Καλένδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Καλένδες ή Καλάνδες (καθ. Καλένδαι ή Καλάνδαι, λατ. calendae, Kalendae - κατά παράλειψη του ημέρες, dies).

Με αυτό τον όρο ονομάζονταν, μάλλον από τον Ε' αιώνα, οι πρώτες ημέρες των ρωμαϊκών μηνών, δηλαδή η αντίστοιχη των παρά των Ελλήνων "νουμηνία" (σημερινή πρωτομηνιά). Επίσης γνωστή είναι και η αρχαία παροιμία "ες τας ελληνικάς καλένδας εξοφλείν" (ad graecas calendas solvere) που λέγονταν επί χρεών διαρκώς μη εξοφλημένων, επειδή στους ελληνικούς μήνες δεν περιλαμβάνονταν καλένδες. Αργότερα και η παροιμία "παραπέμπειν εις ελληνικάς καλένδας" αφορούσε για κάθε αναβαλλόμενο ζήτημα ή υπόσχεση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά πληροφορία που μας παρέχει ο Βάρων, την έναρξη εκάστου μήνα ανήγγειλλε ο Ποντίφηκας από το Καπιτώλιο, κατά την είσοδο της νέας Σελήνης, με τη φράση: "Calo Juno novella" . Από τη λέξη δε Calo (= καλώ, ονομάζω) δόθηκε η ονομασία Καλένδες και αφορούσε περίοδο πρώτων ημερών του μήνα. Αυτή η περίοδος ήταν πενθήμερος (quintana) ή επταήμερος (septimana) ανάλογα με τη διάρκεια της νέας σελήνης, ορίζονταν δε από τον Ποντίφηκα εκ της επανάληψης της φράσεώς του πεντάκις ή επτάκις. Πενθήμεροι λοιπόν ήταν οι Καλένδες όλων των μηνών πλην του Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου και Οκτωβρίου.

Οι Καλένδες επίσης διακρίνονταν σε fasti (εργάσιμες, δικάσιμες ημέρες) και σε nefasti (αποφράδες) όπου απαγορεύονταν η εργασία και αντ΄ αυτής γινόντουσαν εορτές προς τιμή της Ήρας και του Ιανού (Ρωμαίου αμφιπρόσωπου Θεού προς τιμή του οποίου και το όνομα Ιανουάριος).

Από αυτές περιφημότερες ήταν οι Καλένδες του Ιανουαρίου, (calendae Januariae) επειδή γιορτάζονταν και η έλευση του νέου χρόνου. Κατά τη διάρκεια των Καλενδών αυτών γίνονταν αμοιβαίες επισκέψεις συγγενών και φίλων με ανταλλαγή δώρων των λεγόμενων strena (κυρίως μέλι, ξερά σύκα και χουρμάδες) ως και μικρών νομισμάτων. Επίσης πρόσεχαν, στη διάρκεια αυτών, τις εκφράσεις τους και τις κινήσεις τους ώστε να μη αποβούν κακοί οιωνοί στο νέο έτος. Επίσης κατ' αυτή τη περίοδο ο Αυτοκράτορας, καθήμενος στον Ηγεμονικό θρόνο των ανακτόρων, δεχόταν την επίσημη επίσκεψη των ανωτέρων αξιωματούχων του κράτους καθώς και πολιτών σε "φάλαγγα κατ΄ άνδρα" οι οποίοι και έρριπταν προ αυτού νομίσματα.

Οι Καλένδες του Ιανουαρίου ήταν κατά το δεύτερο ήμισυ εργάσιμες, έτσι ώστε η εργασία μετά της εορτής να θεωρείται εξάγγελος καλού έτους.

Περίφημες επίσης ήταν και οι Καλένδες του Μαρτίου (7ήμερες) όπου τελούνταν τα Ματρονάλια

Ρωμαϊκό Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Kατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο κάθε ρωμαίος τραπεζίτης ή άλλος πολίτης που δάνειζε χρήματα υποχρεώνονταν να τηρεί ειδικό πιστωτικό βιβλίο το Καλενδάριον (ή) υπό μορφή πίνακα όπου περιλάμβανε το ποσόν του δανείου, τη λήψη των τόκων ως και άλλες προθεσμίες εξόφλησης. Τούτο τηρούσε ο γιος του οικοδεσπότη. Προκειμένου δε περί Δήμου που δάνειζε σε πολίτες υπήρχε ειδικός υπάλληλος καλούμενος "επιμελητής του Καλενδαρίου" (curator calendarii) ή "λογιστής (logista) και ενίοτε έφερε τον τίτλο του "ζητητού" (quaestor).

Έτσι εκ του βιβλίου αυτού καλείτο "calendarium exercere" (τηρείν καλενδάριον) ο δανεισμός, "calendarium legare" (καλενδάριον κληροδοτείν) η κληροδότηση των πιστώσεων φθάνοντας μεταφορικά στην έννοια του Ημερολογίου (σήμερα Calendar).

Εκκλ. Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία Καλένδες κλήθηκαν οι κατά την 1η Ιανουαρίου εορτές και πανήγυρεις υπό των "Εθνικών" πολλές των οποίων διατηρήθηκαν και από τους Χριστιανούς. Όμως το 662 η συγκροτηθείσα στη Κωνσταντινούπολη Στ' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τις εορτές και ευωχίες αυτές με το 62ο Κανόνα της όπου ορίζεται:
"Τας ούτω καλουμένας Καλάνδας και τα λεγόμενα Βοτά και τα καλούμενα Βρουμάλια και την εν πρώτη του Μαρτίου επιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ εκ της των πιστών πολιτείας περιαιρεθήναι βουλόμεθα".1

Προ αυτού του κινδύνου να διακοπεί το έθιμο που πιθανώς να τάραζε την επιβληθείσα κατάνυξη σε όλους τους τομείς δραστηριότητας οι "πιστοί" εισήγαγαν δημοτικά ευχητικά τραγούδια επί των ταυτόσημων χρονικά θρησκευτικών εορτών και έτσι το έθιμο συνεχίζει και σήμερα με την από τότε νέα ονομασία "Κάλαντα".

1 Ερμηνείες προς αυτό το Κανόνα έγραψαν οι Ζωναράς και Βαλσαμών.