Κενάν Εβρέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Εβρέν το 1982

Ο Αχμέτ Κενάν Εβρέν (Τουρκικά : Ahmet Kenan Evren), γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1918 στην Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας (τουρκ. Alaşehir). Διετέλεσε 7ος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας και 17ος αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών εισήχθη στο στρατιωτικό λύκειο του Μάλτεπε, απ’ όπου αποφοίτησε το 1936. Το 1938 αποφοίτησε από την Τουρκική σχολή ευελπίδων με τον βαθμό του δόκιμου αξιωματικού του πυροβολικού. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες πυροβολικού μέχρι το 1946 ως διμοιρίτης πυροβολαρχίας και ως διοικητής πυροβολαρχίας. Εισήχθη στην Στρατιωτιική Ακαδημία της Άγκυρας το 1946, από την οποία αποφοίτησε το 1949 ως επιτελικός αξιωματικός. Την περίοδο 1958-1959 υπηρέτησε στην Κορέα, όπου και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Επίσης κατείχε διοικητική θέση στο τουρκικό τμήμα της μυστικής οργανώσεως ‘‘Stay behind’’, μιας ευρύτερης αντικομμουνιστικής οργανώσεως που δρούσε σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες υπό την οργάνωση και καθοδήγηση του γενικού αρχηγείου του Ν.Α.Τ.Ο. στην Ευρώπη.

Το 1963 έγινε ταξίαρχος, το 1966 υποστράτηγος, το 1970 αντιστράτηγος και το 1974 στρατηγός. Υπηρέτησε σε σχολές του στρατού ξηράς με τον βαθμό του ταξίαρχου, ενώ με τον βαθμό του υποστρατήγου υπηρέτησε ως διευθυντής διευθύνσεως σχολών στρατού ξηράς της 58ης μεραρχίας εκπαιδεύσεως. Με τον βαθμό του αντιστρατήγου υπηρέτησε ως επιτελάρχης 2ας στρατιάς, ενώ στο 11ο Σώμα Στρατού υπηρέτησε ως πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου του στρατού ξηράς. Με τον βαθμό του στρατηγού υπηρέτησε στο γενικό επιτελείο στρατού ξηράς ως 2ος διοικητής γενικού επιτελείου και ως διοικητής στρατιάς Αιγαίου. Τέλος, στις 7 Μαρτίου 1978, έγινε αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού.

Ο Κενάν Εβρέν πέρασε στην ηγεσία της Τουρκίας ως επικεφαλής του στρατιωτικού πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1980, αμέσως μόλις απεδείχθη ότι η εθνοσυνέλευση δεν ήταν σε θέση να εκλέξει νέο πρόεδρο, στην θέση του Φαχρί Κορούτουρκ. Ένα συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, αποτελούμενο από μέλη της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας, ονόμασε τον στρατηγό Εβρέν αρχηγό του κράτους, διέλυσε τα πολιτικά κόμματα και την εθνοσυνέλευση, ανέστειλε το σύνταγμα και κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο.

Η επέμβαση του στρατού, τρίτη στη σειρά μετά τα αντίστοιχα πραξικοπήματα του 1960 και 1971, κρίθηκε αναγκαία, αφού η πολιτική βία είχε εξαπλωθεί σε όλη την Τουρκία με συγκρούσεις, βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες και απαγωγές. Καθημερινώς έφτασε να υπάρχουν 20-25 νεκροί από πράξεις πολιτικής βίας. Ήδη η προηγούμενη κυβέρνηση Ντεμιρέλ είχε κηρύξει τον στρατιωτικό νόμο σε πολλούς νομούς της χώρας. Στην αρχή η μεγάλη μάζα του τουρκικού πληθυσμού δέχτηκε με ανοχή, αν όχι με ανακούφιση την στρατιωτική δικτατορία. Το καθεστώς Εβρέν, εν τούτοις, υπήρξε ιδιαίτερα σκληρό. Επεβλήθη καθεστώς λογοκρισίας, διαλύθηκαν τα εργατικά συνδικάτα, φυλακίστηκαν πολιτικοί αρχηγοί, ενώ επισήμως κηρύχθηκαν εκτός νόμου τόσο οι οργανώσεις της αριστεράς όσο και (τυπικώς) της άκρας δεξιάς. Στις επίσημες καταγραφές αναφέρονται περίπου 650.000 συλλήψεις, 230.000 προσαγωγές σε δίκη, 300 θάνατοι στη φυλακή, 171 θάνατοι από βασανιστήρια, 517 καταδίκες σε θάνατο, 50 εκτελέσεις. Οι πραγματικοί όμως αριθμοί δεν θα γίνουν ποτέ γνωστοί.

Ωστόσο, η δικτατορία Εβρέν είχε όσο καμία προηγούμενη την πλήρη υποστήριξη των Αμερικανών και του Ν.Α.Τ.Ο.. Ο εκπρόσωπος της συμμαχίας χαρακτήρισε την επέμβαση του στρατού «θετική ενέργεια», το Στέιτ Ντηπάρτμεντ δήλωσε ότι επρόκειτο περί «εσωτερικής υποθέσεως» της Τουρκίας, ενώ την επομένη της ανατροπής του Ντεμιρέλ έσπευσε στην Άγκυρα ο διοικητής της νότιας πτέρυγας του Ν.Α.Τ.Ο. αμερικανός ναύαρχος Γουίλιαμ Σαρπ, υπογραμμίζοντας έτσι την υποστήριξη και του αμερικανικού παράγοντος. Διαφορετική αλλά όχι πάντως επικριτική ήταν η αντίδραση στις Βρυξέλλες. Οι εκπρόσωποι της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος δήλωσαν ότι θα τηρούσαν «στάση αναμονής» επειδή «με την Άγκυρα (η Ε.Ο.Κ.) συνδέεται με ταυτότητα συμφερόντων, φιλία και ιστορία».

Τον Ιούλιο του 1982 το στρατιωτικό καθεστώς έδωσε στην δημοσιότητα σχέδιο νέου συντάγματος, το οποίο επεξεργάσθηκε μια διορισμένη Συμβουλευτική Συντακτική Συνέλευση. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους διεξήχθη δημοψήφισμα, το οποίο ενέκρινε το νέο σχέδιο συντάγματος με ποσοστό 91,4% των ψήφων.

Ο Εβρέν, ενισχυμένος από το δημοψήφισμα του 1982, το οποίο προέβλεπε αυξημένες αρμοδιότητες για τον Πρόεδρο, σε σχέση με άλλα συντάγματα, παρέμεινε στην θέση του Προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ αποχώρησε οικειοθελώς από την θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατού και αποστρατεύτηκε τον Ιούνιο του 1983. Από την θέση του προέδρου αποχώρησε το 1989 και έκτοτε ιδιωτεύει.

Το καθεστώς Εβρέν παραχώρησε την εξουσία στους πολιτικούς τον Δεκέμβριο του 1983. Στις εκλογές επετράπη η λειτουργία τριών μόνο νέων κομμάτων, ενώ σε πολλούς παλαιούς πολιτικούς απαγορεύτηκε η επανεμφάνιση στην πολιτική σκηνή πριν από την παρέλευση μίας δεκαετίας.

Επί περιόδου Εβρέν έγινε στην κατεχόμενη Κύπρο η ανακήρυξη του ψευδοκράτους της λεγομένης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου».

Στις 2 Μαρτίου του 2007, ο Κενάν Εβρέν, τάραξε τα νερά στη πολιτική ζωή της Τουρκίας, όταν υποστήριξε ανοιχτά την είσοδο του φιλοκουρδικού κόμματος στο τουρκικό κοινοβούλιο. Ερωτηθείς κατόπιν σχετικά με το ενδεχόμενο να επιδιώξουν μελλοντικά ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν οι βουλευτές του φιλοκουρδικού κόμματος, εκείνος απάντησε πως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί μονάχα στη περίπτωση που αντιμετωπίζονταν ως ισότιμοι Τούρκοι πολίτες. Οι αντιδράσεις τότε από την αντιπολίτευση ήταν πολλές και σφοδρές. Το ίδιο το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν απέφυγε να σχολιάσει τις δηλώσεις του Κενάν Εβρέν, ο οποίος έβλεπε τη λύση του Κουρδικού μέσω του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας. Ο Εβρέν επανήλθε δηλώνοντας κατηγορηματικά πως αν την επόμενη δεκαετία η Τουρκία δεν χωριζόταν σε οχτώ διαφορετικά διαμερίσματα δεν επρόκειτο να βρει γαλήνη[εκκρεμεί παραπομπή].

Για πολλά χρόνια ο Εβρέν και οι άλλοι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος του 1980 απολάμβαναν ασυλίας και δεν μπορούσαν να διωχθούν ποινικώς. Ωστόσο, η ασυλία τους τερματίστηκε το 2010, με την τροποποίηση του Συντάγματος που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του Ερντογάν. Έτσι, τον Απρίλιο 2012 ξεκίνησε η δίκη του 94χρονου Εβρέν και του 87χρονου Ταχσίν Σαχίνκαγια, πρώην αρχηγού της Τουρκικής αεροπορίας, οι οποίοι είναι οι μόνοι επιζώντες από τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου 1980.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θεοδωροπούλου Βύρωνος, Οι Τούρκοι και εμείς, εκδ. Φυτράκης Ο Τύπος Α.Ε., Αθήνα 1988
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, τ. 57, εκδ. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kenan_Evren της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kenan_Evren της Τουρκικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).