Κερυνίτιδα Έλαφος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

H Κερυνίτιδα Έλαφος είναι μυθικό πλάσμα που συναντάται σε διάφορους θρύλους της αρχαίας Ελλάδας, με γνωστότερο αυτόν της παγίδευσής της από τον Ηρακλή. Σχετίζεται με την Άρτεμη, η οποία ήταν η προστάτιδα θεά του.

Σύμφωνα με το μύθο, όταν η Άρτεμις ήταν ακόμη μικρή, είδε στο θεσσαλικό κάμπο πέντε ελαφίνες να βόσκουν. Θαμπωμένη από την ομορφιά τους, έπιασε τις τέσσερις και τις έζεψε στο άρμα της. Η πέμπτη, όμως, που είχε χρυσά κέρατα και έτρεχε πολύ γρήγορα, κατάφερε να ξεφύγει. Κατευθύνθηκε προς το νότο και μετά από μέρες, αφού πέρασε στην Πελοπόννησο, βεβαιώθηκε ότι ξέφυγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κερύνειο Όρος, στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Αχαΐας. Τότε η Άρτεμις, θαυμάζοντας τον ελεύθερο και ατίθασο χαρακτήρα της, έθεσε το ζώο υπό την προστασία της.

Σύμφωνα με τους μελετητές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, ο μύθος της Κερυνίτιδος Ελάφου έχει μάλλον βόρεια προέλευση. Το ζώο στην πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με θηλυκό τάρανδο, αφού τα θηλυκά ελάφια είναι συγκριτικά μικρόσωμα, δεν έχουν κέρατα και δεν μπορούν να ζευχθούν σε άρμα. Συνεπώς, συμπεραίνεται ότι πρόκειται για εξελληνισμένο μύθο κάποιου βόρειου λαού. Στην άποψη συνηγορεί και ο μύθος του Ηρακλή (βλ. παρακάτω), αφού για να διαφύγει το ελάφι από τον ήρωα κατέφυγε στη γη των Υπερβορείων, κοντά στον αρκτικό κύκλο. Από την ίδια ευρύτερη περιοχή (Βαλτική Θάλασσα) οι Έλληνες εισήγαγαν ήλεκτρο (κεχριμπάρι), ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή. Στο χρώμα του ηλέκτρου είναι πιθανόν να οφείλεται ο θρύλος για τα χρυσά κέρατα του ελαφιού.

Ο τρίτος άθλος του Ηρακλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του τρίτου άθλου από τον Άντολφ Σμιντ - Νέο Μουσείο Βερολίνου

Αφού ο Ηρακλής σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, παρουσιάσθηκε στον Ευρυσθέα για να αναλάβει την επόμενη «αποστολή εξιλέωσης». Βλέποντάς τον ζωντανό, ο Ευρυσθέας σοκαρίστηκε. Όταν συνήλθε, του ανέθεσε την επόμενη αποστολή: να του φέρει την Κερυνίτιδα Έλαφο. Προσδοκούσε ότι η ελαφίνα θα σκότωνε τον Ηρακλή - ακόμη όμως κι εάν ο ήρωας πετύχαινε το σκοπό του, η Άρτεμις θα εξοργιζόταν και θα τον σαΐτευε.

Ο Ηρακλής ανέλαβε την αποστολή, κατευθύνθηκε προς το βουνό που κατοικούσε το ζώο και το αναγνώρισε από τη λάμψη των κεράτων του. Ξέροντας ότι δεν θα μπορούσε να το προλάβει στο τρέξιμο, ούτε να το ακινητοποιήσει με τα όπλα του, αφού η ελαφίνα έτρεχε γρηγορότερα κι από βέλος, αποφάσισε να το εξαντλήσει. Όταν η ελαφίνα τον είδε, άρχισε να τρέχει προς τον βορρά, κι ο Ηρακλής ακολουθούσε ξοπίσω της. Ένα χρόνο κράτησε η καταδίωξη - περνώντας μέσα από τα εδάφη των Ελλήνων, των Θρακών και των Σκυθών, έφθασαν στη γη των Υπερβορείων. Εκεί το ελάφι, εξουθενωμένο από το τρέξιμο, σταμάτησε για να πιει νερό. Ο Ηρακλής άδραξε την ευκαιρία και το ακινητοποίησε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου, που διασώζει ο Απολλόδωρος, ο Ηρακλής το συνέλαβε όταν αυτό προσπαθούσε να περάσει τον ποταμό Λάδωνα στην Αρκαδία[1].

Όταν η Άρτεμις έμαθε τι έγινε, εξοργίστηκε και φώναξε τον αδελφό της Απόλλωνα να τη βοηθήσει με τις σαΐτες του. Καθώς ο Ηρακλής επέστρεφε στην Ελλάδα, εμφανίστηκαν μπροστά του για να τον τιμωρήσουν. Ο Ηρακλής της ζήτησε συγχώρεση, εξηγώντας της το λόγο της πράξης του και δεσμευόμενος ότι μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του θα επέστρεφε το ελάφι στην προστάτιδα θεά του.

Πηγαίνοντας προς το παλάτι του Ευρυσθέα, έμαθε ότι ο βασιλιάς προόριζε το ελάφι για τον κήπο του και σκέφθηκε ένα τέχνασμα: Κάλεσε τον Ευρυσθέα να βγει έξω από το παλάτι ώστε να παραλάβει ο ίδιος το ελάφι. Βλέποντάς τον ο Ευρυσθέας τον συνεχάρη για την επιτυχία του - όταν όμως άπλωσε τα χέρια του για να το πάρει, ο ήρωας πήρε τα χέρια του από το ζώο και αυτό ταχύτατα έτρεξε προς την Άρτεμη. Έτσι, εκπλήρωσε τόσο την αποστολή του να φέρει την Κερυνίτιδα Έλαφο στον Ευρυσθέα, όσο και την υπόσχεσή του στην Άρτεμη ότι θα την επέστρεφε.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]