Πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κοιλάδα αποροής του Ινδού.

Οι πρώτοι καλλιεργητικοί πολιτισμοί της Ν. Ασίας αναπτύχθηκαν στους λόφους του Βαλουχιστάν, στα δυτικά της κοιλάδας του Ινδού, σε ένα ομοιογενές σύνολο που έγινε γνωστό ως πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού. Η πιο γνωστή περιοχή αυτού του πανάρχαιου πολιτισμού, το Μεχργκάρχ, αναπτύχθηκε περίπου το 6500 Π.Κ.Ε. Τούτοι οι πρώτοι αγρότες καλλιέργησαν το σιτάρι και εξημέρωσαν διάφορα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των βοοειδών. Επίσης, ανέπτυξαν την αγγειοπλαστική ήδη από το 5500 Π.Κ.Ε. Ο μεταγενέστερος λαμπρός πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού στηρίχθηκε στην τεχνολογική βάση αυτού του πολιτισμού, καθώς και στη γεωγραφική του επέκτασή στις αλλούβιες πεδιάδες που γνωρίζουμε σήμερα ως επαρχίες Σιντχ και Παντζάμπ, στο σύγχρονο Πακιστάν.

Η ανάδυση του πολιτισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από το 4000 Π.Κ.Ε. γνωρίζουμε πλέον πως είχε αναπτυχθεί ένας διακριτός περιφερειακός πολιτισμός, προ-Χαράπειος, στην περιοχή. Τον ονομάζουμε προ-Χαράπειο επειδή τα υπολείμματα του βρίσκονται στα πρώιμα στρώματα των πόλεων του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού. Εκτενή εμπορικά δίκτυα τον συνέδεαν με τους σχετικούς περιφερειακούς πολιτισμούς και τις απόμακρες πηγές πρώτων υλών, συμπεριλαμβανομένου του lapis lazuli και άλλων υλικών για την παραγωγή διακοσμητικών χαντρών Οι χωρικοί, στο μεταξύ, εισήγαγαν πολυάριθμες καλλιέργειες, ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το μπιζέλι, ο σπόρος του σουσαμιού, το βαμβάκι. Επίσης, εξημέρωσαν ένα ευρύ φάσμα κατοικίδιων ζώων, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβανόταν ο υδροβούβαλος, ένα ζώο ουσιαστικό ακόμη και σήμερα για τη γεωργική παραγωγή σε όλη την Ασία.

Ο πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού, 2600 Π.Κ.Ε.-1500 Π.Κ.Ε., δημιουργήθηκε κατά μήκος του Ινδού ποταμού στην ινδική υποήπειρο. Τα αρχαιολογικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι πιθανώς επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τον ινδουϊστικό πολιτισμό. Ξεχασμένος από την ιστορία, ως την ανακάλυψή του το 1920, τούτος ο πολιτισμός ταξινομείται μαζί με τους συγχρόνους του, τον Μεσοποταμιακό και τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, ως ένας από τους τρεις αρχαιότερους πολιτισμούς πάνω στον πλανήτη, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα στοιχεία της εμφάνισης πόλεων, της γεωργίας, της αρχιτεκτονικής και της γραφής.

Από το 2600 Π.Κ.Ε., ορισμένες προ-Χαράπειες εγκαταστάσεις έγιναν αστικά κέντρα με χιλιάδες ανθρώπους, που δεν είχαν ως πρώτιστο μέλημά τους τη γεωργία. Στη συνέχεια, προέκυψε ένας ενοποιημένος πολιτισμός σε όλη την περιοχή, που εξομοίωσε και αναδιαμόρφωσε όλες αυτές τις ξεχωριστές εγκαταστάσεις σε ακτίνα τουλάχιστον 1.000 χλμ. Τόσο ξαφνική ήταν η εμφάνιση αυτού του πολιτισμού, ώστε οι πρώτοι ερευνητές σκέφτηκαν πως μάλλον ήταν προϊόν εξωτερικής κατάκτησης ή μετανάστευσης. Όμως οι αρχαιολόγοι απέδειξαν με εκτεταμένες ανασκαφές ότι αυτός ο πολιτισμός ήταν αποτέλεσμα του προκατόχου του προ-Χαράπειου. Ό,τι φαίνεται ως ξαφνική εμφάνιση του πολιτισμού, είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα μιας προγραμματισμένης και συνειδητής προσπάθειας. Για παράδειγμα, ορισμένες από τις παλαιότερες εγκαταστάσεις φαίνεται πως αναμορφώθηκαν, για να προσαρμοστούν σε ένα συνειδητά και καλά ανεπτυγμένο σχέδιο. Για αυτόν τον λόγο ο πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού θεωρείται πως είναι ο πρώτος που ανέπτυξε τον αστικό σχεδιασμό.

Χαρακτηριστικά, οι πόλεις διαιρούνται σε δύο τμήματα. Η πρώτη περιοχή περιλαμβάνει ένα εξυχωμένο, χωμάτινο ανάχωμα, που ονομάστηκε «ακρόπολη» από τους πρώτους αρχαιολόγους. Η δεύτερη περιοχή, η «κάτω πόλη», περιέχει σφιχτοδεμένα μεταξύ τους σπίτια και καταστήματα, σε καθορισμένες με σαφήνεια οδούς που σχεδιάστηκαν βάσει ακριβούς σχεδίου. Χρησιμοποιείτο ομοιόμορφο σύστημα μέτρων και σταθμών, ενώ οι δρόμοι και οι αλέες ήταν άκαμπτα δομημένες με ομοιόμορφο πλάτος σε όλες ουσιαστικά τις Χαράπειες περιοχές. Το κύριο οικοδομικό υλικό ήταν η πλίνθος, ψημμένη ή άψητη, σε αυστηρά τυποποιημένη μορφή. Οι μεγαλύτερες πόλεις αυτού του προ-ινδουϊστικού πολιτισμού φαίνεται πως φιλοξενούσαν τουλάχιστον 30.000 ανθρώπους.

Όπως μαθαίνουμε από τη Χαράππα, το Μοχέντζο-ντάρο και το πρόσφατα ανακαλυμμένο Ρακχιγκάρχι (τις γνωστότερες και ενδεχομένως μεγαλύτερες πόλεις), ο αστικός σχεδιασμός φαίνεται πως περιελάμβανε και τα πρώτα γνωστά συστήματα αστικής υγιεινής. Μέσα στην πόλη οι μεμονωμένες κατοικίες ή ομάδες κατοικιών έπαιρναν νερό από τα φρεάτια. Από ένα ξέχωρο δωμάτιο που φαίνεται ότι χρησιμοποιείτο για το λούσιμο, τα υγρά απόβλητα κατευθύνονταν έξω από την πόλη μέσω καλυμμένων αγωγών, κατά μήκος των σημαντικότερων οδών. Αν και το καλοχτισμένο σύστημα απομάκρυνε τα υγρά απόβλητα από την πόλη, φαίνεται πως οι κεντρικοί οδοί κυριαρχούνταν από δυσοσμία. Τούτο εξηγεί πιθανώς γιατί οι κατοικίες σε αυτές τις πρώιμες πόλεις είχαν ανοίγματα μόνο σε εσωτερικές αυλές και μικρότερες παρόδους.

Ο σκοπός της «ακρόπολης» παραμένει ακόμη θέμα συζήτησης. Στην ίδια περίοδο στη Μεσοποταμία και την αρχαία Αίγυπτο δε χτίστηκε κάτι ανάλογο και δεν υπάρχει κανένα σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο ότι χρησιμοποιείτο ως παλάτι ή ναός. Μερικές από τις κατασκευές θεωρούνται μάλλον σιταποθήκες. Σε μια από τις πόλεις βρέθηκε ένα τεράστιο, καλοκτισμένο λουτρό, το οποίο θα μπορούσε να είναι δημόσιο. Αν και οι «ακροπόλεις» είναι περιτοιχισμένες, δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι αυτές οι δομές ήταν αμυντικές. Θα μποορύσαν κάλλιστα να έχουν χτιστεί για να εκτρέπουν τα νερά που έφερναν οι εκτεταμένες πλημμύρες του ποταμού.

Οι περισσότεροι κάτοικοι των πόλεων φαίνεται πως ήταν έμποροι ή τεχνίτες, οι οποίοι ζούσαν μαζί με άλλους που ακολουθούν το ίδιο επάγγελμα σε καθορισμένες συντεχνιακά γειτονιές. Τα υλικά από τις μακρινές περιοχές χρησιμοποιούνταν στις πόλεις για την κατασκευή σφραγίδων, χαντρών και άλλων αντικειμένων. Ανάμεσα στα χειροποίητα αντικείμενα που ανακαλύφθησαν, υπάρχουν όμορφες χάντρες, καμωμένες από βερνικωμένη πέτρα. Οι σφραγίδες φέρουν εικόνες ζώων, θεών και ενίοτε φέρουν επιγραφές. Μερικές από τις σφραγίδες χρησιμοποιούντο για να αποτυπώνουν στον άργιλο το είδος και την ποσότητα των εμπορικών αγαθών, αλλά είχαν πιθανώς και άλλες χρήσεις. Αν και μερικές κατοικίες φαίνεται πως ήταν μεγαλύτερες από άλλες, οι πόλεις αυτού του πολιτισμού είναι αξιοπρόσεκτες για την προφανή ισότητά τους. Για παράδειγμα, όλα τα σπίτια είχαν εξίσου πρόσβαση στις εγκαταστάσεις ύδατος και στο σύστημα διαχείρισης αποβλήτων. Ο παρατηρητής προσλαμβάνει εδώ την εντύπωση μιας απέραντης, κοινωνίας μεσαίων τάξεων.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού εξαρτάτο σημαντικά από το εμπόριο, το οποίο διευκολύνθηκε από σημαντικές εξελίξεις στην τεχνολογία των μεταφορών. Αυτές οι εξελίξεις περιλάμβαναν τα κάρρα που έσερναν βοοειδή και είναι ίδια με εκείνα που απαντώνται σε όλη τη Ν. Ασία σήμερα, καθώς επίσης και τις βάρκες. Οι περισσότερες από αυτές τις βάρκες ήταν πιθανώς μικρές, με επίπεδο πυθμένα, και ίσως χρησιμοποιούσαν πανί, παρόμοιο με τα πανιά που μπορεί να δει κανείς στον ποταμό Ινδό σήμερα. Εντούτοις, έχουμε κάποια δευτερεύοντα στοιχεία που μιλούν για ποντοπόρα ναυτική τέχνη. Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει ένα ογκώδες, εκβαθυμένο κανάλι και δυνατότητες ελλιμενισμού σε μια παρόχθια πόλη.

Κρίνοντας από τη διασπορά των τεχνουργημάτων τουπολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού, τα εμπορικά δίκτυα ενσωμάτωσαν οικονομικά μια τεράστια περιοχή, συμπεριλαμβανομένων τμημάτων του Αφγανιστάν, των παράκτιων περιοχών της Περσίας, της βόρειας και κεντρικής Ινδίας και της Μεσοποταμίας. Μια σουμεριακή επιγραφή φαίνεται να χρησιμοποιεί το όνομα Μελουχλά για να αναφερθεί στον πολιτισμό του Ινδού. Σε αυτή την περίπτωση, είναι το μόνο στοιχείο που κατέχουμε για το πώς ονομάζονταν οι άνθρωποι αυτού του παραποτάμιου πολιτισμού.

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γνώση μας για τη φύση του γεωργικού συστήματος του πολιτισμού του Ινδού είναι ακόμα υποθετική στο μεγαλύτερο τμήμα της εξαιτίας της έλλειψης των πληροφοριών που αδυνατούν σε αυτή την περίπτωση να επιβιώσουν μέσω των αιώνων. Κρίνοντας από το γενικότερο σύστημα μπορούμε να αναπλάσουμε εν μέρει την εικόνα. Η γεωργία του πολιτισμού του Ινδού καταρχήν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα παραγωγική, αφού παρήγαγε πλεονάσματα επαρκή για να στηρίξουν τις δεκάδες χιλιάδων κατοίκων που δεν ασχολολούνταν πρώτιστα με τη γεωργία. Στηρίχθηκε σε ιδιαίτερα τεχνολογικά επιτεύγματα του προ-χαράπειου πολιτισμού, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται το άροτρο. Επιπλέον, πολύ λίγα είναι γνωστά για τους αγρότες που υποστήριζαν τις πόλεις ή τις γεωργικές μεθόδους τους. Ορισμένοι πρέπει να χρησιμοποίησαν αναμφισβήτητα το εύφορο αλλουβιανό χώμα που απόθεταν οι ποταμοί μετά από την εποχή των πλημμυρών. Όμως, αυτή η απλή μέθοδος γεωργίας δεν είναι πιθανά αρκετά παραγωγική να υποστηρίξει τόσο μεγάλες πόλεις. Δεν υπάρχουν στοιχεία άρδευσης, αλλά τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν εξαλειφθεί από τις επαναλαμβανόμενες, καταστροφικές πλημμύρες.

Ο πολιτισμός του Ινδού φαίνεται να ακυρώνει την υπόθεση του «υδραυλικού δεσποτισμού», η οποία έχει συνδεθεί με την προέλευση του αστικού πολιτισμού και του κράτους. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση, οι πόλεις δε θα μπορούσαν να έχουν προκύψει χωρίς συστήματα άρδευσης ικανά να βοηθήσουν στην παραγωγή γεωργικών πλεονασμάτων. Για να χτίσει τέτοιου είδους συστήματα ένα δεσποτικό, συγκεντρωτικό κράτος χρειαζόταν την εργασία χιλιάδων ανθρώπων, κυρίως σκλάβων. Είναι πολύ δύσκολο, όμως, να στραφούμε σε μια τέτοια κατεύθυνση με όσα γνωρίζουμε για τον πολιτισμό της κοιλάδας του Ινδού. Δεν υπάρχουν πουθενά στοιχεία για βασιλείς, σκλάβους ή καταναγκαστική εργασία.

Συχνά υποτίθεται ότι η εντατική γεωργική παραγωγή απαιτεί φράγματα και τα κανάλια. Αυτή η υπόθεση αντικρούεται εύκολα. Σε όλη την Ασία οι αγρότες ρυζιού παράγουν σημαντικά γεωργικά πλεονάσματα από τους ορυζώνες που στήνουν σε ειδικά διαμορφωμένες αναβαθμίδες σε βουνοπλαγιές, οι οποίες προκύπτουν όχι από την εργασία σκλάβων, αλλά μάλλον από τη συσσωρευμένη εργασία πολλών γενεών ελεύθερων ανθρώπων. Αντί να οικοδομήσουν κανάλια, είναι πιθανό οι άνθρωποι του πολιτισμού του Ινδού να ακολούθησαν τα πρότυπα εκτροπής των υδάτων του ποταμού. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι άσκησαν τις μεθόδους συλλογής των όμβριων υδάτων, μια ισχυρή τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε και από τον κλασικό ινδικό πολιτισμό αλλά σχεδόν ξεχάστηκε στο 20o αιώνα. Εδώ χρειάζεται να αναφέρουμε πως εκείνοι οι μακρινοί πρόγονοι του κλασικού ινδικού πολιτισμού, όπως όλοι οι λαοί της Ν. Ασίας, έχτισαν τη ζωή τους γύρω από τους μουσώνες, ένα μετεωρολογικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο ο όγκος των βροχοπτώσεων ενός έτους εμφανίζεται σε μια τετράμηνη περίοδο. Σε μια πρόσφατα ανασκαφθείσα πόλη στη δυτική Ινδία, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια σειρά από ογκώδεις δεξαμενές λαξευμένες στο βράχο, που είχαν ως σκοπό τη συλλογή όμβριων υδάτων. Αυτές οι δεξαμενές ήταν προφανώς σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες της πόλης κατά τη διάρκεια της περιόδου ξηρασίας.

Γραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού παραμένει μυστήριος και για έναν άλλο λόγο. Παρά τις προσπάθειές τους, οι μελετητές δεν είναι σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν τη γραφή αυτού του πολιτισμού. Ένα πρόβλημα –το σημαντικότερο ίσως- είναι η έλλειψη στοιχείων. Οι περισσότερες από τις γνωστές επιγραφές έχουν βρεθεί σε σφραγίδες ή κεραμικά δοχεία και περιέχουν λιγότερους από 4 ή 5 χαρακτήρες. Μάλιστα, το μακρύτερο κείμενο περιέχει 26 χαρακτήρες. Επίσης, δεν υπάρχουν ως τώρα περισσότερες ενδείξεις κάποιου φιλολογικού corpus.

Επειδή οι επιγραφές είναι τόσο σύντομες, ορισμένοι ερευνητές αναρωτιούνται αν τα συγκεκριμένα σύμβολα υπολείπονται ενός αληθινού συστήματος γραφής και προτάθηκε η υπόθεση ότι το σύστημα χρησιμοποιείτο μόνο για τις οικονομικές συναλλαγές. Επίσης, είναι πιθανό τα μεγαλύτερα κείμενα να γράφονταν σε φθαρτά μέσα. Επιπλέον, ένα μικρό κομμάτι των διαθέσιμων στοιχείων προτείνει την υπόθεση πως τούτη η γραφή ενσωμάτωνε ένα γνωστό, διαδεδομένο και σύνθετο σύστημα επικοινωνιών. Σε σχετικά πρόσφατες ανασκαφές στη δυτική Ινδία έχουν ανακαλυφθεί τα υπολείμματα ενός μεγάλου ανάλογου συμβόλου τοποθετημένου πάνω από την πύλη της πόλης, που πιθανώς προοριζόταν ως οδοδείκτης για το όνομα της πόλης, ανάλογος με τις σημερινές πινακίδες των εθνικών οδών που οδηγούν σε μεγάλες πόλεις.

Πτώση και κατάρρευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του Μοχέντζο ντάρο, όπως προβάλλουν από τις ανασκαφές.

Επί 700 συνεχή έτη ο πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού παρείχε στους λαούς του ευημερία και αφθονία και οι τεχνίτες του παρήγαγαν τα αγαθά της υπέρβασης της ομορφιάς και της τελειότητας. Αλλά σχεδόν όσο ξαφνικά γεννήθηκε ο πολιτισμός, τόσο ξαφνικά εξαφανίστηκε. Κανείς δεν ξέρει το γιατί. Περίπου το 1900 Π.Κ.Ε., αρχίζουν τα σημάδια της παρακμής και τα προβλήματα και οι άνθρωποι αρχίζουν να εγκαταλείπουν τις πόλεις. Εκείνοι που παρέμειναν, τρέφονταν φτωχά. Από το 1800 Π.Κ.Ε. περίπου οι περισσότερες από τις πόλεις εγκαταλείφθηκαν. Στους επόμενους αιώνες οι αναμνήσεις του πολιτισμού του Ινδού και των επιτευγμάτων του φαίνεται να ξεθωριάζουν από το αρχείο της ανθρώπινης εμπειρίας. Αντίθετα από τους αρχαίους Αιγυπτίους και τους Μεσοποτάμιους, οι άνθρωποι πολιτισμού του Ινδού δεν έκτισαν μεγαλιθικά μνημεία για να επιβεβαιώσουν και να απαθανατίσουν την ύπαρξή τους. Εδώ θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν μπορούσαν να το κάνουν, επειδή η πέτρα είναι δύσκολο να βρεθεί στις αλλούβιες κοιλάδες του Ινδού. Αλλά θα μπορούσε και κάποιος άλλος να υποστηρίξει ότι η έννοια ενός τεράστιου φοβικού μνημείου ήταν ξένη προς την αντίληψή τους για τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι άνθρωποι του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού δεν εξαφανίστηκαν. Ως συνέπεια της κατάρρευσης του πολιτισμού τους, προέκυψαν οι περιφερειακοί πολιτισμοί, οι οποίοι διατήρησαν –αν και σε διαφορετικό βαθμό- την πολιτισμική επιρροή των προηγούμενων αιώνων. Στη μεγάλη πόλη της Χαράππα βρέθηκαν ταφικά συμπλέγματα που αντιστοιχούν σε έναν περιφερειακό πολιτισμό, τον οποίο οι αρχαιολόγοι ονόμασαν Πολιτισμό του Νεκροταφείου Η, γιατί βρέθηκε στην περιοχή Η των ανασκαφών. Άλλοι φαίνεται πως ταξίδεψαν ανατολικά και άφησαν τα ίχνη τους στα υψίπεδα του Γάγγη. Αυτό που εξαφανίστηκε δεν ήταν οι άνθρωποι, αλλά ο τεχνολογικός πολιτισμός: οι πόλεις, το σύστημα γραφής, τα εμπορικά δίκτυα και –τελικά- η ιδεολογία που προφανώς αποτέλεσε τη διανοητική βάση για την ολοκλήρωση αυτού του πολιτισμού.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι αρχαιολόγοι υποστήριξαν ότι η κατάρρευση ήταν τόσο ξαφνική, που πρέπει προκλήθηκε από κάποια εισβολή μιας υποθετικής άριας φυλής. Αυτή η ιδέα βασίστηκε στην από μακρού υφιστάμενη αντίληψη ότι οι «ανώτεροι» άριοι εισβολείς, με τα άλογα και τα άρματά τους κατέκτησαν τους «πρωτόγονους» και «αδύναμους» λαούς που αντιμετώπισαν στην αρχαία Ν. Ασία. Στη συνέχεια, αυτοί οι «λευκοί» εισβολείς αναμίχθηκαν με το γηγενή «σκουρόχρωμο» πληθυσμό και έγιναν «αδύναμοι», υποτελείς συνεπώς σε μια ενδεχόμενη νέα εισβολή. Στην πραγματικότητα όλα τα παραπάνω είναι τμήμα μιας μυθοπλασίας που είχε ως στόχο της τη νομιμοποίηση της αγγλικής αποικιοκρατίας επί των «αδύναμων» και «μελαμψών» λαών της Ινδίας. Αυτές οι ιδέες αναπτύχθηκαν πριν από την ανακάλυψη του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού και μποορύσε να περάσει η άποψη πως οι προ-άριοι ινδικοί πληθυσμοί ζούσαν με πρωτόγονες μεθόδους. Όταν ανακαλύφθηκε ο πολιτισμός του Ινδού στη δεκαετία του '20, όλα αυτά τα επιχειρήματα αναπροσαρμόστηκαν για να παρουσιάσουν του Ινδο-άριους ως βάρβαρους πολεμιστές που νίκησαν έναν ειρηνικό αστικό πολιτισμό.

Η σημερινή άποψη διαφέρει. Αυτό που προκάλεσε την κατάρρευση φαίνεται αναμφισβήτητα ότι ήταν μια σημαντική κλιματολογική αλλαγή. Το 2600 Π.Κ.Ε., η κοιλάδα του Ινδού ποταμού ήταν κατάφυτη, δασική και γεμάτη ζωή. Ήταν επίσης υγρότερη. Οι πλημμύρες ήταν ένα πρόβλημα, καθώς φαίνεται πως σε εκείνο το απώτατο παρελθόν κατέστρεφαν ενίοτε ορισμένες εγκαταστάσεις. Όμως δεν ήταν αυτό το μόνο μειονέκτημα που μπορούσε πιθανώς να οδηγήσει σε κατάρρευση. Το βασικό σημείο είναι ότι οι άνθρωποι του πολιτισμού του Ινδού συμπλήρωναν τη διατροφή τους με το κυνήγι, γεγονός σχεδόν αδιανόητο, όταν εξετάζει κανείς το σύγχρονο, απογυμνωμένο από βλάστηση περιβάλλον. Από τo 1800 Π.Κ.Ε. γνωρίζουμε πως το κλίμα έχει ήδη αλλάξει και έχει δροσερότερο αλλά ξηρότερο. Και πάλι όμως τούτο από μόνο του δεν ήταν αρκετό να προκαλέσει την κατάρρευση ενός πολιτισμού.

Ο κρίσιμος παράγοντας φαινεται πως είναι ουσιαστικά η εξαφάνιση σημαντικών τμημάτων του ποτάμιου συστήματος Γκχάγγαρ-Χάκρα ή Σαρασβάτι. Συγκεκριμένες τεκτονικές αλλαγές προκάλεσαν την εκτροπή των πηγών του συστήματος προς την πεδιάδα του Γάγγη, αν και δεν είμαστε βέβαιοι για την ακριβή ημερομηνία του συμβάντος. Για να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολη είναι η εκτροπή, αρκεί να πούμε πως η εκτροπή από την κοιλάδα του Ινδού στην κοιλάδα του Γάγγη από τα υψίπεδα είναι ζήτημα μερικών μόνο μέτρων. Η περιοχή από την οποία προέκυψαν οι πηγές του ποταμού στο παρελθόν είναι γεωλογικά ενεργή και υπάρχουν στοιχεία σημαντικών τεκτονικών ανακατατάξεων κατά την εποχή που κατέρρευσε ο πολιτισμός του Ινδού. Η ύπαρξη του ποταμού ήταν άγνωστη μέχρι τον 20ο αιώνα, όταν οι γεωλόγοι χρησιμοποίησαν δορυφορικές φωτογραφίες για να ανιχνεύσουν την προηγούμενη πορεία του μέσω της κοιλάδας του Ινδού. Εάν το ποτάμιο σύστημα Σαρασβάτι αποξηράνθηκε όταν ο πολιτισμός του Ινδού βρισκόταν στην ακμή του, τότε οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Οι πρόσφυγες μάλλον πλημμύρισαν τις άλλες πόλεις προκαλώντας δημογραφικό πρόβλημα και αποσταθεροποίηση της οικονομίας. Από το 1600 Π.Κ.Ε. οι πόλεις εγκαταλείφθηκαν. Στο 19ο αιώνα, οι βρετανοί μηχανικοί ανακάλυψαν ότι τα άφθονα τούβλα αυτών των πόλεων που βρίσκονταν στα ερείπια παρείχαν άριστες πρώτες ύλες για την κατασκευή των σιδηροδρόμων. Προχώρησαν, λοιπόν, στην καταστροφή ενός μεγάλου μέρους των διαθέσιμων αρχαιολογικών στοιχείων.

Η σχέση μεταξύ του πολιτισμού του Ινδού και του πρόωρου σανσκριτικού γλωσσικού πολιτισμού που παρήγαγαν τα ινδουϊστικά βεδικά κείμενα είναι ασαφής. Τα αρχαιότερα βεδικά κείμενα μιλούν για έναν όμορφο ποταμό, τον Σαρασβάτι. Καταγράφουν τις μνήμες ενός εξελιγμένου, ουτοπιστικού τρόπου ζωής που αναπτύχθηκε στις όχθες του. Τα πιο πρόσφατα κείμενα περιγράφουν επίσης τη λυπημένη ιστορία της εξαφάνισης του ποταμού. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία είναι, λοιπόν, οι αρχαίες βεδικές αναφορές στον ποταμό Σαρασβάτι καθαρά μυθολογικές; Μάλλον όχι, αν και ακόμα βρισκόμαστε στη σφαίρα της υπόθεσης. Σύμφωνα με μια θεωρία οι υποτιθέμενοι «άριοι» μετανάστες που έφθασαν στην Ινδία είναι εκείνοι οι λαοί που μετανάστευσαν στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη στην ίδια περίοδο και έφεραν μαζί τους τη λατρεία ενός ηλιακού θεού. Στην Ινδία αυτές οι πεποιθήσεις εξελίχθηκαν στην περίπλοκη θρησκευτική παράδοση του Ινδουϊσμού, που αποδέχεται τις πανάρχαιες Βέντα ως πηγή νομιμότητας. Είναι σαφές ότι η κληρονομιά του πολιτισμού του Ινδού συνέβαλε στην ανάπτυξη του Ινδουϊσμού. Όπως έχουν σημειώσει διάφοροι αρχαιολόγοι, υπάρχει κάτι το απερίγραπτα «ινδικό» στον πολιτισμό κοιλάδων του Ινδού ποταμού. Κρίνοντας από τα άφθονα ειδώλια αφιερωμένα στη θηλυκή γονιμότητα που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι του πολιτισμού του Ινδού -όπως οι σύγχρονοι Ινδουϊστές- είχαν μια ειδική θέση στη λατρεία τους για τη μητέρα-θεά και τις αρχές που αντιπροσωπεύει στη ζωή (βλ. Σάκτι και Κάλι). Οι σφραγίδες τους απεικονίζουν τα ζώα με έναν τρόπο που προτείνει σεβασμό στο ζωικό βασίλειο και πιθανώς από εκεί προέρχονται οι αντιλήψεις των Ινδών σχετικά με την ιερότητα των βοοειδών. Όπως Ινδουϊστές σήμερα, έτσι και οι άνθρωποι πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού φαίνεται πως απέδιδαν υψηλή αξία στο λούσιμο, την προσωπική καθαριότητα και τη ζωή του ατόμου σε μια εκτεταμένη οικογένεια.

Ίσως η σημαντικότερη κληρονομιά του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού, εάν υπάρχει τέτοια κληρονομιά, να είναι η προφανής πολιτική της μη βίας. Σε αντίθεση με άλλους αρχαίους πολιτισμούς, το αρχαιολογικό αρχείο αυτού του πολιτισμού παρέχει λιγοστά στοιχεία για στρατούς, βασιλείς, σκλάβους, κοινωνικές συγκρούσεις, φυλακές και άλλα συχνά αρνητικά γνωρίσματα που συνδέουμε παραδοσιακά με τους πρώιμους πολιτισμούς.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kenoyer, J. M. 1991 "Urban Process in the Indus Tradition: A Preliminary Model from Harappa" στο R. H. Meadow (εκδ.), Harappa Excavations 1986-1990, Madison, Prehistory Press, σσ. 29-60.
  • Kenoyer, J. M. 1997 "Trade and technology of the Indus Valley: new insights from Harappa, Pakistan" στο World Archaeology 29(2): 262-280.
  • Kenoyer, J. M. 2000 "Wealth and Socio-Economic Hierarchies of the Indus Valley Civilization". στο J. Richards and M. Van Buren, (εκδ), Order, Legitimacy and Wealth in Early States, Cambridge, Cambridge University Press, σσ. 90-112.
  • Kenoyer, J. M. and R. H. Meadow 1999 "Harappa: New Discoveries on its origins and growth", στο Lahore Museum Bulletin XII(1): 1-12.
  • Mughal, M. R. 1990 "Further Evidence of the Early Harappan Culture in the Greater Indus Valley: 1971-90", στο South Asian Studies 6: 175-200.
  • Mughal, M. R., F. Iqbal, M. A. K. Khan and M. Hassan 1996 "Archaeological Sites and Monuments in Punjab: Preliminary report of Explorations: 1992-1996", στο Pakistan Archaeology 29: 1-474.
  • Vats, M. S. 1940 Excavations at Harappa. Delhi, Government of India Press
  • Wheeler, R. E. M. 1947 "Harappa 1946: The Defenses and Cemetery R-37", στο Ancient India no. 3: 58-130.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα