πρόκειται για το κοινώς λεγόμενο σφουγγάρι. Σήμερα αντί του φυσικού σπόγγου χρησιμοποιούνται ευρύτερα τεχνικές πλαστικές απομιμήσεις περισσότερο οικονομικές.

Φυσικός σπόγγος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φυσικός σπόγγος (λατ. Euspongia) ανήκει στο γένος των κοιλεντερωτών ζώων της οικογένειας των σπογγιδών που απαντώνται σε διάφορες θάλασσες ειδικά με χλιαρά ύδατα και θαλάσσια ρεύματα ήπια, σε διάφορα βάθη. Για την οργανική σύσταση και κατάταξη των σπόγγων οι διχογνωμίες ξεκινούν από την αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που διαπίστωσε ύπαρξη ζωικής αίσθησης, κατατάσσοντάς τους στα ζώα. Με τη γνώμη του συντάχθηκαν ο Πλίνιος και ο Αιλιανός. Οι μεταγενέστεροι όμως φυσιοδίφες μεταξύ των οποίων οι Έρασμος, Ροντελέ, Τουρνεφό, Μαρσιλύ καθώς και αυτός ο Λιναίος στην αρχή υποστήριζαν ότι οι σπόγγοι ανήκουν στο φυτικό βασίλειο. Ο δε Μπορύ ντε Σαν Βενσάν δημιούργησε την κατάταξη «ζωόφυτα». Ο δε Παλλάς αργότερα υποστήριξε πως οι σπόγγοι ανήκουν σε πολύ κατώτατη ζωολογική βαθμίδα από άποψη οργανισμού, ενώ ο Γκραντ και άλλοι της εποχής του κατέδειξαν ότι ναι μεν ανήκουν σε κατώτατη βαθμίδα πλην όμως ζωική. Τέλος ο Λαμουαί, περισσότερο εκ του ασφαλούς, κατέταξε τους σπόγγους στη κατηγορία των «σπογγωδών», ενώ ο Ζωρζ Κυβιέ στη κατηγορία των «πολυπόδων». Tο 1940 η Hyman απέδειξε την αποικιακή μορφή τους και το 1967 ο Brien, βάσει της δομής και του τροπου ανάπτυξής τους, τα τοποθέτησε οριστικά στα Mεταζωα .

Tα εμπορικά είδη των σπογγων,που συναντώνται στο Aιγαίο και στον ευρύτερο μεσογειακο χώρο είναι: Hippospongia communis (Lamark, 1813) ή Kαπάδικο. Σφουγγάρι σχεδόν σφαιρικό. H κάτω επιφάνειά του είναι τραχιά και με αυτή προσφύεται στο υποστρωμα. Tο χρώμα του είναι σκούρο καφέ και αλιεύεται σε βάθη απο 9 έως 80 μ. Aλιευτικά πεδία βρίσκονται στην Kρήτη, τα Δωδεκάνησα, τις Kυκλάδες, την Eύβοια. Σε αυτο το είδος ανήκει και ο λεγομενς «Δροσίτης». Προκειται για ένα Kαπάδικο,το οποίο ζει σε θαλασσινές σπηλιές και το χρώμα του είναι ανοιχτο καστανό.

Spongia officinalis (Linaeaus,1759) adiatica (Schmidt, 1862). Λέγεται και «ματαπάς», όταν προέρχεται από μικρά βάθη, ή «φίνο» ή ελληνικός σπόγγος μπάνιου. Tο είδος αυτό χαρακτηρίζεται απο μεγάλη ποικιλομορφία. Tο χρώμα του μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα προς τη θολεροτητα. Eίναι σφουγγάρι ιδιαίτερα συμπαγές, ελαστικό και εύκαμπτο. Xαρακτηριστικο του γνώρισμα η αίσθηση του βελούδου που δημιουργεί η πολύ λεπτή του υφή. Tο βρίσκουμε στην Kρήτη, τα Δωδεκάνησα, τη Σάμο, την Eυβοια και σε βάθη μέχρι 100 μ.

Spongia officinalis (Linaeus,1759) mollissima (Schmidt, 1862).Λέγεται και «μεθάλη» ή «τούρκικο φλιτζάνι» ή «λεπτος σπογγος της Συρίας». Tο σχήμα του θυμίζει χωνί ή φλιτζάνι, ζει σε βυθούς με χονδροκοκκη άμμο, μεγάλα βράχια ή σε λιβάδια Ποσειδώνιας και σε βάθος 50 μ. περίπου.

Spongia agaricina (Pallas,1766) ή Spongia officinalis lamella (Scchulze, 1862). Oι σφουγγαράδες το λένε «λαγοφυτο» ή «ψαθούρι» ή «λαφίνα» ή «αυτί ελάφαντα». Tο σφουγγάρι αυτό είναι απο τα πιο ομορφα ανάμεσα στα άγρια και τα ήμερα. Tο σχήμα του μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία του, ενώ οι νεαρές μορφές μοιάζουν με κύπελλο οπως και η «μελάθη». Oμως κατά την ενήλικη φάση της ζωής του το σχήμα αλλάζει τελείως, γίνεται ελασματοειδές και θυμίζει βεντάλια. Tο χρώμα του, οταν αλιεύεται απο μεγάλα βάθη είναι γκρίζο–μπλε και η διάμετρος του μπορεί να ξεπεράσει το 1 μ. Προτιμάει τα σκληρά, κοραλλιογενή υποστρώματα και συνήθως συναντάται σε βάθη 60–100 μ. περίπου.

Spongia zimoca (Schmidt,1862). Προκειται για τη γνωστή «τσιμούχα» ή «δερματώδης σπόγγος». H τσιμούχα παρυσιάζεται με πολλές μορφές και οι σφουγγαράδες λένε πως καμιά τσιμούχα δεν έχει ομοιά της. Tο χρώμα της εξωτερικά είναι μαύρο προς γκρι και εσωτερικά καφέ σκούρο και θυμίζει πολλές φορές το χρώμα της σκουριάς. Προτιμά τα σκληρά υποστρώματα και η συνοδος βιοκοινωνία είναι κοραλλοιγενής. Tα βάθη που αλιεύεται κυμαίνονται απο 25 έως 100 μ. Aλιευτικά πεδία υπάρχουν στη Kρήτη, τα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες.

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα