Μεταγλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος μεταγλώσσα χρησιμοποιείται και στη γλωσσολογία, αλλά και στην επιστήμη γενικότερα, ιδιαίτερα στους υπολογιστές.

Γλωσσολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη γλωσσολογία, μεταγλώσσα ονομάζεται ένα σύνολο από λέξεις, φράσεις, όρους, σημεία και σύμβολα, που χρησιμοποιούνται για να μιλήσει κάποιος, να περιγράψει ή να αναλύσει την ίδια τη γλώσσα (την «πραγματική» γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για τον κόσμο μας). Έτσι, μια μεταγλώσσα μπορεί να θεωρηθεί ως μια γλώσσα για μια άλλη γλώσσα. Μια τέτοια γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διατυπωθούν κανόνες, νόμοι, θεωρίες ή σχέσεις που αφορούν στην πραγματική γλώσσα.
Ας υποθέσουμε ότι μια μητέρα λέει σε μια φίλη της για το γιο της: «Ο Γιαννάκης μου, το χρυσό μου, κάθε απόγευμα μελετάει τα μαθήματά του προσεχτικά».

Όταν πούμε: το «Ο» είναι οριστικό άρθρο, αρσενικού γένους, ενικού αριθμού, ονομαστικής πτώσης, το «Γιαννάκης» είναι ουσιαστικό, κύριο όνομα υποκοριστικό, αρσενικού γένους, ονομαστικής πτώσης, το «μου» είναι κτητική αντωνυμία, πρώτου προσώπου, που δηλώνει ένα κτήτορα, κ.ο.κ., όλα αυτά είναι μια μεταγλώσσα που χρησιμοποιείται για να αναλύσει στο γραμματικό επίπεδο τα λόγια της πραγματικής γλώσσας που είπε κάποια μητέρα. Όροι αυτής της μεταγλώσσας είναι: οριστικό άρθρο, αρσενικού γένους, ενικού αριθμού, ονομαστικής πτώσης, κτητική αντωνυμία, πρώτου προσώπου, κτλ.

Όταν πούμε: «Ο Γιαννάκης μου, το χρυσό μου» είναι το ονοματικό μέρος της πρότασης που αναλύεται στο υποκείμενο «Ο Γιαννάκης μου» και στον ομοιόπτωτο προσδιορισμό-παράθεση «το χρυσό μου» και το «κάθε απόγευμα μελετάει τα μαθήματά του προσεχτικά» είναι το ρηματικό μέρος που αναλύεται στο ρήμα «μελετάει», στο αντικείμενο «τα μαθήματά του», στον επιρρηματικό προσδιορισμό του χρόνου «κάθε απόγευμα» και στον επιρρηματικό προσδιορισμό του τρόπου «προσεχτικά», όλα αυτά είναι μια μεταγλώσσα που χρησιμοποιείται για να αναλύσει στο συντακτικό επίπεδο τα πιο πάνω λόγια της πραγματικής γλώσσας. Όροι αυτής της μεταγλώσσας είναι: ονοματικό μέρος, πρότασης, υποκείμενο, ομοιόπτωτο προσδιορισμό, παράθεση, ρηματικό μέρος, ρήμα, αντικείμενο, επιρρηματικό προσδιορισμό του χρόνου, επιρρηματικό προσδιορισμό του τρόπου.

Δηλαδή, θα μπορούσε κατά μία έννοια να θεωρηθεί η πραγματική γλώσσα ως ένα κείμενο, και η μεταγλώσσα ως ένα σχόλιο πάνω σ’ αυτό το κείμενο.

Επιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις επιστήμες γενικότερα, μεταγλώσσα θεωρείται η ορολογία και τα διάφορα σύμβολα που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί μια επιστήμη (π.χ. πληροφορική) και το αντικείμενό της (π.χ. ηλεκτρονικοί υπολογιστές): μεταγλώσσα των υπολογιστών.

Γραμματολογία- Μεταγραμματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ζήτημα της λογοτεχνίας: Η λογοτεχνία όντας το ερευνητικό αντικείμενο της γραμματολογίας αποτελείται από γλώσσα. Η γλώσσα αυτή κινείται στο α' θεωρητικό επίπεδο ή στο β΄; Είναι δηλαδή αντανάκλαση ή αντανάκλαση της αντανάκλασης; Σύμφωνα με τον Γεώργιο Βελουδή η γλώσσα αποτελεί την " πρώτη ύλη " της λογοτεχνίας, οπότε θεωρείται σχεδόν συνώνυμη με το αντικείμενο, είναι το ίδιο το γνωστικό και ερευνητικό αντικείμενο. Έτσι, ανήκει σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση στη "γλωσσική και θεωρητική βαθμίδα 0". Παράλληλα, η γλώσσα που χρησιμοποιεί η λογοτεχνία δεν είναι κυρίως γλώσσα αλλά γλώσσα στην αισθητική της ύπαρξη, γλώσσα που δεν έχει καθαρά επικοινωνιακό ρόλο. Έτσι, η γλώσσα, η ορολογία, τα ιδιαίτερα θεωρητικά μέσα για την ανάπτυξη της γραμματολογίας, με άλλα λόγια οι ειδικές μέθοδοι είναι η α' θεωρητική γλώσσα και κινείται στο α' θεωρητικό επίπεδο. Η γλώσσα όμως που χρησιμοποιούμε για την περιγραφή της επιστήμης αυτής, η θεωρία της γραμματολογίας, οι βασικοί ορισμοί, η περιγραφή της συστηματικότητας και της μεθοδολογίας απαντούν στην β' θεωρητική γλώσσα και κινούνται εύλογα στο β' θεωρητικό επίπεδο. Όταν επομένως μιλούμε για τη θεωρία της γραμματολογίας, ήτοι θεωρία λογοτεχνίας μιλάμε στην ουσία για μια "μεταγραμματολογία", δηλαδή περιγράφουμε την επιστήμη, κλάδους και μεθόδους της, δεν την υπηρετούμε πρακτικά ( κάτι που θα κάναμε αν περιγράφαμε τα στάδια μιας ερευνητικής διαδικασίας ή αν αναφερόμαστε στα πορίσματα μιας έρευνας ή ενός πειράματος).