Μπαμπακότια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Babakotia radofilai
Αναπαράσταση ενός Babakotia radofilai
Αναπαράσταση ενός Babakotia radofilai
Κατάσταση διατήρησης
Status none EX el.svg
Εξαφανισμένο  (3000 ΠΚΕ ή αργότερα[1])
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Πρωτεύοντα (Primates)
Υποτάξη: Στρεψίρρινοι (Strepsirrhini)
Ανθυποτάξη: Λεμουριόμορφα (Lemuriformes)
Οικογένεια: Παλαιοπροπιθηκίδες (Palaeopropithecidae)
Γένος: Babakotia
Godfrey et al., 1990[2]
Είδος: B. radofilai
Διώνυμο
Babakotia radofilai
Godfrey et al., 1990[3]
Babakotia range map.svg
Τοποθεσίες υποαπολιθωμένων κατάλοιπων του Babakotia radofilai[4]

To Μπαμπακότια (Babakotia) είναι μεσαίου μεγέθους γένος λεμούριου, ή στρεψίρρινο πρωτεύον, από τη Μαδαγασκάρη το οποίο περιέχει μόνο ένα είδος, το Babakotia radofilai. Μαζί με τον Παλαιοπροπίθηκο, τον Αρχαιοίντρις και τον Μεσοπροπίθηκο, σχηματίζουν την οικογένεια των Παλαιοπροπιθηκίδων (Palaeopropithecidae), κοινώς γνωστή ως βραδύποδες λεμούριοι. Το όνομα, Μπαμπακότια, προέρχεται από το μαλαγασικό όνομα για τον Ίντρι, babakoto, με τον οποίο όλοι οι βραδύποδες λεμούριοι έχουν στενή συγγένεια. Λόγω των μικτών μορφολογικών χαρακτηριστικών των που παρουσιάζουν ενδιάμεσα στάδια ανάμεσα στους επιζώντες ιντριίδες και τους μεγάλους βραδύποδες λεμούριους, βοήθησε να προσδιοριστεί η σχέση μεταξύ των δύο ομάδων και της στενής συγγενικής ομάδας των εξαφανισμένων λεμούριων μαϊμούδων.

Το είδος Babakotia radofilai και όλοι οι άλλοι βραδύποδες λεμούριοι μοιράζονται πολλά χαρακτηριστικά με τους επιζώντες βραδύποδες, εξαιτίας εξελικτικής σύγκλισης. Είχε μακρά μπροστινά άκρα, καμπυλωμένα δάκτυλα και πολύ ευκίνητες αρθρώσεις στον γοφό και τους αστράγαλους. Το κρανίο του είχε πιο ισχυρή δομή από αυτό των ιντριίδων, αλλά όχι τόσο όσο στους μεγαλύτερους βραδύποδες λεμούριους. Ο οδοντικός τύπος του είναι παρόμοιος με αυτόν όλων των άλλων ιντριίδων και των βραδύποδων λεμούριων. Έζησε στο βόρειο μέρος της Μαδαγασκάρης και μοιραζόταν την περιοχή του με τουλάχιστον άλλα δύο είδη βραδύποδων λεμούριων, τον Palaeopropithecus ingens και τον Mesopropithecus dolichobrachion. Το Babakotia radofilai ήταν κατά κύριο λόγο φυλλοβόρο ζώο, αν και έτρωγε και φρούτα αλλά και σκληρούς καρπούς. Είναι γνωστό μόνο από υποαπολιθωμένα κατάλοιπα και ενδέχεται να εξαφανίστηκε λίγο μετά από την άφιξη των ανθρώπων στο νησί, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα αρκετά δεδομένα από ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα ώστε αυτό να είναι γνωστό με βεβαιότητα.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα γένους, Babakotia, προέρχεται από το κοινό όνομα, babakoto της μαλαγασικής γλώσσας για τον ίντρι, ο οποίος είναι στενός συγγενής με το Μπαμπακότια. Το όνομα είδους, radofilai, επιλέχθηκε για να τιμήσει τον απόδημο Γάλλο μαθηματικό και εξερευνητή σπηλαίων, Jean Radofilao, ο οποίος αποτύπωσε τα σπήλαια στα οποία βρέθηκαν κατάλοιπα του Babakotia radofilai για πρώτη φορά.[5]

Ταξινόμηση και φυλογενετική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Babakotia radofilai είναι το μοναδικό μέλος του γένους Babakotia και ανήκει στην οικογένεια των Παλαιοπροπιθηκίδων, η οποία περιλαμβάνει τρία ακόμη γένη βραδύποδων λεμούριων: Παλαιοπροπίθηκος, Αρχαιοίντρις και Μεσοπροπίθηκος. Η οικογένεια με την σειρά της ανήκει στην ενδοτάξη των Λεμουριόμορφων, η οποία περιλαμβάνει όλα τα πρωτεύοντα της Μαδαγασκάρης.[1][3]

Τα πρώτα υποαπολιθωμένα κατάλοιπα του Babakotia radofilai ανακαλύφθηκαν στις αρχές του 1980 σε μία σειρά αποστολών που οργάνωσε ο βιοανθρωπολόγος Elwyn Simons.[6] Ανασκάφηκαν το 1988 σε ένα σπήλαιο γνωστό ως Antsiroandoha στο Ankarana Massif στη βόρεια Μαδαγασκάρη. Βρέθηκε ένας σχεδόν πλήρης σκελετός και κρανίο, μαζί με τα κατάλοιπα περίπου δώδεκα ακόμα ατόμων.[4] Το Babakotia αναγνωρίστηκε αμέσως μόλις ανακαλύφθηκε ως βραδύποδας λεμούριος (παλαιοπροπιθηκίδης) και μαζί με τον Μεσοπροπίθηκο βοήθησαν στην κατάληξη της διαφωνίας σχετικά με την σχέση μεταξύ των βραδύποδων λεμούριων, των λεμούριων μαϊμούδων (οικογένεια Αρχαιολεμουρίδων) και των ζώντων ιντριίδων. Οι λεμούριοι μαϊμούδες είχαν κρανία που έμοιαζαν περισσότερο με αυτά των ιντριίδων, αλλά τα δόντια του ήταν πολύ εξειδικευμένα και δεν έμοιαζαν με αυτά των ιντριίδων. Οι μεγαλύτεροι βραδύποδες λεμούριοι από την άλλη διατήρησαν οδοντικό τύπο παρόμοιο με αυτό των ζώντων ιντριίδων, διέφεραν όμως στα πιο στιβαρά και εξειδικευμένα κρανία τους. Ο μπαμπακότια και ο μεσοπροπίθηκος όχι μόνο είχαν κοινό οδοντικό τύπο με τους ιντριίδες αλλά είχαν και παρόμοια κρανία, παρέχοντας έτσι στοιχεία ότι οι βραδύποδες λεμούριοι ήταν πιο στενοί συγγενείς με τους επιζώντες ιντριίδες, με τους λεμούριους μαϊμούδες να είναι αδελφική ομάδα και με τους δύο.[7] Επιπλέον, η ανακάλυψη του Μπαμπακότια βοήθησε να επιδειχθεί ότι οι προγονικοί ιντριίδες δεν πηδούσαν αστραπιαία από δέντρο σε δέντρο όπως οι επιζώντες ιντριίδεα αλλά σκαρφάλωναν κάθετα και τρέφονταν κρεμάμενοι από δέντρα, και πιθανώς πηδούσαν σποραδικά.[8]

Ανατομία και φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A lemur skull, seen from the right.
Κρανίο Babakotia radofilai

Έχοντας βάρος μεταξύ 16 και 20 kg, ο Babakotia radofilai ήταν μετρίου μεγέθους λεμούριος και εμφανώς μικρότερος από τους μεγάλους βραδύποδες λεμούριους (Αρχαιοίντρις και Παλαιοπροπίθηκος), αλλά μεγαλύτερος από τους μικρούς βραδύποδες λεμούριου (Μεσοπροπίθηκος).[1][3] Κατά πολλούς τρόπους είχε ενδιάμεσο επίπεδο προσαρμογών για κρέμασμα σε σχέση με τους μεγάλους και τους μικρούς βραδύποδες λεμούριους.[3][4][9][7][10] Για παράδειγμα είχε πολύ ευκίνητες αρθρώσεις στους γοφούς και στους αστράγαλους, καθώς και εξειδικεύσεις στη σπονδυλική στήλη, την λεκάνη και τα άκρα.[10] Το μπροστινά άκρα ήταν 20% μακρύτερα από τα πίσω άκρα του, δίνοντας μεγαλύτερο δείκτη άκρων (~119) από ότι ο Μεσοπροπίθηκος (~97 με 113), υποδεικνύοντας σύγκλιση με τους δεντρόβιους βραδύποδες.[10][11] Είχε μειωμένο ταρσό και καμπυλωμένα, επιμήκη δάκτυλα, προσαρμοσμένα στο άρπαγμα υποδεικνύοντας δυνατότητα να κρεμιέται από κλαδιά.[10][12] Τα πίσω άκρα του ήταν μειωμένα, κάνοντάς το καλώς προσαρμοσμένο για σκαρφάλωμα και κρέμασμα (όπως οι άλλοι παλαιοπροπιθηκίδες), αλλά όχι για να πηδάει από δέντρο σε δέντρο (όπως οι ιντριίδες).[1][3][4] Οστά καρπού που βρέθηκαν το 1999 απέδειξαν περαιτέρω την ικανότητα του είδους στην κατακόρυφη αναρρίχηση.[13] Επιπροσθέτως, ανάλυση των ημικύκλιων σωλήνων του,[14] των οσφυϊκών σπονδύλων και των ακανθωδών αποφύσεων του υποδεικνύουν αργή κίνηση και προσαρμογές για σκαρφάλωμα, αλλά όχι κατ' ανάγκη για κρέμασμα όπως των βραδύποδων, ή πήδημα από δέντρο σε δέντρο.[15] Συνεπώς κατά πάσα πιθανότητα σκαρφάλωνε αργά όπως οι λόρις και επιδείκνυε κάποια ικανότητα κρεμάσματος όπως οι βραδύποδες.[6]

Ο Babakotia στα πλαίσια της φυλογενετικής των λεμούριων[16][17][9]
 Lemuriformes 

 Daubentoniidae 





 †Megaladapidae 



 Lemuridae 






Cheirogaleidae



Lepilemuridae





 †Archaeolemuridae 



 †Palaeopropithecidae 

Mesopropithecus




Babakotia




Palaeopropithecus



Archaeoindris






Indriidae







Όλοι οι βραδύποδες λεμούριοι έχουν σχετικά στιβαρά κρανία σε σχέση με τους ιντριίδες,[3] ωστόσο το κρανίου του Μπαμπακότια αν και μοιράζεται κρανιακά χαρακτηριστικά με τους μεγαλύτερους βραδύποδες λεμούριους, μοιάζει περισσότερο με αυτό ενός ίντρι.[1] Τα κρανιακά χαρακτηριστικά που έχει κοινά με τους άλλους βραδύποδες λεμούριους περιλαμβάνουν σχετικά μικρές κόγχες, στιβαρά ζυγωματικά τόξα, και κατά κύριο λόγο ορθογωνική σκληρή υπερώα.[3] Από τις μικρές οφθαλμικές κόγχες σε συνδυασμό με το σχετικό μέγεθος του οπτικού τρήματος συμπεραίνεται ότι ο Μπαμπακότια είχε χαμηλή οξύτητα όρασης, πράγμα που είναι τυπικό για τους λεμούριους.[18] Το μήκος του κρανίου είχε μέση τιμή 144 mm.[4]

Ο οδοντικός τύπος του Babakotia radofilai είναι ο ίδιος με αυτόν των άλλων βραδύποδων λεμούριων και των ιντριίδων: είτε \tfrac{2.1.2.3}{1.1.2.3}[3][7] είτε \tfrac{2.1.2.3}{2.0.2.3}\times 2=30[4] Δεν είναι ξεκάθαρο αν ένα από τα δόντια του μόνιμου οδοντικού τύπο είναι κοπτήρας ή κυνόδοντας, με αποτέλεσμα την ύπαρξη αυτών των δύο αντικρουόμενων οδοντικών τύπων.[19] Ανεξαρτήτως της έλλειψης είτε ενός κάτω κυνόδοντα είτε κοπτήρα το αποτέλεσμα ήταν τα κτενωτά δόντια (toothcomb) να αποτελούνται από τέσσερα δόντια αντί για έξι που είναι το τυπικό των στρεψίρρινων. Ο Babakotia radofilai διέφερε ελαφρώς από τους ιντριίδες στο ότι είχε κάπως επιμήκεις προγόμφιους.

Κατανομή και οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως όλοι οι άλλοι λεμούριοι, ο Babakotia radofilai ήταν ενδημικός στη Μαδαγασκάρη. Τα κατάλοιπά του βρέθηκαν μόνο σε ασβεστολιθικά σπήλαια στο Ankarana Massif και στο Anjohibe, υποδεικνύοντας ότι κατανέμονταν στα βόρεια και βορειοδυτικά του νησιού.[3][4][20] Η περιορισμένη κατανομή αυτού του δενδρόβιου πρωτεύοντος, ειδικά σε μία εποχή όπου το μεγαλύτερο μέρος του νησιού καλύπτονταν από δάση, ενδεχομένως οφείλεται σε εξειδίκευση ως προς την φυσική κατοικία, σε ανταγωνιστική αποκλειστικότητα, η σε κάποιο άλλο άγνωστο παράγοντα.[21] Ήταν συμπατρικό (εμφανίζονταν στην ίδια περιοχή) με τους Palaeopropithecus ingens και Mesopropithecus dolichobrachion.[11]

Με βάση το μέγεθός του, την μορφολογία των γομφίων του, και αναλύσεις μικροφθοράς στα δόντια του, ο Babakotia radofilai ήταν κατά πάσα πιθανότητα φυλλοβόρο ζώο, ενώ συμπλήρωνε την διατροφή του με φρούτα και σκληρούς σπόρους.[1][9][18][22] Όπως σε όλους τους βραδύποδες λεμούριους, τα μόνιμα δόντια του Babakotia radofilai εκφύονταν νωρίς, χαρακτηριστικό που έχουν και οι ιντριίδες και βελτιώνει τις πιθανότητες επιβίωσης των ωεαρών ατόμων κατά την πρώτη ξηρή περίοδο μετά τον απογαλακτισμό τους.[10]

Εξαφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή εξαφανίστηκε σχετικά πρόσφατα και είναι γνωστό μόνο από υποαπολιθωμένα κατάλοιπα, θεωρείται σύγχρονο είδος λεμούριου.[20] Ο Babakotia radofilai έζησε κατά το Ολόκαινο και πιστεύεται ότι εξαφανίστηκε λίγο μετά την άφιξη των ανθρώπων στο νησί, πιθανώς τα τελευταία 1000 χρόνια.[3] Ωστόσο, τα μόνα δεδομένα από ραδιοχρονολόγηση άνθρακα που υπάρχουν αναφέρονται στο 3100 με 2800 ΠΚΕ. [23]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Mittermeier, R.A.; Konstant, W.R.; Hawkins, F.; Louis, E.E.; Langrand, O.; Ratsimbazafy, J.; Rasoloarison, R.; Ganzhorn, J.U. και άλλοι. (2006). «Chapter 3: The Extinct Lemurs». Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (2η έκδοση). Conservation International. σελ. 37–51. ISBN 1-881173-88-7. 
  2. McKenna, M.C.; Bell, S.K. (1997). Classification of Mammals: Above the Species Level. Columbia University Press. σελ. 335. ISBN 0-231-11013-6. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 3,9 Nowak, R.M. (1999). «Family Palaeopropithecidae: Sloth Lemurs». Walker's Mammals of the World (6η έκδοση). Johns Hopkins University Press. σελ. 89–91. ISBN 0801857899. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L. (2002). «Chapter 7: Quaternary fossil lemurs». The Primate Fossil Record. Cambridge University Press. σελ. 97–121. ISBN 978-0521663151. 
  5. Godfrey, L.R.; Simons, E.L.; Chatrath, P.J.; Rakotosamimanana, B. (1990). «A new fossil lemur (Babakotia, Primates) from northern Madagascar». Comptes Rendus de l'Académie des Sciences. 2 81: 81–87. 
  6. 6,0 6,1 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L. (2003). «The Extinct Sloth Lemurs of Madagascar». Evolutionary Anthropology 12: 252–263. doi:10.1002/evan.10123. http://bork.hampshire.edu/~josiah/EVANarticle.pdf. 
  7. 7,0 7,1 7,2 Mittermeier, R. A.; Tattersall, I.; Konstant, W.R.; Meyers, D.M.; Mast, R.B. (1994). «Chapter 4: The Extinct Lemurs». Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (1st έκδοση). Conservation International. σελ. 33–48. ISBN 1-881173-08-9. 
  8. Jungers, W.L.; Godfrey, L.R.; Simons, E.L.; Chatrath, P.S.; Rakotosamimanana, B. (1991). «Phylogenetic and functional affinities of Babakotia (Primates), a fossil lemur from northern Madagascar». Proceedings of the National Academy of Sciences 88: 9082–9086. http://www.pnas.org/content/88/20/9082.full.pdf. 
  9. 9,0 9,1 9,2 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L. (2003). «Subfossil Lemurs». Στο: Goodman, S.M.; Benstead, J.P. The Natural History of Madagascar. University of Chicago Press. σελ. 1247–1252. ISBN 0-226-30306-3. 
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 Simons, E.L. (1997). «Chapter 6: Lemurs: Old and New». Στο: Goodman, S.M.; Patterson, B.D. Natural Change and Human Impact in Madagascar. Smithsonian Institution Press. σελ. 142–166. ISBN 978-1560986829. 
  11. 11,0 11,1 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Reed, K.E.; Simons, E.L.; Chatrath, P.S. (1997). «Chapter 8: Subfossil Lemurs». Στο: Goodman, S.M.; Patterson, B.D. Natural Change and Human Impact in Madagascar. Smithsonian Institution Press. σελ. 218–256. ISBN 978-1560986829. 
  12. Jungers, W.L.; Godfrey, L.R.; Simons, E.L.; Chatrath, P.S. (1997). «Phalangeal curvature and positional behavior in extinct sloth lemurs (Primates, Palaeopropithecidae)». Proceedings of the National Academy of Sciences 94: 11998–12001. http://www.pnas.org/content/94/22/11998.full.pdf. 
  13. Hamrick, M.W.; Simons, E.L.; Jungers, W.L. (2000). «New wrist bones of the Malagasy giant subfossil lemurs». Journal of Human Evolution 38 (5): 635–650. doi:10.1006/jhev.1999.0372. 
  14. Walker, A.; Ryan, T.M.; Silcox, M.T.; Simons, E.L.; Spoor, F. (2008). «The Semicircular Canal System and Locomotion: The Case of Extinct Lemuroids and Lorisoids». Evolutionary Anthropology 17: 135–145. doi:10.1002/evan.20165. 
  15. Shapiro, L.J.; Seiffert, C.V.M.; Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Simons, E.L.; Randria, G.F.N. (2005). «Morphometric Analysis of Lumbar Vertebrae in Extinct Malagasy Strepsirrhines». American Journal of Physical Anthropology 128 (4): 823–839. doi:10.1002/ajpa.20122. 
  16. Horvath, J.E.; Weisrock, D.W.; Embry, S.L.; Fiorentino, I.; Balhoff, J.P.; Kappeler, P.; Wray, G.A.; Willard, H.F. και άλλοι. (2008). «Development and Application of a Phylogenomic Toolkit: Resolving the Evolutionary History of Madagascar's Lemurs». Genome Research 18: 489–499. doi:10.1101/gr.7265208. http://www.biology.duke.edu/yoderlab/reprints/2008Horvath_etalGR.pdf. Ανακτήθηκε στις 24 February 2010. 
  17. Orlando, L.; Calvignac, S.; Schnebelen, C.; Douady, C.J.; Godfrey, L.R.; Hänni, C. (2008). «DNA from extinct giant lemurs links archaeolemurids to extant indriids». BMC Evolutionary Biology 8 (121). doi:10.1186/1471-2148-8-121. http://www.biomedcentral.com/1471-2148/8/121. 
  18. 18,0 18,1 Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Schwartz, G.T. (2006). «Chapter 3: Ecology and Extinction of Madagascar's Subfossil Lemurs». Στο: Gould, L.; Sauther, M.L. Lemurs: Ecology and Adaptation. Springer. σελ. 41–64. ISBN 978-0387-34585-7. 
  19. Ankel-Simons, F. (2007). «Chapter 7: Teeth». Primate Anatomy (3rd έκδοση). Academic Press. σελ. 224–283. ISBN 0-12-372576-3. 
  20. 20,0 20,1 Sussman, R.W. (2003). «Chapter 4: The Nocturnal Lemuriformes». Primate Ecology and Social Structure. Pearson Custom Publishing. σελ. 107–148. ISBN 978-0536743633. 
  21. Burney, D.A.; James, H.F.; Grady, F.V.; Rafamantanantsoa, J.; Ramilisonina; Wright, H.T.; Cowart, J.B. (1997). «Environmental Change, Extinction and Human Activity: Evidence from Caves in NW Madagascar». Journal of Biogeography 24: 755–767. http://www.jstor.org/pss/2846113. 
  22. Rafferty, K.L.; Teaford, M.F.; Jungers, W.L. (2002). «Molar microwear of subfossil lemurs: improving the resolution of dietary inferences». Journal of Human Evolution 43 (5): 645–657. doi:10.1006/jhev.2002.0592. 
  23. Simons, E.L.; Burney, D.A.; Chatrath, P.S.; Godfrey, L.R.; Jungers, W.L.; Rakotosamimanana, B. (1995). «AMS 14C Dates for Extinct Lemurs from Caves in the Ankarana Massif, Northern Madagascar». Quaternary Research 43 (2): 249–254. doi:10.1006/qres.1995.1025.