Οδοντικό εμφύτευμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ακτινογραφία που απεικονίζει δύο κυλινδικά οδοντικά εμφυτεύματα

Το οδοντικό εμφύτευμα αποτελεί εξάρτημα το οποίο τοποθετείται χειρουργικά στο οστό της γνάθου με σκοπό την αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ελλειπόντων δοντιών.

Εμφυτευματικά υλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα υλικά από τα οποία αποτελούνται τα οδοντικά εμφυτεύματα ονομάζονται εμφυτευματικά. Τα εμφυτευματικά υλικά είναι βιοαδρανή και βιοσυμβατά. Ήδη από την αρχαιότητα είχε γίνει προσπάθεια αντικατάστασης ελλειπόντων δοντιών με ενσφήνωση στο οστό της γνάθου τεμαχιδίων χρυσού, ξύλου, νεκρού οστού κτλ. Η ουσιαστική ανάπτυξη των εμφυτευματικών υλικών ξεκίνησε την δεκαετία του 1930 με την χρήση κυρίως κραμάτων χρωμίου - κοβαλτίου ή τανταλίου. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας των υλικών αποτέλεσε το vitalium του κατασκευάστηκε από τον Venable το 1937 και είναι κράμα χρωμίου - κοβαλτίου - μολυβδένιου. Αργότερα την δεκαετία του 1970 ως και σήμερα καθιερώθηκε η χρήση του τιτανίου και των κραμάτων του διότι πληρεί το μέγιστο τον μηχανοβιολογικών απαιτήσεων ενός εμφυτευματικού υλικού. Την ίδια περίπου εποχή ξεκίνησε και η χρήση κεραμικών εμφυτευματικών υλικών όπως του υδροξυαπατίτη και του φωσφορικού ασβεστίου.

Τύποι οδοντικών εμφυτευμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναφορά των διαφόρων τύπων τον οδοντικών εμφυτευμάτων καταδεικνύουν και την ιστορική τους εξέλιξη.

  1. Υποπεριοστικά: αυτού του τύπου τα εμφυτεύματα τοποθετούνται κάτω από το περιόστεο που καλύπτει τα οστά των γνάθων. Έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται.
  2. Διαοστικά: αυτός ο τύπος εμφυτευμάτων χρησιμοποιούνταν στο πρόσθιο τμήμα της κάτω γνάθου την οποία και διαπερνούσαν κατά το κατακόρυφο επίπεδο. Η επέμβαση πραγματοποιούνταν υπό γενική αναισθησία και απαιτούσε εξωστοματική τομή
  3. Ριζόμορφα: είναι ο τύπος που χρησιμοποιείται σήμερα. Τα ριζόμορφα εμφυτεύματα μπορεί να έχουν σχήμα κυλινδρικό ή κωνικό, να έχουν λεία ή αδρή επιφάνεια και να είναι κοχλιωτά ή όχι.

Οστεοενσωμάτωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελεί το βασικό βιολογικό φαινόμενο στο οποίο βασίζονται τα εμφυτεύματα. Η οστεοενσωμάτωση μελετήθηκε για πρώτη φορά από τον Per Invar Branemark την οποία και ανακάλυψε τυχαίως μελετώντας την μεταβολική δραστηριότητα του οστίτη ιστού. Ο ορισμός της οστεοενσωμάτωσης όπως τον έδωσε ο Branemark αναφέρει "ότι αποτελεί την άμεση λειτουργική και δομική σύνδεση μεταξύ του ζώντος οστίτη ιστού και του ξένου υποκατάστατου - εμφυτεύματος". Η οστεοενσωμάτωση ουσιαστικά είναι δημιουργία στενής επαφής μεταξύ οστού και εμφυτεύματος χωρίς την παρεμβολή μαλθακού ιστού, δίνοντας έτσι λειτουργική σταθερότητα στο εμφύτευμα.

Τα σύγχρονα εμφυτεύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σύγχρονα εμφυτεύματα αποτελούνται από δύο ή τρία μέρη. Τα εμφυτεύματα που αποτελούνται από δύο μέρη έχουν το κυρίως εμφύτευμα στο οποίο βιδώνεται το προσθετικό δόντι ενώ τα εμφυτεύματα των τριών μερών έχουν το κυρίως εμφύτευμα, το προσθετικό κολόβωμα και την προσθετική στεφάνη. Τα εμφυτεύματα που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι στην πλειονότητά τους ριζόμορφα κοχλιωτά εμφυτεύματα αδρής επιφάνειας κυλινδρικού ή κωνικού σχήματος.

Διαδικασία τοποθέτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και υπάρχουν αρκετά πρωτόκολλα τοποθέτησης η βασική αρχή είναι η ίδια. Γίνεται τομή των ούλων στην περιοχή του ελλείποντος δοντιού και αποκαλύπτεται το οστό της γνάθου. Στην συνέχεια με ειδικά τρυπάνια διανοίγεται φρεάτιο μήκους περίπου 10 με 15 mm. Στην συνέχεια το εμφύτευμα κοχλιώνεται μέσα στο οστό. Τα ούλα συρράπτονται και το εμφύτευμα παραμένει ώστε να πραγματοποιηθεί η διαδικασία της οστεοενσωμάτωσης για περίπου 3 με 4 μήνες. Μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος πραγματοποιείται και παλι τομή στα ούλα πάνω από το σημείο που τοποθετήθηκε το εμφύτεμα ώστε να αποκαλυφθεί. Τοποθετείται στην συνέχεια το διαβλεννογόνιο στοιχείο επούλωσης, που είναι ουσιαστικά ένα κολόβωμα που συγκρατεί τα ούλα ώστε να επουλωθούν και να αποκτύσουν μορφολογία παρόμοια με αυτήν των ούλων που περιβάλλουν ένα φυσικό δόντι. Μετά από δύο εμβομάδες λαμβάνονται αποτυπώματα των γνάθων ώστε να κατασκευαστεί το προσθετικό δόντι το οποίο θα βιδωθεί πάνω στο κυρίως εμφύτευμα.

Κίνδυνοι κατά τη διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάνοιξη του φρεατίου πρέπει να είναι τμηματική και να γίνεται βήμα βήμα με διαφορετικά πάχη τρυπανιού. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ταυτόχρονη παρακολούθηση των ακτινογραφιών κατά τη διαδικασία για να μην γίνει υπέρβαση των ορίων τρυπανισμού για αποφυγή ενδεχόμενης καταστροφής του οστού κατά τη διάνοιξη. Επιπλέον πρέπει να δοθεί προσοχή στις διαδικασίες της άνω γνάθου ώστε να μην τρυπήσει ο μαλακός ιστός πάνω από το κόκαλο, μέσα στο ιγμόρειο. Πρέπει να σταματά η διάνοιξη αμέσως μόλις δεν υπάρχει πλέον αντίσταση κατά τον τρυπανισμό και να γίνεται τμηματική ανασήκωση του μαλακού ιστού μόνο με πίεση προς τα πάνω και πλάτυνση με πέδιλο χωρίς περιστροφή και με σταδιακή αλλαγή του μεγέθους πέδιλου ώστε να μην τραυματιστεί ο ιστός. Στη συνέχεια ο θόλος, το κενό που δημιουργεί η ανασήκωση του μαλακού ιστού πάνω από το κόκαλο, πρέπει να «τσιμεντώσει» με ειδικό υλικό για να αποφυγεί η αποδυνάμωση του οστού που μεγαλώνει την πιθανότητα θραύσης του και ανόδου του εμφυτεύματος, με ενδεχόμενες σοβαρότατες συνέπειες.