Κατάνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κατάνα

Η κατάνα (ιαπ.: 日本刀) είναι γιαπωνέζικος τύπος σπαθιού. Έχει γίνει συνώνυμο των σαμουράι, καθώς το Μπουσίντο, ο ηθικός κώδικας των αριστοκρατών της φεουδαρχικής Ιαπωνίας, δίδασκε ότι η κατάνα είναι η ψυχή του σαμουράι.[1]

Το όπλο αυτό έχει χαρακτηριστική εμφάνιση και αιχμηρότητα. Η λεπίδα είναι καμπυλωτή και λεπτή, ενώ το μήκος της είχε αλλάξει πολλές φορές, αλλά ήταν σταθερά πάνω από 60 εκατοστά. Η λαβή ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε ο χειριστής της κατάνα να χρησιμοποιεί και τα δυο του χέρια. Χαρακτηριστικό, επίσης, γνώρισμα ήταν ο κυκλικός ή τετραγωνισμένος προφυλακτήρας (鍔 τσούμπα) για την προστασία των δακτύλων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος "κατάνα" εμφανίστηκε κατά την περίοδο Μουρομάτσι (1336-1573), αλλά τέτοιου ξίφη κατασκευάζονταν από την περίοδο Καμακούρα (1185-1333). Η κατάνα άλλαξε στη μάχη σώμα με σώμα, αφού οι σαμουράι μπορούσαν να ξεσπαθώσουν γρηγορότερα, ενώ η αιχμηρότητα της λεπίδας επέφερε πιο θανατηφόρα χτυπήματα. Το μήκος της λεπίδας μεταβλήθηκε πολλές φορές ανά τους αιώνες. Τον 14ο και 15ο αιώνα ήταν ανάμεσα στα 70 με 73 εκατοστά. Στις αρχές του 16ου αιώνα μειώθηκε στα 60 περίπου εκατοστά και στα τέλη του ίδιου αιώνα έφτασε τα 73 εκατοστά.

Σύγχρονη κατάνα με τη θήκη της

Γενικά, μόνο οι σαμουράι επιτρεπόταν να φέρουν κατάνα,[2] αλλά μόλις στα χρόνια του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι, με το περίφημο Κυνήγι των όπλων, απαγορεύτηκε δια νόμου η κατοχή της από τους κοινούς ανθρώπους.

Η χρήση της κατάνα, και γενικότερα του ξίφους, σταμάτησε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι ηγεμόνες της Ιαπωνίας την αντικατέστησαν με τα σύγχρονα πυροβόλα της Δυτικής τεχνολογίας.[3]

Νταΐσο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νταΐσο

Η κατάνα συχνά συνοδευόταν από ένα παρόμοιο, κοντύτερο σπαθί, όπως το γουακιζάσι ή το σότο. Ο συνδυασμός αυτός, που ονομάζεται νταΐσο και κυριολεκτικά σημαίνει "μεγάλο-μικρό", αποτελούσε σύμβολο του κύρους και της τιμής των σαμουράι.

Μεϊτού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος μεϊτού αναφέρεται σε σπάνια σπαθιά κατάνα και σημαίνει "Περίφημο Σπαθί" ή "Ονομαστό Σπαθί". Είναι πολύτιμα και περνάνε από γενιά σε γενιά. Κατά κύριο λόγο, αποτελούν λάφυρα από μάχη ή δώρα σεβασμού. Τα μεϊτού είναι καλύτερα από τις συνηθισμένες κατάνα εξαιτίας της αιχμηρότητας και της αντοχής τους στους κραδασμούς με άλλα σπαθιά. Γι' αυτό και πωλούνταν ακριβότερα από τους αναγνωρισμένους κατασκευαστές κατάνα.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακατέργαστο Ταμαχαγκάνε

Η κατασκευή κατάνα έπαιρνε το χαρακτήρα θρησκευτικού τελετουργικού. Οι ξιφουργοί για αρκετούς μήνες, όσο δούλευαν το όπλο απείχαν από ζωικές τροφές, σεξουαλική επαφή και οινοπνευματώδη ποτά.[1] Κατόπιν φορούσαν τελετουργική ενδυμασία για την τελική επεξεργασία, τη δημιουργία της κοφτερής σαν ξυράφι κόψης της κατάνα.[1]

Η αυθεντική κατάνα φτιαχνόταν από χάλυβα. Πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιούνταν το λεγόμενο Ταμαχαγκάνε, δηλαδή πολλά στρώματα χάλυβα, άλλα με υψηλή και άλλα με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα. Η μεγάλη ποσότητα άνθρακα κάνει τη λεπίδα της κατάνα πιο σκληρή και αιχμηρή, αλλά ταυτόχρονα πιο εύθραυστη στη μάχη. Απ' την άλλη, ο χάλυβας με μικρή ποσότητα άνθρακα, είναι πιο εύκολα σφυρηλατήσιμος, απορροφά τα χτυπήματα, αλλά δεν είναι τόσο κοφτερός. Οι κατασκευαστές κατάνα κράτησαν τα θετικά και των δύο ειδών χάλυβα.

Σφυρηλάτηση κατάνα

Ο συνηθισμένος τρόπος κατασκευής κατάνα ήταν να φτιάχνουν ένα κομμάτι χάλυβα με υψηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα σε σχήμα U και να τοποθετούν ένα πυρήνα χάλυβα με χαμηλή περιεκτικότητα, μέσα του. Το θέρμαιναν και το σφυρηλατούσαν ως ενιαίο σώμα για αρκετές ημέρες. Στα πρώτα αυτά στάδια, η λεπίδα ήταν ελάχιστα καμπυλωτή ή και καθόλου. Το χαρακτηριστικό αυτό σχήμα επιτυγχάνεται με τον εξής τρόπο: η λεπίδα επικαλύπτεται με αρκετά στρώματα ενός υγρού μείγματος διαφορετικό από σιδηρουργό σε σιδηρουργό. Κυρίως, όμως, αποτελούνταν από πηλό, νερό, τριμμένη πέτρα και μερικές φορές σκουριά. Η άκρη της λεπίδας επιστρωνόταν λιγότερο απ' ότι το υπόλοιπό της. Μετά θέρμαιναν τη λεπίδα πάνω από τους 800 βαθμούς Κελσίου (όταν είχε λαμπερό κόκκινο χρώμα) και την τοποθετούσαν σε νερό ή λάδι, για να ψυχθεί. Αυτό όμως, έπρεπε να γίνει γρήγορα, αλλιώς η λεπίδα θα έσπαγε. Μετά τη σφυρηλάτηση της λεπίδας, ακολουθούσε το βερνίκωμα της, το οποίο διαρκούσε μία με δύο βδομάδες, ώσπου η λεπίδα να γίνει σαν καθρέπτης. Η αιχμηρότητα της κατάνα δοκιμαζόταν σε ζωντανούς αιχμάλωτους πολέμου.

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσούμπα

Οι σαμουράι τοποθετούσαν την κατάνα σε μια φαρδιά ζώνη, ονομαζόμενη όμπι, με την αιχμή προς τα πάνω. Στην ιδανική περίπτωση, ο σαμουράι μπορούσε να ξεσπαθώσει και να χτυπήσει τον εχθρό με μια και μόνο κίνηση.

Όλες οι διαφωνίες και τα προβλήματα λύνονταν με το ξίφος αυτό, και ο πολεμιστής ζούσε και πέθαινε με τους κανόνες του. Υπήρχαν κάποιοι αυστηροί κανόνες: ήταν προσβολή να αγγίξεις ή να περάσεις πάνω από την κατάνα κάποιου άλλου,[1] ενώ θέτοντας το δικό σου σπαθί στο έδαφος στρέφοντας τη λαβή του προς την κατεύθυνση κάποιου ήταν ταυτόσημο με πρόκληση σε μονομαχία μέχρι θανάτου.[1]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άτλας Παγκόσμιος Ιστορικός. Τεύχος 9. Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος & Dorling Kindersley. ISBN 960-6610-74-5
  • Time-Life Παγκόσμια Ιστορία. Τόμος 10. Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος
  • Time-Life Παγκόσμια Ιστορία. Τόμος 18. Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 10, σ. 46
  2. Άτλας Παγκόσμιος Ιστορικός, σ. 265
  3. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 18, σ. 108
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Katana της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).