Πασχάλιο χρονικό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Πασχάλιο χρονικό είναι εκτενής βυζαντινή χρονογραφία που ανεφέρεται στα γεγονότα από κτίσεως κόσμου (δημιουργίας κόσμου) μέχρι το 628 - 630 μ.Χ. Το εν λόγω χρονικό θέτει ως βάση της χριστιανικής χρονολογίας τον πασχάλιο κανόνα και φέρει την επιγραφή:
"Επιτομή χρόνων των από Αδάμ του πρωτοπλάστου ανθρώπου έως κ΄ έτους της βασιλείας Ηρακλείου του ευσεβεστάτου και μετά υπατείαν έτους ιθ΄ και ιη΄ έτους της βασιλείας Ηρακλείου νέου Κωνσταντίνου του αυτού υιού ινδικτιώνος γ΄".

Το όνομά του οφείλεται από τον Du Cange που εξέδωσε αυτό με τον τίτλο: "Chronicon Paschale" (1688). Επίσης φέρεται κατ΄ άλλους και ως "Αλεξανδρινό χρονικό" (Chronicon Alexandrinum), ή "Χρονικό Κωνσταντινουπόλεως" (Chronicon Constantinopolitanum), ή "Σικελικά χρονικά".

Το χειρόγραφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κείμενο παραδίνεται σε ένα μοναδικό ελληνικό χειρόγραφο του 10ου αιώνα, που βρίσκεται στο Βατικανό και φέρει το όνομα και αριθμό κατάταξης "Βατικανός κώδικας 1941" (Baticanus 1941).

Από τον κώδικα αυτόν, έχουν εκπέσει τα πρώτα και τα τελευταία φύλλα ως και ένα τετράδιο από το μέσον. Έτσι, η εισαγωγή σώζεται μόνο εν μέρει, και το τέλος της χρονογραφίας «εικάζεται» ότι εκτείνονταν λίγο μετά το 628 περίπου μέχρι το 630. Στο κείμενο έχουν επισημανθεί χάσματα, που οφείλονται σε μεταγενέστερες επεμβάσεις ή πιθανές διαγραφές από τους αντιγραφείς. Επίσης παρατηρούνται πλήθος παρεμβεβλημένων σημειώσεων.

Το κείμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εισαγωγή του έργου ο συγγραφέας περιγράφει τις απόψεις της εποχής του, σχετικά με τον υπολογισμό του Πάσχα και δίνει και τους δικούς του μαθηματικούς υπολογισμούς, για τον προσδιορισμό των ημερομηνιών του Πάσχα. Σύμφωνα με αυτούς, οι ημερομηνίες του Πάσχα επαναλαμβάνονται μετά από ένα κύκλο 532 ετών. Η εισαγωγή, στην οποία οφείλει και την ονομασία του, δεν έχει άμεση σχέση με το κύριο κείμενο της χρονογραφίας και εκφράστηκε η άποψη ότι είναι ίσως μεταγενέστερη προσθήκη.

Στο κυρίως κείμενο ο συγγραφέας ξεκινά με αναφορές στην "μυθολογική" ιστορία, μέχρι και την ίδρυση της Ρώμης. Κατόπιν αναφέρεται σε λεπτομερείς βιβλικές αφηγήσεις, ιστορίες μαρτύρων της εκκλησίας και άλλα εκκλησιαστικά θέματα. Επανέρχεται στην κοσμική ιστορία όταν η αφήγηση φτάνει στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Σημαντικές είναι οι λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την στάση του Νίκα, επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού, που δεν βρίσκονται σε άλλες πηγές. Επίσης, ο συγγραφέας μας παραθέτει ολόκληρο το έδικτο του Ιουστινιανού με το οποίο καταδικάζονταν τα συγγράμματα του Θεόδωρου Μοψουεστίας, του Θεοδώρητου Κύρου και του Ίβα Εδέσσης. Όταν η εξιστόρηση φτάνει στην άνοδο στον θρόνο του Φωκά (602) και μετά, σε γεγονότα δηλαδή περίπου σύγχρονα του συγγραφέα, το κείμενο αποδεικνύεται πολύτιμη ιστορική πηγή για το πραξικόπημα του Ηράκλειου και την άνοδό του στο θρόνο (610), για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άβαρους και τους Σλάβους (626) και την είδηση της νίκης του Ηράκλειου κατά των Περσών (628).

Ο συγγραφέας βασίζει την χρονογραφία του σε πολλά παλαιότερα έργα όπως, η χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα, τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας και του Σέξτου Ιούλιου Αφρικανού, η Αγία Γραφή, διάφορα μαρτυρολόγια, υπατικοί κατάλογοι και άλλα, πολλά από τα οποία έχουν χαθεί. Συνήθως μάλιστα δεν κατονομάζει τις πηγές του.

Τα θέματα που θίγει και στα οποία κυρίως εστιάζει το χρονικό, προδίδουν το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τα εκκλησιαστικά ζητήματα περισσότερο, παρά για τα πολιτικά γεγονότα. Πάντως, παρόλο που το έργο είναι στην ουσία μια συρραφή από έργα τρίτων, χωρίς ουσιαστική και ιδιαίτερης αξίας ιστορική ή λογοτεχνική, γνώρισε μεγάλη διάδοση και θεωρείται το κυριότερο έργο της χριστιανικής χρονογραφίας μετά τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας και του Γεωργίου Συγκέλλου λόγω ακριβώς του λαϊκού ύφους του.

Ο συγγραφέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του συγγραφέα είναι άγνωστο. Από ότι καταλαβαίνουμε από το κείμενο, φαίνεται να είναι σύγχρονος του βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου (610-641) και του πατριάρχη Σέργιου της Κωνσταντινούπολης (610-638). Δεν πρέπει να ανήκε στο άμεσο αυλικό περιβάλλον, αλλά μάλλον στον πατριαρχικό κλήρο, μιά και το κείμενο ασχολείται περισσότερο με την εκκλησιαστική ιστορία, παρά με την πολιτική, συνεπώς μάλλον κληρικός. Το χρονικό φαίνεται ότι το έγραψε την περίοδο των αυτοκρατορικών θριάμβων και επιτυχιών του Ηράκλειου, πιθανότατα μετά την επιστροφή του Τιμίου Σταυρού στην Ιερουσαλήμ (21 Μαρτίου 630).

Η γνώμη που υποστηρίχθηκε από πολλούς ότι το έργο αυτό αποτελούσε ένα αρχαιότερο έργο που έφθανε μέχρι το 354 μ.Χ. που συμπληρώθηκε στη συνέχεια από άλλον συγγραφέα εποχής Ηρακλείου, αναιρέθηκε επιτυχώς από τον Γκέλτσερ που απέδειξε πως ο συγγραφέας του έργου είχε ως πηγές εκτός την Αγία Γραφή, τον Ιούλιο τον Αφρικανό, την εκκλησιαστική ιστορία του Ευσέβιου, την χρονογραφία του Μαλάλα, το "περί μέτρων και σταθμών" έργο του Επιφανίου, τα μαρτυρολόγια κ.ά. Μάλιστα δε τις πηγές αυτές ο συγγραφέας ακολουθούσε "δουλικότατα" (πιστή αντιγραφή) αποδεικνύοντας μάλλον ότι ήταν αμαθής από τα τελευταία πιθανώς επί των ημερών του γεγονότα που καταφαίνεται η φτωχή αυτενέργειά του.

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη έντυπη έκδοση αυτού έγινε από τον Ματθαίο Raderus (Μόναχο 1615) με την επιγραφή "Chronicon Alexandrinum", η δε δεύτερη υπό τον Du Cange (Παρίσι 1688) με την επιγραφή "Chronicon Paschale". Καλλίτερη αυτών ήταν η υπό τον L. Dindorf (Βόνη 1832), η έκδοση του οποίου και ανατυπώθηκε αργότερα. Τελευταία δε επανέκδοση φέρεται η υπό τον τίλο Chronicon Paschale 284 - 628 AD, αγγλ. μτφρ. Μichael και Mary Whitby, [Translated Texts for Historians 7], Liverpool, 1989.

Μικρό απόσπασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παρακάτω μικρό απόσπασμα περιγράφεται η άλωση των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες το 614:

Τούτῳ τῷ ἔτει περὶ μῆνα ἰούνιον θρήνων ἀπαύστων ἄξιον ἡμῖν συνέβη πάθος. μετὰ γὰρ πολλῶν τῆς ἀνατολῆς πόλεων ἥλω καὶ Ἱερουσαλὴμ ὑπὸ Περσῶν, καὶ σφάζονται πολλαὶ χιλιάδες ἐν αὐτῇ κληρικῶν, μοναχῶν, μοναστριῶν παρθένων. ἐμπίπραται τὸ δεσποτικὸν μνῆμα καὶ οἱ περιβόητοι τοῦ θεοῦ ναοί, καὶ ἁπλῶς πάντα τὰ τίμια καθαιρεῖται. τὰ σεβάσμια τοῦ σταυροῦ ξύλα σὺν τοῖς ἱεροῖς σκεύεσιν ἀναριθμήτοις οὖσιν λαμβάνεται παρὰ Περσῶν, καὶ Ζαχαρίας ὁ πατριάρχης καὶ αἰχμάλωτος γίνεται. καὶ ταῦτα οὐκ ἐν πολλῶ χρόνῳ οὐδὲ ἐν ὅλῳ μηνί, ἀλλ' ἐν ἡμέραις ὀλίγαις συμβέβηκε.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]