Νιρβάνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Νιρβάνα είναι λέξη σανσκριτική που έχει ληφθεί ως θρησκευτικός-φιλοσοφικός όρος, που σημαίνει γενικά: "σβέση φλόγας".

Ερμηνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θρησκευτικός όρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υιοθετήθηκε από τον Βουδισμό και τον Τζαϊνισμό. Χαρακτηρίζει μια κατάσταση που επιτυγχάνεται με την άσκηση και εξαλείφει τον πόνο (που οφείλεται στο κάρμα) της γέννησης και του θανάτου στον κύκλο των αναγεννήσεων του ανθρώπου. Η νιρβάνα διαπιστώνεται τότε στην αφύπνιση ή φώτιση (μπόντι), με την οποία όλα τα στοιχεία της ύπαρξης φαίνονται καθορισμένα και, κατά συνέπεια, δεν έχουν λόγο ύπαρξης, ακόμα και το εγώ αποκαλύπτεται ως μία απατηλή συνένωση πέντε ομάδων ψυχο-μορφικών στοιχείων (σκάντα).

Στον αρχέγονο Βουδισμό, η νιρβάνα ισοδυναμούσε κυρίως με την εκμηδένιση και την εξαφάνιση του πόνου (ντούχκα) που είναι συνδεδεμένος με την επίγεια ζωή των αισθητών αντιλήψεων, της επιθυμίας (κάμα) και της δίψας (τρίσνα) της εμπειρίας. Ο βουδισμός μαχαγιάνα θεωρεί τη νιρβάνα ως μια απόλυτη κατάσταση, στην οποία το αρχέγονο φως της Συνείδησης (πραμπασβάρα-τσίττα) μοιάζει να έχει προέλθει από το κενό (σούνια), πέρα από τη διαφοροποίηση του είναι και του μη είναι. Η νιρβάνα αποτελεί το αποκορύφωμα του διαλογισμού και θεωρείται μια αρκετά αφηρημένη και αμφίσημη έννοια, για την οποία οι βουδιστές του ρεύματος μαχαγιάνα πρεσβεύουν ότι γίνεται κατανοητή μόνο όταν βιωθεί.

Φιλοσοφικός όρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το φιλοσοφικό λεξικό του Ανδρούτσου ο όρος αυτός χαρακτηρίζει τη βουδιστική απάρνηση κάθε εγκόσμιας επιθυμίας, παντός γήινου, και κατά συνέπεια και η εξαφάνιση αυτού του ανθρώπου στο μηδέν δια της οποίας και επέρχεται η απολύτρωση από τα δεινά της ζωής και του κόσμου(*)

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ. 14ος σ.465