Κοινωνική Μάθηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο ορισμός της κοινωνικής μάθησης, ως ψυχολογικής θεωρίας, παρουσιάζει την μαθησιακή συμπεριφορά, η οποία ρυθμίζεται, επηρεάζεται και ελέγχεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες κι όχι από έμφυτες ή εσωτερικές δυνάμεις. Ο Αμερικανός ψυχολόγος Άλμπερτ Μπαντούρα (Albert Bandura) είναι ένας από τους πρωτοπόρους που ερμήνευσαν την έννοια της κοινωνικής μάθησης. Κάνοντας πολλές μελέτες και πειράματα υποστήριξε και απέδειξε ότι ο ρόλος της μάθησης στην ανάπτυξη των παιδιών κατέχει σημαντική θέση και διαδραματίζει καίριο ρόλο. Τα παιδιά παρατηρούν τους γύρω τους, μιμούμενα τις κινήσεις ή τις συμπεριφορές που βλέπουν και έτσι μαθαίνουν. Μαθαίνουν τη συμμετοχή, τη συνεργασία με τους άλλους, την επίθεση και την κοινωνική αλληλεπίδραση.

Στο κλασσικό έργο του Μπαντούρα για το ρόλο της μίμησης στη μάθηση, σε πειράματα που έκανε, τα παιδιά που είδαν κάποιον να τιμωρείται για επιθετική συμπεριφορά τείνουν να εκδηλώσουν λιγότερες επιθετικές αντιδράσεις συγκριτικά με τα παιδιά εκείνα που είδαν άλλο να αμείβεται για μια τέτοια συμπεριφορά ή με εκείνα που δεν είδαν ούτε τη μία περίπτωση ούτε την άλλη. Παρ' όλα αυτά ο Μπαντούρα υποστήριζε ότι τα παιδιά σε όλες τις ομάδες μαθαίνουν την συμπεριφορά που μπορεί να βλέπουν ακόμη κι αν δεν εκδηλώνουν άμεση αντίδραση σε αυτή και δεν την μιμούνται. Αυτό συμβαίνει υπό διαφορετικές περιστάσεις.

Ενδεικτικά αναφέρονται τα δύο πείραματα με την κούκλα Bobo τα οποία διεξήχθησαν το 1961 και 1963 και στα οποία μελέτησε το μοτίβο συμπεριφοράς των υποκειμένων σχετικά με την εκδήλωση της επιθετικότητας. Με τα πειράματα αυτά προσπάθησε να αποδείξει, έστω εν μέρη, πως η επιθετικότητα θα μπορούσε να εξηγηθεί μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής μάθησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η πρόβλεψη του Bandura σχετικά με το ρόλο του φύλου του ατόμου προς μίμηση ήταν ορθή, αφού τα παιδιά μιμούνταν περισσότερο της συμπεριφορές των ατόμων του ίδιου φύλου. Επίσης, φάνηκε πως οι αναστολές των παιδιών έναντι της επιθετικής συμπεριφοράς, μειώνονταν, όταν έβλεπαν τον ενήλικα να την ασκεί, θεωρώντας την αποδεκτή. Τέλος, τα στοιχεία φανέρωσαν μία μεγαλύτερη τάση των αγοριών προς την έκφραση επιθετικής συμπεριφοράς σε σύγκριση με τα κορίτσια, καθώς η εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών στα αγόρια ήταν περίπου η διπλάσια από εκείνη των κοριτσιών. Μολαταύτα, ασκήθηκε έντονη κριτική στα πειράματα αυτά κυρίως, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του δείγματος. Ειδικότερα, λόγω του παρόμοιου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, μιας και τα παιδιά του δείγματος διαλέχτηκαν από το βρεφικό σταθμό του πανεπιστημίου Stanford, ήταν δηλαδή από λευκές, σημαντικό για εκείνη την περίοδο, οικογένειες μεσαίου/υψηλού εισοδήματος, αφού μόνο εκείνοι μπορούσαν να έχουν το προνόμιο να δεχτούν τα παιδιά τους σε έναν τέτοιο βρεφονηπιακό σταθμό. Οπότε, υπάρχει έντονη φυλετική, αλλά και οικονομική προκατάληψη. Επιπροσθέτως, δεν συμπεριλήφθηκε το νευροφυσιολογικό κομμάτι. Τα παιδιά ήταν μεταξύ των ηλικιών 3 έως 6 ετών. Οι Bar-on, Broughton, Buttross, Corrigan, et al. (2001) εξήγησαν πως ο μετωπιαίος λοβός των παιδιών κάτων των 8 ετών δεν έχει αναπτυχθεί εντελώς, οπότε δεν είναι ικανά να ξεχωρίσουν την πραγματικότητα, από την φαντασία. Επιπλέον, οι Worthman and Loftus (1992)χαρακτηρίζουν τα πειράματα του Bandura αντιδεοντολογικά, επειδή χειρίστηκε τα υποκείμενα με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα οδηγήσει στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς.

Τοιουτοτρόπως, η έρευνα του Μπαντούρα οδήγησε πολλούς ψυχολόγους στην αμφισβήτηση της εν δυνάμει "μαθησιακής πείρας" που προσφέρεται στα παιδιά μέσω κάποιων λαϊκών τηλεοπτικών εκπομπών, ηλεκτρονικών παιχνιδιών και κινηματογραφικών ταινιών, ειδικά εκείνων στις οποίες εμφανίζεται αντικοινωνική ή βίαιαη συμπεριφορά. Οι μεταγενέστερες έρευνες πάνω στα αποτελέσματα της βίας στην τηλεόραση και κινηματογράφο ήταν αμφιλεγόμενες. Έχουν προκύψει δύο αντίθετες θεωρίες. Η μία υποστηρίζει ότι η εξήγηση της βίας θα εξευγενίσει τέτοιου είδους δραστηριότητες (η εμπειρία είναι έμμεση, πράγμα που ελαττώνει τη δραστηριότητα), ενώ η άλλη υποστηρίζει ότι αυτή η θεώρηση αυξάνει τη δραστηριότητα. Τα αποδεικτικά στοιχεία ευνοούν την τελευταία θεωρία.

Συμπερασματικά, η θεωρία της κοινωνικής μάθησης που προέρχεται από την εργασία του Albert Bandura και την οποία επέκτειναν πολλοί ψυχολόγοι προτείνει ότι η κοινωνική μάθηση που βασίζεται στην παρατήρηση είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει τρία στάδια:

  • έκθεση στις αντιδράσεις των άλλων
  • μίμηση και πρόσκτηση των συμπεριφορών που βλέπει το άτομο
  • μεταγενέστερη αποδοχή των πρότυπων πράξεων ως οδηγητικών στοιχείων της συμπεριφοράς του υποκειμένου

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]