Μανδραγόρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μανδραγόρας
Φυτό μανδραγόρας
Φυτό μανδραγόρας
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Μονοκοτυλήδονα (Liliopsida)
Τάξη: Σολονάλες (Solanales)
Οικογένεια: Σολανίδες (Solanaceae)
Γένος: Μανδραγόρας (Mandragora)
L.
Είδη
  • Μανδραγόρας ο φαρμακευτικός ποικ. εαρινός (Mandragora officinarumum var. vernalis
  • Μανδραγόρας ο φαρμακευτικός ποικ. φθινοπωρινός (Mandragoras officinarum var. autumnalis)
  • Μανδραγόρας ο κορμοειδής (Mabdragora caulescens) των Ιμαλαίων.

Ο Μανδραγόρας είναι φυτό του γένους των δικοτυληδόνων της οικογένειας των σολανιδών. Περιλαμβάνει λίγα είδη πολυετών ποοδών φυτών με τοξικές και φαρμακευτικές ιδιότητες, ιθαγενή των παραμεσογείων περιοχών.[1] Στην Ελλάδα βρίσκεται σε περιοχές της Θεσσαλίας της Πελοποννήσου στη Στερεά και στα νησιά του Αιγαίου, όπου είναι γνωστά με διάφορες κοινές ονομασίες, όπως καλάνθρωπος, αρκάνθρωπος, μανδραγούδα, αβγουδάτσα μεγαλοβοτάνι και άλλες.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν κοντό βλαστό, ύψος 10-25 εκ. με παράριζο ρόδακα από μεγάλα, ωειδή, ακέραια φύλλα, με κυματοειδές κράσπεδο. Τα άνθη τους είναι κωνοειδή, λευκοπράσινα, ιώδη, μοβ ή πορφυρόχρωμα, τοποθετημένα πάνω σε κοντούς μίσχους. Ο μανδραγόρας χαρακτηρίζεται κυρίως από τη μεγάλη σαρκώδη ρίζα του, η οποία μπορεί να φτάσει το 1 μ. μέσα στο έδαφος και συχνά μοιάζει με ανθρωπόμορφο ξόανο· κι αυτό συνετέλεσε στην δημιουργία διαφόρων παραδόσεων και μύθων σχετικά με το φυτό αυτό. Η μορφή και η υφή της ρίζας ωστόσο, μπορεί να διαφέρει από φυτό σε φυτό όντας ενιαία ή διαχωρισμένη που μας επιτρέπει να τα διαχωρίζουμε σε 'αρσενικό' και 'θηλυκό'. Το χρώμα είναι από καστανό έως μαύρο, ενώ το εσωτερικό είναι λευκό και κολλώδες με πικρή γεύση[2].Ο καρπός είναι σφαιρική σαρκώδης ράγα, κίτρινου ή πορτοκαλί χρώματος, όταν ωριμάσει.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γνωστότερα είναι τα είδη Mandragora autumnalis, με μοβ άνθη τα οποία εμφανίζονται το φθινόπωρο και Mandragora officinarum, με λευκοπράσινα άνθη τα οποία εμφανίζονται τη άνοιξη.[2].

Τοξικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοξικότητά του οφείλεται στην παρουσία των αλκαλοειδών σκοπολαμίνη, υοσκαμίνη και ατροπίνη. Οι ουσίες αυτές που περιέχονται σε μεγαλύτερο ποσοστό στη ρίζα είναι πολύτιμες από φαρμακευτική άποψη. Οι αρχαίο Έλληνες και οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τον μανδαγόρα ως υπνωτικό, αναλγητικό και ηρεμιστικό, ενώ κατά τον μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκε ως αναισθητικό σε εγχειρήσεις. Βρέθηκε στους τάφους των βασιλέων των Θηβών της Αιγύπτου (1800 π.Χ.) και αναφέρεται από τον Θεόφραστο και τον Διοσκουρίδη.[3] Στη Βίβλο επίσης αναφέρονται οι γονιμοποιές και αφροδισιακές ιδιότητές του.[4] Έχει χρησιμοποιηθεί κατά τον 18ο αιώνα έναντι της κατάθλιψης, των σπασμών των ρευματικών πόνων και των χοιραδικών όγκων. Σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να διεγείρει μανία και παραλήρημα στον ασθενή, καθώς πρόκειται για οπιούχο φυτό με θανατηφόρο δράση σε μη ελεγμένες δόσεις[2].

Μυστηριώδεις, υπερφυσικές ιδιότητες και δεισιδαιμονίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ὑπό μανδραγόρα καθεύδεις (κοιμάσαι) οὕτε τὢν ἐπιορκούντων ἀκούεις οὕτε τούς ἀδικούντας ἐπισκοπεῖς, Λουκιανός.[5]


 Ρίζα και καρπός μανδραγόρα  Ρίζα και καρπός μανδραγόρα
Ρίζα και καρπός μανδραγόρα
Εικονογράφηση 1250 περ.

Ο μανδραγόρας, λόγω των υπνωτικών ιδιοτήτων και της ανθρωπόμορφης ρίζας του, έχει περιβληθεί από την αρχαιότητα με μυστηριώδεις, υπερφυσικές ιδιότητες και δεισιδαιμονίες. Τον χρησιμοπιούσαν ως φυλαχτό για την προστασία από τον θάνατο και την ασθένεια. Θεωρούσαν, επίσης, ότι η παρουσία του οφειλόταν σε φαινόμενα μεταμψύχωσης ατόμων που είχαν αυτοκτονήσει και ότι όταν ξεριζωθεί βγάζει μια δυνατή κραυγή, ο οποία μπορεί να προκαλέσει τη τρέλα ή τον θάνατο σε όσους την ακούσουν.
Γι΄αυτό ξερίζωναν τους μανδραγόρες νύχτα με πανσέληνο, με τη συνοδεία προσευχών και ιεροτελεστιών και με τη βοήθει ενός μαύρου σκύλου δεμένου πάνω στο φυτό με σκοινί.
Ακόμη θεωρούνταν μεταγενέστερα ότι αν πιεις το αφέψημα της ρίζας του θα κάνεις αρσενικά παιδιά, εξ ου και η ονομασία του σερνικοβότανο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 17, σ. 768 ΙΣΒΟ 968-8177-67-7
  2. 2,0 2,1 2,2 Medical Botany, William Woodville, Τόμος 1, London 1810 , σελίδα 234-6
  3. Διοσκουρίδης «Περί ύλης ιατρικής», εκδ. Ζήτρος, 2000 ISBN 960-8437-61-X
  4. Φυτολογία, τόμ. 10, σ. 189, εκδ. Αθηνών, 1983
  5. Λουκιανός, Τίμων ο Αθηναίος 2.9

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διοσκουρίδης, «Περί δηλητηρίων φαρμάκων και της αυτών προφυλακής και θεραπείας κ.α.», εκδ. ΚΑΚΤΟΣ