Μάχη των Βουσταγαλλώρων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη των Βουσταγαλλώρων
Πόλεμοι του Ιουστινιανού στη Δύση
Ημερομηνία 552 μ.Χ.
Τόπος Ταγίνες, Ιταλία
Έκβαση Νίκη των Βυζαντινών
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
10.000 πεζοί
7.000 ιππείς
8.000 τοξότες
18.000 άνδρες
Απώλειες
6.000 - 7.000 άνδρες

Η μάχη των Βουσταγαλλώρων (Λατινικά: Busta Gallorum) ή μάχη των Ταγινών πραγματοποιήθηκε το 552 ανάμεσα στους Βυζαντινούς υπό τον στρατηγό Ναρσή και τους Οστρογότθους υπό τον βασιλιά Τωτίλα, κοντά στο χωριό Ταγίνες (Λατινικά: Taginae ή Tadinae), κατά τους πολέμους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού στη Δύση. Νικητής αυτής της αποφασιστικής μάχης ήταν ο Ναρσής.

Πίνακας περιεχομένων

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυτοκράτορας Ιουστιανιανός θέλησε να ανακαταλάβει το δυτικό μέρος της αυτοκρατορίας. Για αυτό έστειλε το στρατηγό Βελισάριο. Στην αρχή αυτός διέλυσε την αυτοκρατορία των Βανδάλων και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Ιταλία όπου κατέλαβε το 536 τη Ρώμη. Στην Ιταλία κοντά στον Βελισάριο βρισκόταν κι ο ευνούχος Ναρσής, ο οποίος ανέφερε τις κινήσεις του Βελισάριου στον Ιουστινιανό. Τελικά ο μεγάλος στρατηγός του Ιουστινιανού έδιωξε τον Ναρσή. Όμως και ο ίδιος ο Βελισάριος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Στο διάστημα της απουσίας του Βελισάριου, στις τάξεις των Γότθων αναδείχθηκε ο Τωτίλας. Ο Τωτίλας συσπείρωσε τους Γότθους αλλά και τους Ιταλούς κατά των Βυζαντινών. Μάλιστα με 12.000 άνδρες νίκησε στη Βερόνα τον βυζαντινό στρατό, ενώ το 542 νίκησε στη μάχη της Φαβεντίας και πάλι τους Βυζαντινούς. Τον ίδιο χρόνο κατανίκησε βόρεια της Φλωρεντίας τον βυζαντινό διοικητή της Ιταλίας, τον Ιωάννη. Το 544 ο Βελισάριος ξαναγύρισε στην Ιταλία κι ο Τωτίλας επιτέθηκε κατά της Ρώμης. Ο Γότθος αρχηγός τελικά την κατέλαβε το 546. Ο Βελισάριος τότε κατέλαβε το Οτράντο και νίκησε απόσπασμα Γότθων στο Πέζαρο. Το 548 ανάκτησε τη Ρώμη (η οποία ξανάπεσε δύο χρόνια αργότερα στους Γότθους). Το 549 ζήτησε από τον Ιουστινιανό ενισχύσεις ή την αντικατάστασή του. Ο αυτοκράτορας επέλεξε τη δεύτερη λύση και βρήκε αντικαταστάτη στο πρόσωπο του Ναρσή.

Ο Ναρσής, αφού συγκέντρωσε στρατιά 25.000 ανδρών με συμμάχους Ούννους, Ερούλους, Λομβαρδούς και άλλους, αιφνιδίασε τους Γότθους εισβάλλοντας από την ξηρά αντί από τη θάλασσα. Γι αυτό το λόγο, κινήθηκε στην επαρχία του Ιλλυρικού και από εκεί στη Βόρεια Ιταλία.

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τωτίλας, επειδή ήταν απασχολημένος στη Νότια Ιταλία, έστειλε το στρατηγό Τεΐα να κόψει τις γέφυρες στην Ιταλία[ασαφές] για να μην περάσει ο Ναρσής. Ο τελευταίος όμως κατασκεύασε γέφυρες από σχεδίες και κατάφερε να φτάσει το 552 μ.Χ. στις Ταγίνες, οι οποίες λέγονταν Μπούστα Γκαλόρουμ, δηλαδή "Νεκρικές Πυρές των Γαλατών", λόγω της νίκης των Ρωμαίων επί των Γαλατών πιο παλιά σε αυτήν την περιοχή. Ο Ναρσής είχε παρατάξει 6.000 Λομβαρδούς στο κέντρο με αρχηγό τον Οδουίνο. Άκόμη είχε παρατάξει 4.000 Έρουλους και Γέπιδες επίσης στο κέντρο, υπό τους Φιλεμούθο κι Αρούθο. Στα άκρα παρέταξε το ιππικό, στα δεξιά 3.000 ιππείς υπό το Βαλεριανό και 2.500 ιππείς στα αριστερά με αρχηγό τον ίδιο. Ακόμη σε κάθε άκρο έβαλε 4.000 τοξότες και πίσω από το αριστερό 1.500 ιππείς.

Ο Τωτίλας πρότεινε στον Ναρσή να γίνει μάχη σε 8 μέρες[ασαφές]. Ο Βυζαντινός στρατηγός όμως κατάλαβε ότι ήταν τέχνασμα του Τωτίλα κι ετοιμάστηκε για μάχη. Στην αρχή ο Γότθος στρατηγός ήθελε να καταλάβει ένα λόφο κοντά στο στρατό του Ναρσή, αλλά δεν τα κατάφερε. Ύστερα έστειλε ένα στρατιώτη που τον υπηρετούσε, τον Κόκκα, να μονομαχήσει με έναν άλλο στρατιώτη του Ναρσή. Ο τελευταίος έστειλε τον Αρμένιο Ανζάλα, ο οποίος φόνευσε τον Κόκκα. Στη συνέχεια ήρθαν ενισχύσεις 2.000 ανδρών από τον Τεΐα και ο στρατός του Τωτίλα αυξήθηκε σε 18.000 άνδρες. Οι Γότθοι αναθάρρησαν κι άρχισε μάχη. Το γοτθικό ιππικό επιτέθηκε αλλά οι τοξότες των Βυζαντινών, σχηματίζοντας ημισέληνο, έριχναν κατά του αντίπαλου ιππικού, το οποίο άρχισε να υποχωρεί. Εκμεταλλευόμενο αυτό το γεγονός το βυζαντινό πεζικό επιτέθηκε και το βυζαντινό ιππικό πλευροκόπησε τη γοτθική παράταξη. Έτσι οι Γότθοι ηττήθηκαν.

Μετά τη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μάχη οι Γότθοι μετρούσαν νεκρούς της τάξης των 6.000 με 7.000 ανδρών και ο Τωτίλας είχε τραυματιστεί. Λίγο αργότερα πέθανε και οι Γότθοι εξέλεξαν καινούριο αρχηγό τους τον στρατηγό του Τωτίλα, τον Τεΐα. Ο τελευταίος ηττήθηκε στη μάχη του όρους Λακτάριους και οι Γότθοι εξαφανίστηκαν για πάντα ως πολιτική δύναμη στην Ιταλία. Στη συνέχεια, ο Ναρσής στράφηκε κατά των Φράγκων και των Αλαμανών που είχαν επιδράμει στην Ιταλία, και τους έδιωξε πέρα από τις Άλπεις, στη μάχη της Κάπουας στην κοιλάδα του ποταμού Κασιλίνου (σημ. Σάρνο).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πόλεμος & Ιστορία, τεύχος 129, Ιούνιος 2009
  • Ιστορικές Σελίδες, τεύχος 39, Μάιος 2009