Μίλαρντ Φίλμορ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μίλαρντ Φίλμορ
MillardFillmore1857.png
Seal of the President of the United States.svg
13ος Πρόεδρος των ΗΠΑ
Περίοδος
9 Ιουλίου 1850 – 4 Μαρτίου 1853
Προκάτοχος Ζαχαρίας Τέιλορ
Διάδοχος Φράνκλιν Πιρς
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 7 Ιανουαρίου 1800
Σάμερχιλ, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Θάνατος 8 Μαρτίου 1874 (74 ετών)
Μπάφαλο, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Πολιτικό Κόμμα Αντι-Μασονικό Κόμμα (Πριν το 1832)
Κόμμα Ουίγων (18321856)
Αμερικανικό Κόμμα (18561860)
Σύζυγος Άμπιγκεϊλ Πάουερς Φίλμορ (18261853)
Κάρολαϊν Καρμάικλ Φίλμορ (18581874)
Παιδιά Μίλαρντ Πάουερς Φίλμορ
Μαίρη Άμπιγκεϊλ Φίλμορ
Επάγγελμα Δικηγόρος
Θρήσκευμα Ουνιταριανισμός
Υπογραφή Millard Fillmore Signature-2.svg

Ο Μίλαρντ Φίλμορ (αγγλ. Millard Fillmore, 7 Ιανουαρίου 1800 - 8 Μαρτίου 1874) ήταν ο 13ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Διετέλεσε πρόεδρος από τις 9 Ιουλίου 1850 έως τις 4 Μαρτίου 1853.

Ανέλαβε την Προεδρία μετά το θάνατο του Προέδρου Ζαχαρία Τέιλορ, καθώς ήταν ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Ο Μίλαρντ ήταν το τελευταίο μέλος του κόμματος των Ουίγων που διετέλεσε Πρόεδρος των ΗΠΑ. Στο θέμα της δουλείας, για να μη διαταράξει τις σχέσεις με το νότο ενέκρινε το νόμο που διέταζε τη σύλληψη των φυγάδων σκλάβων και την επιστροφή στους αφέντες τους. Στην εξωτερική πολιτική μερίμνησε για το εμπόριο με την Ιαπωνία και συγκρούστηκε με τη Γαλλία σχετικά με την προσπάθεια του Ναπολέοντα Γ΄ να προσαρτήσει τη Χαβάη όπως και με τη Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία για την απόπειρα εισβολής στην Κούβα. Μετά τη λήξη της θητείας του, κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου αντιτάχθηκε στην πολιτική του Προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, ενώ μετά το τέλος του πολέμου υποστήριξε τον Πρόεδρο Άντριου Τζόνσον.

Υπήρξε επίσης συνιδρυτής του Πανεπιστημίου του Μπάφφαλο.

Πρώτα χρόνια και καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Μοράβια της πολιτείας της Νέας Υόρκης στις 7 Ιανουαρίου του 1800, ως το δεύτερο από εννέα παιδιά και ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας.[1] Οι γονείς του ήταν ο Ναθάνιελ Φίλμορ και η Φοίβη Μίλαρντ. Αργότερα, έζησε στο χωριό Ηστ Ωρόρα (East Aurora), που βρίσκεται νότια της πόλης Μπάφφαλο στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.[2][3] Οι πρόγονοί του ήταν Πρεσβυτεριανοί αλλά όταν μεγάλωσε αποφάσισε να προσχωρήσει στο θρησκευτικό δόγμα του Ουνιταριανισμού.[4] Ο πατέρας του τον προόριζε για ράφτη και όντως στα 14 του χρόνια έγινε μαθητευόμενος του ράφτη Μπέντζαμιν Χάνγκερφορντ στη Σπάρτη της Νέας Υόρκης.[5] Έφυγε μετά από τέσσερις μήνες και έκανε μαθήματα με έναν άλλο ράφτη, στο New Hope της Νέας Υόρκης. Το 1819, παράλληλα με τη μαθητεία του παρακολούθησε για ένα εξάμηνο μαθήματα στην Ακαδημία του New Hope. Αργότερα της ίδιας χρονιάς, έπιασε δουλειά ως υπάλληλος στο γραφείο του Δικαστή Γουόλτερ Γουντ στο Μόντβιλ της Νέας Υόρκης, κάτω από τον οποίο ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά.

Στις 5 Φεβρουαρίου 1826, ο Φίλμορ νυμφεύτηκε την Άμπιγκειλ Πάουερς με την οποία είχε γνωριστεί στην Ακαδημία του New Hope. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τον Μίλαρντ Πάουερς Φίλμορ και τη Μαίρη Άμπιγκεϊλ Φίλμορ. Ο Φίλμορ εγκατέλειψε τον Γουντ, βρήκε χρήματα και εξαγόρασε όσα όφειλε για τη μαθητεία του, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Μπάφαλο όπου συνέχισε τις σπουδές του στο δικηγορικό γραφείο των Άσα Ράις και Τζόζεφ Κλάρι. Το 1823, έλαβε την άδεια εξασκήσεως της δικηγορίας και έκανε την πρακτική του στο χωριό Ηστ Ωρόρα, όπου το 1825, έχτισε ένα σπίτι για τη σύζυγό του. Το 1834 συνέστησε τη δική του δικηγορική εταιρεία με όνομα, Φίλμορ και Χαλ (το 1836 μετονομάστηκε σε Φίλμορ, Χαλ και Χέιβεν) μαζί με τον στενό του φίλο Νέιθαν Χαλ (ο οποίος αργότερα υπηρέτησε ως Υπουργός Ταχυδρομείων στο προεδρικό γραφείο του Φίλμορ).[6] Το γραφείο τους γρήγορα απέκτησε μεγάλη πελατεία και κύρος[7] -λειτουργεί ακόμα και σήμερα με το όνομα Hodgson Russ LLP. Το 1846 συνίδρυσε το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο του Μπάφαλο, το οποίο σήμερα είναι δημόσιο και αποτελεί το μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Υπηρέτησε στον στρατό της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια του Μεξικανο-Αμερικανικού Πολέμου.

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μίλαρντ Φίλμορ βοήθησε στο χτίσιμο αυτού του σπιτιού στο East Aurora της Νέας Υόρκης στο οποίο έζησε από το 1826 έως το 1830

Το 1828, ο Φίλμορ εξελέγη στη Συνέλευση της Πολιτείας της Νέας Υόρκης με το Αντι-Μασονικό κόμμα και υπηρέτησε για τρεις θητείες ενός έτους, από το 1829 έως το 1831. Στην τελευταία του θητεία διετέλεσε Πρόεδρος μιας ειδικής νομοθετικής επιτροπής με σκοπό να θεσπίσει ένα νέο νόμο σχετικό με τη πτώχευση που διασφάλιζε ότι οι οφειλέτες δεν θα πήγαιναν φυλακή. Δεδομένου ότι το μέτρο είχε υποστήριξη από κάποιους Δημοκράτες, υιοθέτησε μια προσέγγιση μη συμμετοχής και επέτρεψε στους Δημοκράτες να λάβουν την ευθύνη για το νομοσχέδιο. Αυτού του είδους η προσπάθεια αφάνειας και αποφυγής των φώτων της δημοσιότητας θα χαρακτήριζε αργότερα την προσέγγιση του Φίλμορ στην πολιτική στο εθνικό επίπεδο.

Αργότερα εξελέγη ως Ουίγος (έχοντας ακολουθήσει το μέντορά του Θέρλοου Γουίντ στο κόμμα) στο 23ο Κογκρέσο το 1832, υπηρετώντας από το 1833 έως το 1835. Επανεξελέγη το 1836 στο 25ο Κογκρέσο, στο 26ο και στο 27ο Κογκρέσο υπηρετώντας από το 1837 έως το 1843. Το 1842 αρνήθηκε να είναι ξανά υποψήφιος για επανεκλογή.

Στο Κογκρέσο, αντιτάχθηκε στην μετατροπή του Τέξας σε πολιτεία όπου θα κρατούνται οι δούλοι, υποστήριξε εσωτερικές βελτιώσεις και έναν προστατευτικό δασμό, τον Τζον Κουίνσι Άνταμς ψηφίζοντας υπέρ της λήψης αιτήσεων κατά της δουλείας, την απαγόρευση από το Κογκρέσο του δουλεμπορίου μεταξύ των πολιτειών και τάχθηκε υπέρ της απαγόρευσης της δουλείας στην Περιφέρεια της Κολούμπια. Τερμάτισε στη δεύτερη θέση στις εκλογές για τον Εκπρόσωπο της Βουλής των Αντιπροσώπων το 1841. Υπηρέτησε ως Πρόεδρος στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή υπεύθυνη για την οικονομία των ΗΠΑ από το 1841 έως το 1843. Υπήρξε ένας από τους πρωτουργούς του Δασμού του 1842, καθώς και άλλων δύο νομοσχεδίων στα οποία ο Πρόεδρος Τζον Τάιλερ άσκησε βέτο.

Αφότου αποχώρησε από το Κογκρέσο, ο Φίλμορ ήταν υποψήφιος το 1844 για Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης με το κόμμα των Ουίγων, αλλά δεν κατάφερε να νικήσει. Ήταν ο πρώτος Επικεφαλής Ελεγκτής της Πολιτείας της Νέας Υόρκης που εκλέχτηκε με γενική ψηφοφορία, κερδίζοντας τον Όρβιλ Χάνγκερφορντ, συγκεντρώνοντας 174.756 ψήφους έναντι 136.027 του Χάνγκερφορντ.[8] Η θητεία του διήρκησε από το 1848 έως το 1849. Ως Επικεφαλής Ελεγκτής της Πολιτείας, αναθεώρησε το τραπεζικό σύστημα της Νέας Υόρκης, κάνοντας το πρότυπο για το μελλοντικό Εθνικό Τραπεζικό Σύστημα.

Αντιπροεδρία 1849–1850[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλμορ το 1849

Στην εθνική συνέλευση των Ουίγων το 1848, η υποψηφιότητα του Στρατηγού Ζαχαρία Τέιλορ για την Προεδρία εκνεύρισε τους υποστηρικτές του Χένρι Κλέι και όσους ήταν αντίθετοι με την επικράτηση της δουλείας στα εδάφη που κατακτήθηκαν στον Μεξικανο-Αμερικανικό Πόλεμο. Μια ομάδα Ουίγων πολιτικών πρότεινε τον Φίλμορ για τη θέση του Αντιπροέδρου. Ο Φίλμορ καταγόταν από μια πολιτεία που απαγόρευε τη δουλεία και οι συνέδροι πίστευαν ότι θα βοηθούσε το κόμμα να προσελκύσει ψηφοφόρους από την πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Γκραβούρα του Μίλαρντ Φίλμορ

Ο Φίλμορ εν μέρει επιλέγει με σκοπό να εμποδίσει τον πολιτικό Θέρλοου Γουίντ, ο οποίος ασκούσε επιρροή σε πολλές επιχειρήσεις, από το να λάβει υποψηφιότητα για την Αντιπροεδρία (και τον Γουίλιαμ Σιούαρντ που κατευθυνόταν από τον Γουίντ, από το να λάβει μια θέση στο υπουργικό συμβούλιο του Τέιλορ). Ο Γουίντ τελικά κατάφερε να εκλέξει τον Σιούαρντ στη Γερουσία. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ του Σιούαρντ και του Φίλμορ οδήγησε τον Σιούαρντ στο να αναλάβει μεγαλύτερη συμμετοχή στα υπουργικά συμβούλια και στην καθοδήγηση της διοίκησης. Η μάχη θα συνεχιζόταν ακόμα και μετά το θάνατο του Τέιλορ.

Ο Τέιλορ και ο Φίλμορ διαφωνούσαν στο θέμα της δουλείας στα νέα δυτικά εδάφη που πάρθηκαν από το Μεξικό στο Μεξικανο-Αμερικανικό Πόλεμο. Ο Τέιλορ ήθελε στις καινούριες πολιτείες να απαγορεύεται η δουλεία, ενώ ο Φίλμορ υποστήριζε τη δουλεία σε αυτές τις πολιτείες ώστε να κατευνάσει το Νότο. Ο ίδιος δήλωσε αυτολεξεί: "Ο Θεός γνωρίζει ότι απεχθάνομαι τη δουλεία, αλλά είναι ένα υπάρχον κακό...και πρέπει να το υπομείνουμε και να το προστατεύσουμε όπως ορίζει το Σύνταγμα."

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Millard Fillmore». Millard Fillmore. http://encarta.msn.com/encyclopedia_761569065/Millard_Fillmore.html. 
  2. Smyczynski, Christine A. (2005). «Southern Erie County – "The Southtowns"». Western New York: From Niagara Falls and Southern Ontario to the Western Edge of the Finger Lakes. The Countryman Press. σελ. 136. ISBN 0-88150-655-9. 
  3. Smith, H. Perry, ed. (1884). History of the City of Buffalo and Erie County: With illustrations and biographical sketches of some of its prominent men and pioneers, Volume I. D. Mason & Co. σελ. 547–8. http://www.archive.org/details/historycitybuff00smitgoog. 
  4. Deacon, F. Jay (1999). «Transcendentalists, Abolitionism, and the Unitarian Association». UUA Collegium Lectures. Chicago. http://www.uua.org/ga/ga00/514.html. Ανακτήθηκε στις December 28, 2006. 
  5. "A History of Livingston County, New York," by Lockwood R. Doty, 1876, pp. 673-676.
  6. Fillmore, Millard; Severance, Frank H. (1907). Millard Fillmore Papers. Buffalo Historical Society. 
  7. Paletta, Lu Ann; Worth, Fred L (1988). The World Almanac of Presidential Facts. World Almanac Books. ISBN 0345348885. 
  8. "A History of Jefferson County in the State of New York," by Franklin B. Hough, 1854, pg. 435.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Millard Fillmore της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).