Οδοντική εξαγωγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

H οδοντική εξαγωγή είναι η αφαίρεση ενός δοντιού από τον οδοντικό φραγμό[1] (δηλαδή τη φυσική οδοντοστοιχία) ενός ασθενή, η οποία διενεργείται αποκλειστικά από οδοντίατρο ή γναθοχειρουργό στο χώρο του ιατρείου ή σε Νοσοκομείο, κάτω από συνθήκες ασηψίας. Είναι η έσχατη λύση[2] που εφαρμόζεται μόνο όταν έχει αποκλειστεί με κάθε δυνατό τρόπο η περαιτέρω διατήρηση του δοντιού στο στόμα[3] και αποτελεί ενέργεια η οποία οδηγεί σε μικρού βαθμού αναπηρία, αφού η απώλεια του οποιουδήποτε ανατομικού στοιχείου από το ανθρώπινο σώμα, θεωρείται ως τέτοια. Διακρίνεται σε απλή και χειρουργική εξαγωγή (όπως σε περιπτώσεις έγκλειστου δοντιού). Η δεύτερη απαιτεί τη χρήση οδοντογλυφάνου (στην καθομιλουμένη «τροχού») και είναι πιο σύνθετη πράξη, καθώς στο μετεξακτικό τραύμα, συχνά χρειάζεται να τοποθετηθούν ράμματα. Οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε εξαγωγή ενός δοντιού είναι είτε τραυματικοί (σοβαρό κάταγμα που μπορεί να επεκτείνεται από τη μύλη έως τη ρίζα του), είτε αναγκαστικοί (απώλεια στήριξης από το οστό, όπως στην περίπτωση της προχωρημένης περιοδοντίτιδας ή επανειλημμένες αποτυχίες ενδοδοντικής θεραπείας) ή και κατασταλτικοί (προληπτική εξαγωγή λόγω ορθοδοντικών αναγκών). Σε κάθε περίπτωση, η εξαγωγή του δοντιού επιφέρει, ως αποτέλεσμα, την ανάγκη αντικατάστασής του μέσω μιας κλασσικής προσθετικής εργασίας (κινητής ή ακίνητης) ή και εμφυτεύματος.

Τα στάδια της οδοντικής εξαγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επισκόπηση του φραγμού, κατά την οποία εντοπίζεται το προς εξαγωγή δόντι, ακολουθεί η απομόνωση του χειρουργικού πεδίου και η αναισθητοποίηση του δοντιού, με τη χρήση αναισθητικών διαλυμάτων ενέσιμης μορφής. Ακολούθως γίνεται η συνδεσμοτομή και η αποκόλληση των περιοδοντικών συνδέσμων του δοντιού, με τη χρήση των αντίστοιχων εργαλείων. Εν συνεχεία ακολουθεί η εκμόχλευση και τελικά η αφαίρεσή του, με τη βοήθεια της οδοντάγρας (στην καθομιλουμένη «τανάλια»).

Περιποίηση του μετεξακτικού τραύματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αφαίρεση ενός δοντιού από το φραγμό επιφέρει την επικοινωνία του φατνίου του (δηλαδή του κενού στο κόκκαλο, το οποίο προηγουμένως φιλοξενούσε τη ρίζα του δοντιού) με το στοματικό περιβάλλον, που αν αφεθεί χωρίς φροντίδα μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές. Αρχικά, από το βάθος του φατνίου αφαιρούνται με προσοχή και με τη χρήση κοχλιάριου απόξεσης, πιθανά υπολείμματα ακρορριζίου που μπορεί να έχει θραυστεί κατά τους χειρισμούς της εξαγωγής, τμήματα του μεσορριζικού φατνιακού τοιχώματος ή και κοκκιώδης ιστός, λόγω προ-υπάρχουσας φλεγμονής. Στη συνέχεια ο θεράποντας συν-πλησιάζει τα τραυματικά χείλη και εφαρμόζει πιεστικό πωματισμό με βαμβάκι που καλείται να συγκρατήσει, δαγκώνοντάς το, ο ίδιος ο ασθενής για μικρό χρονικό διάστημα, αναλόγως της ύπαρξης ή όχι, αιμορραγίας. Επίσης στον ασθενή δίνονται αναλυτικές οδηγίες [4] για τις επόμενες ώρες ή ημέρες, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή επούλωση του τραύματος.

Πιθανές ανεπιθύμητες καταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θραύση (σπάσιμο) του δοντιού κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εκμόχλευσής του, το κάταγμα στο κατώτερο τμήμα της ρίζας του και γενικά ο σταδιακός επιφανειακός ή εν τω βάθει θρυμματισμός του (συχνός σε περιπτώσεις συνοστεώσεως που παρατηρείται σε ενδοδοντικά θεραπευμένα δόντια ή σε άτομα της τρίτης ηλικίας), μπορούν να οδηγήσουν την απλή εξαγωγή σε αδιέξοδο, οπότε θα απαιτηθεί χειρουργική αφαίρεση. Κατά τη διαδικασία αυτή κόπτονται τα ούλα, το οστό διανοίγεται, εντοπίζεται η ρίζα του δοντιού που αφαιρείται χειρουργικά, ενώ στη συνέχεια απαιτείται η τοποθέτηση ραμμάτων και η χορήγηση αντιβιοτικών φαρμάκων για την αποφυγή πόνου, μόλυνσης και οιδήματος. Φάρμακα δέον να χορηγούνται και προληπτικά, όταν ο ασθενής υποφέρει από γενικά νοσήματα, π.χ. καρδιοπάθεια, οπότε θα πρέπει να εξασφαλισθεί η αποφυγή της πολύ επικίνδυνης μικροβιακής ενδοκαρδίτιδας. Πρόνοια χρειάζεται επίσης και στις μεταβολικές νόσους (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης), στις διάφορες αλλεργίες ή στις ψυχικές ασθένειες, που απαιτούν τη διενέργεια της εξαγωγής σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Μια πολύ επώδυνη όσο και σπάνια για τον ασθενή συνέπεια της εξαγωγής είναι το «ξηρό φατνίο» κατά το οποίο συνυπάρχουν έντονος πόνος, οσμή και απουσίας πήγματος αίματος από το φατνίο. Διαρκεί μερικές μέρες και αντιμετωπίζεται με συντηρητικό τρόπο (τοποθέτηση βάμβακος, εμποτισμένου με καταπραϋντικό φάρμακο, μέσα στο φατνίο)

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]