Πάουλ Μπόνατς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πάουλ Μπόνατς (Paul Bonatz), γερμανικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Σολν στη Λωρραίνη της Γαλλίας, η οποία τότε ανήκε στη Γερμανία (6 Δεκεμβρίου 1877 - 20 Δεκεμβρίου 1956). Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1956 σε ηλικία 79 ετών.

Ο Γερμανός αρχιτέκτονας αποφοίτησε από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μόναχου το 1900 και εργάστηκε ως βοηθός του Θεοντορ Φίσερ στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης (1902-1906). Όταν ο Φίσερ μετακόμισε στο Μόναχο (1908), ο Μπόνατς ορίστηκε ως διάδοχός του και αποδέχτηκε την θέση του αρχιτεκτονικού συμβούλου, αλλά διαφοροποιήθηκε από αυτόν όταν δεν ενστερνίστηκε το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα των Ναζί.

Μαζί με τον Φριτς Τοτ έκανε συνεργασίες εξέχουσας σημασίας, δημιούργησε τις νευραλγικές γέφυρες για τον Αυτοκινητόδρομο (Autobahn), πληθώρα άλλων γεφυρών, όπως και τον Σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου. Έδειξε καθαρά την προτίμηση του στη ρομανική αρχιτεκτονική αλλά σε μια πιο απλοποιημένη μορφή, η οποία και διαφαίνεται σε έργα του, όπως στον σχεδιασμό του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Στουτγάρδης και στο Μουσείο Τέχνης της Βασιλείας το 1936.

Το 1911 κέρδισε τον διαγωνισμό για την ανοικοδόμηση του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού της Στουτγάρδης, ένα από τα διασημότερα κτίρια του, του οποίου οι εργασίες διήρκεσαν από το 1913 μέχρι το 1927. Ένα άλλο κτίριο μεγίστης σημασίας είναι η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Τύμπινγκεν, η οποία χτίστηκε το 1910-1912. Ο Μπόνατς επίσης συμμετείχε στην τελική φάση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του κτιρίου του τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου της Σόφιας στη Βουλγαρία. Το οικοδόμημα κατασκευάστηκε το 1924-1930 και ήταν ως επί το πλείστον σχέδιο του Βούλγαρου αρχιτέκτονα Γκεόργκι Οβτσάροφ.

Το ταλέντο και οι ικανότητες του Μπόνατς εκτιμήθηκαν δεόντως από την τότε πολιτική διακυβέρνηση, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, καθώς κρίθηκε αναξιόπιστος. Έδειξε καθαρά την αποστροφή του προς την αναδιαμόρφωση από τον Πάουλ Τροστ της πλατείας Königsplatz στο Μόναχο (έργο του Καρλ φον Φίσερ), πράξη η οποία κρίθηκε ως πολιτικό λάθος, μιας και ο Τροστ ήταν αρχιτεκτονικός σύμβουλος και πολύ καλός φίλος του Αδόλφου Χίτλερ. Η ελευθερία του λόγου και έκφρασης του Μπόνατς ήταν αυτές που τον οδήγησαν δύο φορές στην ανάκριση του από την αστυνομία, η οποία τον κατηγόρησε ότι βοηθούσε τον εβραϊκό κόσμο με το να είναι φανερά πολιτικά αντίθετος με την πολιτική του Χίτλερ.

Ο Μπόνατς ανήκε στην κατηγορία των αρχιτεκτόνων, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν από τους Εθνικοσοσιαλιστές, καθώς υποστήριζαν το συντηρητικό, εθνικιστικό και ιστορικό αρχιτεκτονικό στυλ προγενέστερων αρχιτεκτόνων όπως ο Θεοντορ Φίσερ, Χάινριχ Τέσενο και ο Χέρμαν Μπεστελμέιερ. Δεδομένου ότι το κίνημα των Ναζί επιτέθηκε σε οτιδήποτε νεωτεριστικό και μοντέρνο στυλ της τότε εποχής, επειδή αποτελούσε υπόδειγμα μπολσεβικισμού, ο Φρίντριχ Τόμας εξέφρασε δημόσια την επίσημη αποδοχή της ομάδας στο Τρίτο Ράιχ και ο κύριος εκφραστής της αρχιτεκτονικής των Ναζί, ο Πολ Σούλτς-Νάουμπουργκ, εξέφρασε την έγκριση της εθνικής άποψης, αποκαλώντας τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Στουτγάρδης "ένα πέτρινο κτίριο, ένα μοντέρνο τεχνικό κτίριο, ως το καλύτερο δείγμα του μοντερνισμού".

Μια διαφωνία του με τον Χίτλερ σχετικά με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Μονάχου τον ανάγκασε να ταξιδέψει στην Τουρκία το 1943. Στην Άγκυρα κατασκεύασε πάρα πολλά έργα από το 1943 μέχρι το 1956, στα οποία περιλαμβάνεται ένα συγκρότημα κατοικιών με πάνω από 400 μονάδες και η μετατροπή του Εκθεσιακού Κέντρου της Άγκυρας στην Λυρική Σκηνή της Άγκυρας. Το 1954 επέστρεψε πάλι στη Γερμανία για την ανακατασκευή της Στουτγάρδης και του Ντίσελντορφ.

Στις 25 Νοεμβρίου του 2009, ο Σιδηροδρομικός Σταθμός της Στουτγάρδης πήρε υποψηφιότητα από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.