Πολωνικό θέατρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Παλαιό Θέατρο της Κρακοβίας.

Το θέατρο στην Πολωνία, σε όλη την πολυκύμαντη ιστορία της χώρας, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί σημαντικό όργανο για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης και μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες, ασκώντας την πιο εκτεταμένη κριτική της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι απαρχές του πολωνικού θεάτρου ανάγονται στις καθολικές θρησκευτικές αδελφότητες που έδρασαν κατά τα τέλη του 16ου αιώνα.

Η εξέλιξη του πολωνικού θεάτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα αρχίζει ουσιαστικά η εμφάνιση του πολωνικού θεάτρου στην ευρωπαϊκή θεατρική σκηνή, όταν αρχίζει να επικρατεί η πολωνική γλώσσα, που βαθμιαία αντικατέστησε τη λατινική γραφή των θεατρικών, κυρίως με θρησκευτικό περιεχόμενο, έργων. Σ' αυτή την εποχή ακμάζει ο αναγεννησιακός ποιητής και δραματουργός Γιαν Κοχανόφσκι (Jan Kochanowski, 1530 - 1584). Η έμμετρη τραγωδία του «Η αποπομπή των Ελλήνων πρέσβεων» (αγγλ. μτφ. The Dismissal of the Greek Envoys), που έγραψε στην πολωνική γλώσσα το 1578, αφηγείται ένα επεισόδιο από τον Τρωικό Πόλεμο, ακολουθώντας στο ύφος και τη δομή τους κανόνες του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Το σύγχρονο πολωνικό θέατρο, το οποίο διαφοροποιείται από τα θρησκευτικά και αυλικά θεατρικά έργα που παριστάνονταν στις θεατρικές σκηνές ή τα αυλικά θέατρα από τον Μεσαίωνα, χρονολογείται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Σημαντική θεατρική προσωπικότητα της εποχής ήταν ο Βόιτσεκ Μπογκουσλάφσκι (Wojciech Boguslawski, 1757 - 1829), ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, εμφανίζεται μια σημαντική προσωπικότητα στο πολωνικό θέατρο, ο Αλεξάντερ Φρέντρο (Aleksander Fredro, 1793 - 1876), ένας κωμωδιογράφος επηρεασμένος από τον Μολιέρο και τον Γκολντόνι. Οι κυριότερες κωμωδίες του είναι: «Το ανδρόγυνο» (1822), με θέμα τη συζυγική απιστία, «Ο κύριος Γιοβιάλσκι» (1832), «Όρκοι παρθένων» (1833) και «Η εκδίκηση» (1834).

Την ίδια περίπου εποχή που έδρασε ο Φρέντρο, αναδεικνύεται κι ένας άλλος δραματουργός, ο Γιούλιους Σλοβάτσκι (Juliusz Slowacki, 1809 - 1849), ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του πολωνικού Ρομαντισμού, με επιρροές από τον Σαίξπηρ, τον Καλντερόν καί τον Λόρδο Βύρωνα. Ξεχωρίζουν τα θεατρικά έργα του: «Μπαλαντύνα» (1835), «Λίλα Βενέντα» (1840), «Φαντασία» (1841), «Το αργυρό όνειρο της Σαλώμης» (1844) και «Σάμουελ Ζμπορόφσκι» (1845). Τα δράματα του Σλοβάτσκι κατάφεραν να δώσουν μεγάλη ώθηση και παγκοσμιότητα στο πολωνικό θέατρο.

Παράλληλα, εμφανίζεται και μια δυναμική τάση προς τον Ρομαντισμό. Έργα των Πολωνών ρομαντικών δραματουργών ανεβαίνουν σ' όλα τα πολωνικά θέατρα. Το ανέβασμα των «Προγόνων» του Άνταμ Μιτσκιέβιτς (Adam Mickiewicz, 1798 - 1855) είχε γίνει πάθος για τους σκηνοθέτες της Πολωνίας.

Το Θέατρο Γιούλιους Σλοβάτσκι στην Κρακοβία

Στα αμέσως επόμενα χρόνια, η πολωνική δραματουργία ξεφεύγει από τα στενά όρια της πολωνικής επικράτειας και γίνεται σχεδόν εφάμιλλη με τη σύγχρονή της ευρωπαϊκή. Είναι η εποχή του μεγάλου Πολωνού δραματουργού Στανίσλαβ Βισπιάνσκι (Stanislaw Wyspianski, 1869 - 1907). Τα δράματά του, με θέματα παρμένα άλλοτε από τους μύθους της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας κι άλλοτε από τις λαϊκές παραδόσεις της πατρίδας του, υπήρξαν σημαντικά γεγονότα στην πολωνική πολιτιστική ζωή. Τα πιο σπουδαία, ανάμεσα σ' αυτά, είναι: «Μελέαγρος» (1899), «Αχιλληίς» (1903), «Η επιστροφή του Οδυσσέα» (1907), «Η κατάρα» (1899), «Η νύχτα του Νοέμβρη» (1904), «Οι κριτές» (1907), «Η λεγεώνα» (1900), «Ο γάμος» (1901) και «Απελευθέρωση» (1903).

Η εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939 εκμηδένισε κυριολεκτικά ό,τι είχε πετύχει στα προηγούμενα χρόνια το πολωνικό θέατρο. Παρα ταύτα, στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες, έργα (κυρίως επαναστατικού περιεχομένου) ανέβαιναν στο θέατρο, κρατώντας ζωντανή τη φλόγα της εθνικής συνείδησης, όπως για παράδειγμα οι παραγωγές «Ο πρίγκιπας Ποτέμκιν» του Ταντέους Μιτσίνσκι (Tadeusz Micinski, 1873 - 1918) και «Μη θεία κωμωδία» (Undivine Comedy, 1835) του Ζίγκμουντ Κραζίνσκι (Zygmunt Krasinski, 1812 - 1859). Παράλληλα, γίνονταν και συζητήσεις για τις μεθόδους σκηνικής παρουσίασης έργων, με τα οποία σχεδιαζόταν να εγκαινιασθεί η θεατρική δραστηριότητα στα θέατρα της Βαρσοβίας μετά την απελευθέρωση.

Με την ανάκτηση της ανεξαρτησίας το 1945, αρχίζει μια νέα εποχή για το πολωνικό θέατρο. Στο πλαίσιο της «σοσιαλιστικής» Πολωνίας, διαμορφώνεται μια νέα ιδεολογία προσανατολισμένη στην αποκατάσταση των ανθρωπίνων αξιών. Νέοι συγγραφείς κάνουν την εμφάνισή τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τα πολωνικά θέατρα κατακλύζονται από ένα κύμα σουρεαλιστικής φρενίτιδας. Ο φημισμένος δραματουργός (και διάσημος ζωγράφος) Στανισλάβ Ιγκνάσυ Βίτκιεβιτς (Stanislaw Ignacy Witkiewicz, 1885 - 1939) ανέβαινε σ' όλα τα θέατρα: τα σουρεαλιστικά έργα του παίζονταν μπροστά σ' ένα κατάπληκτο νέο ακροατήριο.

Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς (Witold Gombrowicz, 1904 - 1969), πρωτοπόρος του «Θεάτρου του Παράλογου», εισβάλλει στη θεατρική σκηνή με τα έργα του: «Υβόνη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» (1935), «Οπερέτα», «Ο γάμος» (1945) κ. ά. Μετά το 1960, το πολωνικό θέατρο αποκτά ξανά παγκόσμια φήμη και κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο πρωτοποριακά θέατρα της Ευρώπης, χάρη στη νέα σκηνοθετική τεχνική του «φτωχού θεάτρου» που καθιέρωσε ο Γιέρζυ Γκροτόφσκι (Jerzy Grotowski, 1933 - 1999), ιδρύοντας το 1959 το «Θεατρικό Εργαστήρι» του, με το οποίο εφήρμοσε δικές του ιδέες και μεθόδους στο πεδίο της θεατρικής τέχνης (π.χ. συμμετοχή του κοινού στις παραστάσεις) και οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τα θεατρικά κινήματα της αβάν-γκαρντ (avant-garde) στην Ευρώπη.

Στα νεότερα χρόνια, τα αβάν-γκαρντ έργα του Σλάβομιρ Μρόζεκ (Slawomir Mrozek, γεν. 1930), κυρίως η καφκική «Αστυνομία» (1958), «Η γαλοπούλα» (1960), «Το πάρτυ» (1963), το αλληγορικό «Τάνγκο» (1964) και οι «Εμιγκρέδες» (1974), ήταν μια παρωδία της γκροτέσκας ποιότητας του σύγχρονου κόσμου. Μια εφιαλτική ατμόσφαιρα, με κοινωνικές προεκτάσεις, διαπερνά και το πρωτοποριακό έργο του Ταντέους Ρόζεβιτς (Tadeusz Rozewicz, γεν. 1921), όπως στα έργα «Card Index» (1960), «Οι αυτόπτες μάρτυρες» (1962) και «Η γριούλα συλλογίζεται» (1968). Το ίδιο αληθεύει και με την επιτυχία των έργων «Στρατιώτες» (1968) και «Η υπόθεση του Νοέμβρη» (1968) του Έρνεστ Μπρυλ (Ernest Bryll, γεν. 1935).

Σήμερα, οι κοσμογονικές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό, ο εκδημοκρατισμός της ζωής και της κοινωνίας, η απελευθέρωση των ιδεών χαράζουν το δρόμο σε μια μετακομμουνιστική Πολωνία, που ψάχνει να βρει νέους εκπροσώπους της και στο θέατρο.

Τα θέατρα της Πολωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνικό Θέατρο (Teatr Narodowy) της Βαρσοβίας ιδρύθηκε το 1765, κατά τη διάρκεια του Πολωνικού Διαφωτισμού, από τον τελευταίο βασιλιά της ανεξάρτητης Πολωνίας Στανισλάβ Β΄ Αύγουστο Πονιατόφσκι (Stanislaw August Poniatowski, 1732 - 1798). Ποιοτικές παραστάσεις έχει ανεβάσει εδώ ο διάσημος Πολωνός σκηνοθέτης Αντρέι Βάιντα (Andrzej Wajda).

Ένα από τα αρχαιότερα θέατρα της Πολωνίας είναι το «Παλαιό Θέατρο» (Stary Teatr) της Κρακοβίας στη συμβολή της Οδού Jagiellonska με την Πλατεία Szczepanski, που ιδρύθηκε το 1798, με την εξαιρετική αρ-νουβό πρόσοψή του. Στην ίδια πλατεία βρίσκεται και το Μέγαρο των Τεχνών, στην πρόσοψη του οποίου υπάρχει η μπρούτζινη προτομή του Γιαν Ματέικο (Jan Matejko, 1838 - 1893), διάσημου Πολωνού ζωγράφου και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών της Κρακοβίας από το 1873.

Η Κρακοβία στην αυστριακή τότε Γαλικία ήταν κέντρο έντονης θεατρικής κίνησης. Το Θέατρο Γιούλιους Σλοβάτσκι στην Κρακοβία (Teatr im Juliusza Slowackiego w Krakowie), που πήρε το όνομά του από τον Πολωνό ρομαντικό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Γιούλιους Σλοβάτσκι, οικοδομήθηκε το 1893 σε ρυθμό ευρωπαϊκού μπαρόκ από τον Πολωνό αρχιτέκτονα Jan Zawiejski και ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1991. Επικεντρώνει κυρίως το ρεπερτόριό του σε κλασικά πολωνικά έργα. Στον κήπο μπροστά στο θέατρο υπάρχει η μαρμάρινη προτομή του Πολωνού δραματουργού Αλεξάντερ Φρέντρο (1793 - 1876), ενός από τους ιδρυτές του εθνικού θεάτρου.

Μετά το 1960, στην Πολωνία κατασκευάστηκαν τετρακόσια περίπου θέατρα. Σημαντικά θέατρα της Πολωνίας υπάρχουν και στις πόλεις Γκντανσκ, Βρότσλαβ, Λούμπλιν, Πόζναν κ.ά.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bogdan Suchodolski: History of the Polish Culture, Warsaw, 1986.
  • Jerzy Tymicki: New Dignity: The Polish Theatre 1970 - 1985.
  • Νέος Παγκόσμιος Άτλας, τόμ. 3, Πολωνία (το θέατρο), Εκδόσεις Δομή, Αθήνα, 1996.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα Πολωνία (θέατρο), τόμ. 50, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.