Σαρδέλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σαρδέλα
Ευρωπαϊκή σαρδέλα, Sprattus sprattus sprattus
Ευρωπαϊκή σαρδέλα, Sprattus sprattus sprattus
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγια (Actinopterygii)
Τάξη: Clupeiformes (Clupeiformes)
Οικογένεια: Clupeidae (Clupeidae)
Girgensohn, 1846

Τα είδη του γένους Sardina, κοινώς γνωστά ως σαρδέλες, είναι απ’ τα πιο διαδεδομένα στο ευρύ κοινό εμπορεύσιμα είδη ψαριών και συναντώνται στις περισσότερες θάλασσες. Η Sardina pilchardus είναι το είδος σαρδέλας που συναντάται στην Ευρώπη, με μεγάλη συμβολή στην διατροφή και το εμπόριο.

Χαρακτηριστικά της οικογένειας Clupeidae[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρδέλα της Ευρώπης, το είδος Sardina pilchardus, ανήκει στην οικογένεια Clupeidae της κλάσης Actinopterygii.

Τα χαρακτηριστικά της οικογένειας ως προς την μορφολογία περιλαμβάνουν διάφορους τύπους σχήματος του σώματος, από τορπιλοειδές (σχεδόν κυκλική κάθετη τομή) μέχρι αρκετά συμπιεσμένο πλευρικά. Τα είδη της οικογένειας Clupeidae δεν φέρουν λέπια στο κεφάλι, ενώ στο υπόλοιπο σώμα τα λέπια είναι κυκλοειδή. Κάποια είδη φέρουν κοιλιακές φολίδες. Η πλευρική γραμμή είναι σύντομη και σε κάποια είδη σταματάει λίγα λέπια μετά το τελευταίο όριο της κεφαλής. Σε ορισμένα είδη, δε, απουσιάζει πλήρως. Τα δόντια είναι ιδιαίτερα μικρά και βρίσκονται στις σιαγόνες. Φέρουν ένα ραχιαίο πτερύγιο μικρού μήκους και τοποθετημένο προς το κέντρο του σώματος. Τα κοιλιακά πτερύγια βρίσκονται κοντά στην βάση του ραχιαίου, και οι ακτίνες όλων των πτερυγίων είναι μαλακές. Κάποια είδη δεν έχουν ραχιαίο και κοιλιακά πτερύγια.

Είναι είδη παράκτια που ζουν σε κοπάδια, τόσο σε θαλασσινά όσο και γλυκά νερά. Κάποια είδη είναι ανάδρομα, δηλαδή μεταναστεύουν από το θαλάσσιο περιβάλλον στα εσωτερικά ύδατα.

Η διατροφή της οικογένειας αυτής περιλαμβάνει κυρίως πλανκτονικούς οργανισμούς. Το μέγεθος κυμαίνεται από 2cm μέχρι 27cm. Η οικογένεια Clupeidae περιλαμβάνει ψάρια μεγάλης εμπορικής σπουδαιότητας, που χρησιμοποιούνται τόσο στην διατροφή, όσο και στην παραγωγή ιχθυελαίου και τροφής για ψάρια.

Ανατομία και μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σώμα του είδους είναι υποκυλινδρικό, με στρογγυλή κοιλιά που στα νεαρά άτομα είναι περισσότερο συμπιεσμένη. Το βραγχιακό άνοιγμα είναι στρογγυλεμένο στο οπίσθιο μέρος, χωρίς να φέρει σαρκώδεις εκφύησεις[1]. Φέρει μόνο μαλακές ακτίνες σε όλα τα πτερύγια. Το ραχιαίο πτερύγιο έχει 12-13 ακτίνες (D12-13) και το εδρικό πτερύγιο έχει 12-13 ακτίνες (A12-13)[2]. Το ουραίο πτερύγιο είναι διχαλωτό ισόλοβο. Στο εδρικό πτερύγιο οι δύο τελευταίες ακτίνες είναι επιμήκεις.

Στο σώμα φέρει 3 με 5 διακριτές ραβδώσεις που εκτείνονται προς τα κάτω και προς το χαμηλότερο τμήμα του βραγχιακού καλύμματος. Επίσης, μπορεί να φέρει μία με τρεις σειρές από κηλίδες πλευρικά στα ανώτερα σημεία του σώματος[1]. Ο χρωματισμός της ράχης είναι πράσινο-καφέ και κατά μήκος των πλευρών φέρει μία μπλε λωρίδα. Η κοιλιά είναι χρώματος ασημί ή λευκού, ενώ τα πτερύγια είναι άχρωμα, εκτός του ραχιαίου που έχει έναν απροσδιόριστο ελαφρύ χρωματισμό. Το μέγιστο καταγεγραμμένο μήκος είναι 27,5cm, ενώ το μέσο μήκος είναι 20cm. Η σεξουαλική ωρίμανση επιτυγχάνεται όταν το ψάρι έχει μήκος 11-15cm[3].

Βιολογία, διατροφή και αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος Sardina pilchardus ζει σε παράκτιες περιοχές, σχηματίζοντας κοπάδια, σε βάθη από 25m μέχρι 55m. Κατά την διάρκεια της ημέρας μπορεί να κατέλθει ακόμα και σε βάθος 100m, ανεβαίνοντας στα 10m με 35m την νύχτα. Τρέφονται κυρίως με πλακτονικά οστρακοειδή, αλλά και με μεγαλύτερους οργανισμούς[2], πραγματοποιώντας ημερήσια κάθετη μετανάστευση σε αναζήτηση τροφής[4].

Αναπαράγονται σε βάθος 20-25m[1] σε ομάδες, τόσο κοντά σε ακτές, όσο και στην ανοιχτή θάλασσα, παράγοντας 50000-60000 αυγά με μέση διάμετρο 1.5mm[2]. Τα αυγά αφήνονται αφύλακτα στην ανοιχτή θάλασσα ή στον πυθμένα[5]. Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα τον Απρίλιο στις περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας, τον Ιούνιο με Αύγουστο στην Βόρεια και τον Εύξεινο Πόντο, από Σεπτέμβριο μέχρι Μάιο στις ακτές της Μεσογείου και Νοέμβριο με Ιούνιο στις Αφρικανικές ακτές της Μεσογείου[1]. Η μέγιστη ηλικία που έχει καταγραφεί είναι τα 15 χρόνια[3].

Βιότοπος και γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Sardina pilchardus είναι είδος πελαγικό, αλλά και νηριτικό. Συναντάται σε όλα τα είδη υδάτων, από θαλασσινό και υφάλμυρο μέχρι γλυκά εσωτερικά ύδατα, και είναι κυρίως ωκεανόδρομο. Η κατανομή βάθους είναι 10-100m, ενώ συνήθως συναντάται σε βάθος 25-100m. Η γεωγραφική εξάπλωση περιλαμβάνει τις εξής περιοχές[2]:

Συναντάται σε όλη την Ελλάδα.

Στοιχεία συμπεριφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα είδη σαρδέλας, όπως και το είδος Sardina pilchardus, σχηματίζουν κοπάδια, και μάλιστα με ιδιαίτερα σφιχτή δομή. Ο σχηματισμός κοπαδιών είναι αρκετά συνηθισμένος στα ψάρια (25%). Περίπου 80% όλων των ειδών ψαριών παρουσιάζουν μια φάση σχηματισμού κοπαδιών κατά την διάρκεια της ζωής τους. Ο σχηματισμός κοπαδιών θεωρείται ένας αποτελεσματικός τρόπος μετακίνησης κάτω από την θάλασσα και έχει πολλά οφέλη για τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτά.

Εμπορική αξία - Αλιεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρδέλα της Ευρώπης, Sardina pilchardus, είναι είδος με μεγάλη εμπορική αξία. Παρότι έχει παρουσιάσει πολλές διακυμάνσεις στην πυκνότητα του πληθυσμού στο παρελθόν, προς το παρόν δεν διατρέχει κίνδυνο υπεραλίευσης και μάλιστα ο πληθυσμός αυξάνεται σε αριθμό[6]. Στην Ελλάδα η δυναμική του ιχθυοπληθυσμού της σαρδέλας σε συνάρτηση με την αλιεία είναι αρκετά δύσκολο να προβλεφθεί, λόγω της μεγάλης επίδρασης που έχουν πάνω στο είδος οι διάφορες ετήσιες μεταβολές, τόσο σε ωκεανογραφικό, όσο και βιολογικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, διάφοροι κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες αποτελούν κυρίαρχο μοχλό που ρυθμίζει τις συνθήκες αλιείας[7].

Αξία ως τρόφιμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρδέλα είναι ένα ψάρι ιδιαίτερα θρεπτικό, πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, βιταμίνη D και B12 και πρωτεΐνες και έχει πολύ χαμηλά ποσοστά επιμόλυνσης από υδράργυρο. Περιέχει αρκετά μεγάλη ποσότητα χοληστερόλης, η ποιότητα της οποίας όμως την κάνει μη επιβλαβή στην χρόνια κατανάλωση[ασαφές][8]. Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα έχουν πολλά οφέλη στην καλή υγεία, καθώς προστατεύουν από καρδιαγγειακά νοσήματα, βοηθούν στην καλή λειτουργία του εγκεφάλου, την σωστή ανάπτυξη και συμβάλουν στην μείωση του κινδύνου προσβολής από χρόνιες ασθένειες, όπως αρθρίτιδα και καρκίνος[9].

Είναι αντικείμενο εμπορίας σε διάφορες μορφές, όπως νωπό, κατεψυγμένο, κονσερβοποιημένο, αποξηραμένο, παστό και καπνιστό.[2]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Frenö, A. & Olsen, S. “Marine fish behaviour in capture and abundance estimation” Fishing news books 1994, Osney Mead, Oxford, pp: 85-86
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" ,Τόμος 53, σελίδα191

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]