Πρωτόπλασμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Το Κυτταρικό πρωτόπλασμα

Με το όνομα πρωτόπλασμα ή κυτταρικό πρωτόπλασμα (protoplasm) χαρακτηρίζεται στη Βιολογία όλο το ζωντανό σύνολο, περιεχόμενο, ενός κυττάρου, δηλαδή το κυτόπλασμα ή κυτταρόπλασμα και ο κυτταρικός πυρήνας.

Ο όρος αυτός επινοήθηκε από τον Πούρκινιε το 1835 από τον οποίον και ορίσθηκε ως η "βασική ουσία" του κυττάρου (της ζωντανής ύλης), και υπεύθυνη όλων των ζωτικών διεργασιών. Οι υποστηρικτές του όρου θεωρούσαν πως τα κύτταρα είτε προέρχονται από πρωτοπλασματικά θραύσματα, είτε περικλείουν το πρωτόπλασμα. Στην ασάφεια αυτή οφείεται και η ανικανότητα της ερμηνείας των κυτταρικών δομών και ειδικότερα του πυρήνα.

Γενικά όμως στη σύγχρονη Βιολογία το πρωτόπλασμα περισσότερο ενδιαφέρον έχει ως θεμελιώδης ουσία του κυτταροπλάσματος παρά ως ζωντανή ύλη. Ο όρος πρωτόπλασμα χρησιμοποιείται επίσης και στον όρο "πρωτοπλασματική ροή" που περιγράφει την κίνηση του κυτταροπλάσματος. Ιδιαίτερα στη Βοτανική ο όρος χρησιμοποιείται προκειμένου να δηλώσει την ουσία του πρωτοπλάστη των κυττάρων.

Το πρωτόπλασμα αποτελείται από 90% νερό που μπορεί να μειωθεί μέχρι 10% σε περίπτωση λήθαργου. Οι δε πρωτεΐνες και τα αμινοξέα αποτελούν το 65% του ξηρού βάρους τους, τα λιποειδή το 16%, ενώ τα απλά σάκχαρα, περίπου, το 12%. Πέραν αυτών υφίστανται και κάποιες άλλες οργανικές ενώσεις και ανόργανα άλατα σε πολύ όμως μικρότερες ποσότητες.

Ιστορία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή ο Πούρκινιε χρησιμοποίησε τον όρο προκειμένου να δηλώσει την "ουσία" που περιέχουν τα εμβρυώδη ζωικά κύτταρα, καθώς και εκείνα του καμβίου των φυτών. Αργότερα το 1868 ο Χάνσταϊν με τον όρο αυτό δήλωνε το σύνολο των ζωντανών συστατικών του κυττάρου σε αντιδιαστολή του μεταπλάσματος (= του συνόλου των νεκρών στοιχείων του κυττάρου).
Τελικά ο Χάνσταϊν το 1880 επινόησε τον όρο πρωτοπλάστης προκειμένου έτσι να ορίσει την πρωτοπλασματική περιοχή που περιέχεται στα όρια του κυττάρου. Από τότε και οι δύο αυτοί όροι αναφέρονται κατ΄ ουσία στο ίδιο πράγμα, με μοναδικό διακριτό σημείο ότι το μεν πρωτόπλασμα αναφέρεται στην ύλη ενώ ο πρωτοπλάστης στη μορφή της ύλης του κυττάρου.