Ιγμορίτιδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιγμορίτιδα

Ακτινογραφική δαιφάνεια όπου με το βέλος υποδεικνύεται η παρουσία υγρού στην αριστερή όψη σε αντίθεση με την άλλη πλευρά που περιέχει αέρα.
Ταξινόμηση ICD-10 J01, J32
Ταξινόμηση ICD-9 461, 473
DiseasesDB 12136
eMedicine emerg/536
MeSH D012852

Η ιγμορίτιδα (αγλ. sinusitis) είναι φλεγμονή των παραρρινίων κόλπων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε λοίμωξη, αλλεργία, ή αυτοάνοσα νοσήματα. Οι περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται σε ιογενή λοίμωξη και υποχωρούν μέσα σε 10 ημέρες. Είναι μια συχνή πάθηση. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται κάθε χρόνο, περισσότερες από 24 εκατομμύρια περιπτώσεις.[1]

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως προς τη διάρκεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιγμορίτιδα μπορεί να είναι οξεία (διαρκεί για λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες), υποξεία (διαρκεί 4-8 εβδομάδες) ή χρόνια (συνεχίζεται για 8 ή περισσότερο εβδομάδες ).[2] Και τα τρία είδη ιγμορίτιδας έχουν παρόμοια συμπτώματα και επομένως είναι συχνά δύσκολο να διακριθούν. Η οξεία ιγμορίτιδα είναι πολύ συνήθης. Περίπου 90% των ενηλίκων παρουσιάζουν ιγμορίτιδα σε κάποια στιγμή της ζωής τους.[3]

Οξεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οξεία ιγμορίτιδα συνήθως απότοκος μιας προηγούμενης λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού (Upper respiratory tract infections (URI or URTI)) , γενικά ιογενούς προέλευσης. Αν η λοίμωξη είναι βακτηριακής προέλευσης, οι πιο κοινοί αιτιογενείς παράγοντες είναι Streptococcus pneumoniae , Haemophilus influenzae , και Moraxella catarrhalis [4] Μέχρι πρόσφατα, Haemophilus influenzae ήταν ο πιο συχνός βακτηριακός παράγοντας για την μόλυνση των ρινικών κοιλοτήτων. Ωστόσο, η εισαγωγή εμβολίου για τον ιό Η. γρίπης τύπου Β (Hib) έχει μειώσει δραματικά τις λοιμώξεις Η. γρίπης τύπου Β και τώρα τη μη τυπική (typable) Η. γρίπη (NTHi), με αποτέλεσμα οι λοιμώξεις να εμφανίζεται κυρίως σε κλινικές. Άλλα παθογόνα βακτήρια που προκαλούν ιγμορίτιδα είναι Staphylococcus aureus και άλλα είδη στρεπτόκοκκων, αναερόβια βακτήρια και, λιγότερο συχνά, gram αρνητικά βακτήρια. Η Ιογενής ιγμορίτιδα διαρκεί συνήθως 7 έως 10 ημέρες,[4] ενώ η βακτηριακή ιγμορίτιδα είναι πιο επίμονη. Περίπου το 0,5% έως 2% των ιογενών ιγμορίτιδων οδηγούν σε επακόλουθες βακτηριογενείς ιγμορίτιδες. Θεωρείται ότι ο ρινικός ερεθισμός από φυσήματα της μύτης οδηγεί σε δευτερογενή βακτηριακή μόλυνση.[5] Επεισόδια Οξείας ιγμορίτιδας μπορεί επίσης να προκύψουν από μυκητιασικές εισβολές. Αυτές οι λοιμώξεις συνήθως εμφανίζονται σε ασθενείς με διαβήτη ή άλλες ανοσοανεπάρκειες (όπως το AIDS ή μεταμοσχευμένοι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα κατά της απόρριψης) και μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Με το διαβήτη τύπου Ι, η κετοξέωση προκαλεί ιγμορίτιδα από μουκορμύκωση.[6] Οι Χημικοί ερεθισμοί μπορούν επίσης να προκαλέσουν ιγμορίτιδα, συνήθως από τον καπνό του τσιγάρου και από αναθυμιάσεις χλωρίου.[7] Σπάνια, μπορεί να προκληθεί (ιγμορίτιδα) από μια λοίμωξη των δοντιών.[4]

Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρόνια ιγμορίτιδα, εξ ορισμού, διαρκεί περισσότερο από τρεις μήνες και μπορεί να προκληθεί από πολλές διαφορετικές ασθένειες που μοιράζονται χρόνια φλεγμονή των ιγμορίων ως ένα κοινό σύμπτωμα. Τα συμπτώματα της χρόνιας ιγμορίτιδας μπορούν να περιλαμβάνουν οποιοδήποτε συνδυασμό από τα ακόλουθα: ρινική συμφόρηση , πόνο του προσώπου, πονοκέφαλο , νυχτερινός βήχας, αύξηση συμπτωμάτων προηγουμένως ελάσσονος ή ελεγχόμενου άσθματος, γενική αδιαθεσία, παχιά πράσινη ή κίτρινη εκκένωση, αίσθηση "πληρότητας" του προσώπου ή «σφίξιμο» που μπορεί να επιδεινωθεί με το σκύψιμο, ζάλη (ίλιγγος), πόνος των δοντιών, και / ή δυσοσμία του στόματος . Κάθε ένα από αυτά τα συμπτώματα έχει πολλές άλλες πιθανές αιτίες, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και εξετάζονται. Εάν δεν εμφανίζονται επιπλοκές, ο πυρετός δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της χρόνιας ιγμορίτιδας . Συχνά χρόνια ιγμορίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε ανοσμία, (μειωμένη αίσθηση της όσφρησης) . Σε ένα μικρό αριθμό περιπτώσεων, η οξεία ή χρόνια ιγμορίτιδα άνω γνάθου συσχετίζεται με οδοντική λοίμωξη. Ίλιγγος , ζαλάδα , και θολή όραση δεν είναι τυπικά σε χρόνια ιγμορίτιδα και θα πρέπει να διερευνηθούν, άλλες αιτίες.

Οι χρόνιες περιπτώσεις ιγμορίτιδας υποδιαιρούνται σε περιπτώσεις με πολύποδες και περιπτώσεις χωρίς πολύποδες. Όταν οι πολύποδες είναι παρόντες, η κατάσταση ονομάζεται χρόνια υπερπλαστική ιγμορίτιδα. Ωστόσο, τα αίτια είναι ελάχιστα κατανοητά [4] και μπορεί να οφείλονται σε αλλεργία, σε περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η σκόνη ή ρύπανση, βακτηριακή λοίμωξη, ή μύκητες (είτε αλλεργική, μολυσματική, ή αντιδραστική) . Μη αλλεργικοί παράγοντες, όπως η αγγειοκινητική ρινίτιδα ( vasomotor rhinitis), μπορούν επίσης να προκαλέσουν χρόνια προβλήματα ρινικών κόλπων. Ασυνήθιστα στενώματα των ρινικών κόλπων, όπως η ύπαρξη σκολίωσης ρινικού διαφράγματος (deviated septum), μπορεί να εμποδίσουν την παροχέτευση από τις ρινικές κοιλότητες και να αποτελέσουν ένα συμβάλλοντα παράγοντα. Ένας συνδυασμός από [[αναερόβια και αερόβια βακτηρίδια ,[8][9] ανιχνεύονται σε συνδυασμό με τη χρόνια ιγμορίτιδα, Staphylococcus aureus (συμπεριλαμβανομένων των ανθεκτικών methicilin S.aureus) [10] και πηκτάση (coagulase)-αρνητικων σταφυλόκοκων (Staphylococci). Συνήθως η θεραπεία με αντιβιοτικά παρέχει μόνο μια προσωρινή μείωση της φλεγμονής, αν και έχει προταθεί υπεραντιδραστικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος σε βακτήρια, ως μια πιθανή αιτία της παραρρινοκολπίτιδας με πολύποδες (χρόνια ιγμορίτιδα υπερπλαστικών).

Προσπάθειες έχουν γίνει προκειμένου να δοθεί μια πιο συνεπής ονοματολογία για τους υποτύπους της χρόνιας ιγμορίτιδας. Έχει αποδειχθεί, για πολλούς ασθενείς, η παρουσία ηωσινοφίλων (eosinophils) στο βλεννογόνο των τοιχωμάτων της μύτης και των παραρρινίων κόλπων και αυτό έχει ονομαστεί Ηωσινοφιλική βλεννίνη ρινοκολπίτιδα (Eosinophilic Mucin RhinoSinusitis- EMRS). Περιπτώσεις EMRs μπορεί να σχετίζονται με αλλεργική αντίδραση, αλλά η αλλεργία δεν είναι συχνά τεκμηριωμένη, με αποτέλεσμα την περαιτέρω υποκατηγοριοποίηση σε: αλλεργικές και μη αλλεργικές EMRs.

Μια πιο πρόσφατη, που ακόμα εξακολουθεί να συζητείται, εξέλιξη για την χρόνια ιγμορίτιδα είναι ο ρόλος που παίζουν οι μύκητες σε αυτή τη νόσο. Οι Μύκητες μπορούν να βρεθούν στις ρινικές κοιλότητες και τα ιγμόρεια των περισσότερων ασθενών με ιγμορίτιδα, αλλά μπορεί επίσης να βρεθούν και σε υγιείς ανθρώπους. Παραμένει ασαφές εάν οι μύκητες αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη της χρόνιας ιγμορίτιδα, αλλά και στη περίπτωση που αποτελούν, ποια μπορεί να είναι η διαφορά μεταξύ εκείνων που αναπτύσσουν την ασθένεια και εκείνων που παραμένουν χωρίς συμπτωμάτα. Δοκιμές αντιμυκητιασικών θεραπειών είχαν ανάμεικτα αποτελέσματα.[4]

Ως προς τη θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλα παραρρίνια ιγμόρεια (κόλποι) που συνδέονται με ιγμορίτιδες, συμπεριλαμβανομένων των μετωπικών, των Εthmoid ιγμορείων (ethmoid sinuses) (σημ: τα ιγμόρεια Ethmoid βρίσκονται μέσα στο ανθρώπινο κρανίο μεταξύ των οφθαλμικών κογχών και πάνω απ 'τη μύτη. Τα Ethmoid ιγμόρεια αποτελούν μια περιοχή μεγέθους σπιρτόκουτου που είναι γεμάτοι με 7 έως 10 διασυνδεδεμένες φυσαλίδες κλεισμένες σε πολύ λεπτού πάχους οστό. Αυτές οι φυσαλίδες είναι επενδυμένες με μεμβράνη βλέννας και κάθε φυσαλίδα έχει το δικό της άνοιγμα για να στραγγίζουν στη ρινική κοιλότητα. Εάν ως αποτέλεσμα κάποιας φλεγμονής η ροή της βλέννας μειώνεται και συσσωρεύεται στα Ethmoid ιγμόρειο, τότε με την πάροδο του χρόνου αυτή η συσσώρευση προκαλεί λοίμωξη γνωστή ως Ethmoid ιγμορίτιδα ή Ethmoiditis[11] των ιγμορείων της άνω γνάθου (σημ: άντρο Highmore) και των σφηνοειδών ιγμορείων. Τα Ethmoid ιγμόρεια υποδιαιρούνται περαιτέρω σε προηγούμενα (anterior) και επόμενα (posterior) Ethmoid ιγμόρεια, η κατανομή των οποίων ορίζεται ως το βασικό έλασμα (the basal lamella) του μεσαίου σπειροειδούς (of the middle turbinate). Επιπρόσθετα από τη σοβαρότητα της νόσου] , που αναφέρεται παρακάτω, η ιγμορίτιδα μπορεί να ταξινομηθεί ως προς την κοιλότητα του ιγμορείου με την οποία σχετίζεται:

  • Άνω γνάθου (Maxillary) - μπορεί να προκαλέσει πόνο ή πίεση στην περιοχή της άνω γνάθου (cheek: μάγουλο) (π.χ., πονόδοντο , πονοκέφαλος ) (J01.0/J32.0)
  • Μετωπική (Frontal)- μπορεί να προκαλέσει πόνο ή πίεση στη κοιλότητα του μετωπικού ιγμορείου (που βρίσκεται πάνω από τα μάτια), κεφαλαλγία (J01.1/J32.1)
  • Ethmoid - μπορεί να προκαλέσει πόνο ή πόνο πίεσης μεταξύ / πίσω από τα μάτια και πονοκεφάλους (J01.2/J32.2)
  • Σφηνοειδούς (Sphenoid )- μπορεί να προκαλέσει πόνο ή την πίεση πίσω από τα μάτια , αλλά συχνά αναφέρεται στο πάνω μέρος του κρανίου (vertex), ή την κορυφή του κεφαλιού

Πρόσφατες θεωρίες για την ιγμορίτιδα δείχνουν ότι συχνά εμφανίζεται ως μέρος ενός φάσματος ασθενειών που επηρεάζουν το αναπνευστικό σύστημα (respiratory tract) (δηλαδή, η θεωρία του «ενός αεραγωγού" ) και συνδέεται συχνά με το άσθμα .[12][13] Όλες οι μορφές ιγμορίτιδας μπορεί να προκύπτουν είτε ως αποτέλεσμα, είτε να είναι μέρος, μιας γενικευμένης φλεγμονής των αεραγωγών , έτσι ώστε άλλα συμπτώματα των αεραγωγών όπως ο βήχας , μπορεί να σχετίζονται με αυτη.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πονοκέφαλος, πόνος προσώπου ή αμβλεία, σταθερή πίεση, ή είδος πόνου πάνω από τα ιγμόρεια που προσεβλήθησαν, είναι σύνηθες τόσο με οξεία οσο και με χρόνια στάδια της ιγμορίτιδας. Αυτός ο πόνος συνήθως εντοπίζεται στα εμπλεκόμενα ιγμόρεια και μπορεί να επιδεινωθεί όταν το πληγέν άτομο στρέφει προς τα άνω ή όταν ξαπλώνει . Ο πόνος συχνά ξεκινά από τη μία πλευρά του κεφαλιού και εξελίσσεται στις δύο πλευρές.[14] Οξεία και χρόνια ιγμορίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από παχύ ρινικό έκκριμα που είναι συνήθως πράσινου χρώματος και μπορεί να περιέχουν πύον (πυώδη) ή / και αίμα.[15][16]

Συχνά ένας τοπικός πονοκέφαλος ή πονόδοντος είναι συμπτώματα που διακρίνουν ένα σχετιζόμενο με ιγμόρεια πονοκέφαλο από άλλους τύπους πονοκεφάλων, όπως η ένταση και τις ημικρανίες. Μόλυνση της οφθαλμικής κόγχης είναι δυνατό, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια της όρασης και συνοδεύεται από πυρετό και σοβαρή ασθένεια. Μια άλλη πιθανή επιπλοκή είναι η μόλυνση των οστών ( οστεομυελίτιδα ) του μετώπου και άλλα οστά του προσώπου - Διογκώσεις του Pott (Pott's puffy tumor).[14]

Λοιμώξεις της ρινικής κοιλότητας μπορεί επίσης να προκαλέσουν προβλήματα έσω ωτός εξαιτίας της συμφόρησης των ρινικών διόδων. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί από ζάλη, "υπό πίεση ή βαρύ κεφάλι", ή αισθήσεις δόνησης στο κεφάλι.

Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι έως και το 90% των «πονοκεφάλων ιγμορείων» είναι στην πραγματικότητα ημικρανίες .[17][18] Η σύγχυση συμβαίνει εν μέρει επειδή η ημικρανία περιλαμβάνει την ενεργοποίηση των τριδύμων νεύρων (trigeminal nerves), τα οποία νευρώνουν τη περιοχή ιγμορείων και των μηνίγγων που περιβάλλουν τον εγκέφαλο. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η τοποθεσία από την οποία προέρχεται ο πόνος. Επιπλέον, η ρινική συμφόρηση μπορεί να είναι ένα κοινό αποτέλεσμα της ημικρανίας, λόγω της αυτόνομου νευρικής διέγερσης που μπορεί επίσης να προκαλέσει δάκρυα (δακρύρροια) και μύτη που τρέχει (ρινόρροια).

Μια μελέτη διαπίστωσε ότι ασθενείς με «πονοκέφαλο ιγμορείων» ανταποκρίθηκαν στην ημικρανία με φάρμακα τριπτάνης, αλλά δήλωσαν δυσαρέσκεια για την θεραπευτική τους αντιμετώπιση όταν βρίσκονταν υπό θεραπεία με αποσυμφορητικά ή αντιβιοτικά.[19] Τα άτομα με ημικρανίες, δεν έχουν συνήθως τη παχιά ρινική καταρροή που είναι ένα κοινό σύμπτωμα μιας μόλυνσης ιγμορείων.[20]

Επιπλοκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή απόσταση από τον εγκέφαλο προς τα ιγμόρεια κάνει πιο επικίνδυνη μια επιπλοκή των ιγμορίτιδων, ειδικά αυτών που αφορούν στα μετωπιαία και σφηνοειδή ιγμόρεια, με λοίμωξη του εγκεφάλου από την εισβολή αναερόβιων βακτηρίων μέσα από τα οστά ή τα αιμοφόρα αγγεία. Αποστήματα ,[21] μηνιγγίτιδα , και άλλες απειλητικές για τη ζωή συνθήκες μπορεί να απορρέουν. Σε ακραίες περιπτώσεις οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν ήπιες αλλαγές προσωπικότητας , κεφαλαλγία, αλλοίωση της συνείδησης, προβλήματα όρασης, επιληπτικές κρίσεις, κώμα, και, ενδεχομένως, να επέλθει θάνατος. [14]

Αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παράγοντες που μπορεί να προδιαθέσουν κάποιον στην ανάπτυξη ιγμορίτιδας περιλαμβάνουν: αλλεργίες, δομικές ανωμαλίες, όπως σκολίωση ρινικού διαφράγματος (deviated septum), μικρά sinus ostia ('''Sinus ostium''' (πληθ: sinus ostia) είναι το άνοιγμα που συνδέει ένα παραρρίνιο κόλπο με αυτή καθεαυτή την ρινική κοιλότητα. Εάν αυτό το άνοιγμα κλείσει θα προκαλέσει συσσώρευση υγρού στους παραρρινίους κόλπους. Βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Sinus_ostia), ή μια πομφολυγώδη κόγχη (σημ. μτφ: concha bullosa), ρινικούς πολύποδες, που φέρουν το γονίδιο της κυστικής ίνωσης (cystic fibrosis gene). Παρόλο που η έρευνα εξακολουθεί να είναι αβέβαιη, και πριν από εξάρσεις της ιγμορίτιδας, επειδή κάθε περίπτωση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη φλεγμονή του βλεννογόνου των κόλπων και ενδεχομένως περαιτέρω στένωση των ρινικών διοδεύσεων.

Το '''παθητικό κάπνισμα''' μπορεί επίσης να σχετίζεται με χρόνια ρινοκολπίτιδα (rhinosinusitis).[22] Μια άλλη αιτία της χρόνιας παραρρινοκολπίτιδας μπορεί να είναι από τα ιγμόρεια που βρίσκονται μέσα από τα ζυγωματικά. Λοιμώξεις και φλεγμονή είναι πιο συχνές εδώ από ό, τι σε οποιαδήποτε από τους άλλους παραρρίνιους κόλπους (ιγμόρεια). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αποστράγγιση των βλεννωδών εκκρίσεων από το ιγμόρειο στην ρινική κοιλότητα δεν είναι πολύ αποτελεσματική.

Η ιγμορίτιδα Άνω γνάθου, μπορεί επίσης να είναι οδοντιατρικής προέλευσης [23] και κατέχει ένα σημαντικό ποσοστό στο σύνολο των ιγμορίτιδων, λόγω της στενής σχέσης μεταξύ των δοντιών και της κάτω επιφάνειας των κόλπων (ιγμορείων) (sinus floor). Απαιτούνται συμπληρωματικοί έλεγχοι βασισμένοι στις συμβατικές και μοντέρνες τεχνικές της επεμβατικής ακτινολογίας. Η ένδειξη τους βασίζεται στο κλινικό πλαίσιο.

Η χρόνια ιγμορίτιδα μπορεί επίσης να προκληθεί έμμεσα, μέσω μιας κοινής, αλλά μικρής ανωμαλίας στο ακουστικό ή Ευσταχιανό (Eustachian) σωλήνα, που είναι συνδεδεμένος με τις κοιλότητες των ιγμορείων και τον λαιμό. Αυτός ο σωλήνας είναι συνήθως, σχεδόν, σε επίπεδο με τις υποδοχές των ματιών, αλλά μερικές φορές, λόγω κληρονομικών διαταραχών, είναι κάτω από αυτό το επίπεδο και μερικές φορές το επίπεδο με το προθάλαμο (vestibule) ή τη ρινική είσοδο. Αυτό σχεδόν πάντα προκαλεί κάποιου είδους απόφραξη στην κοιλότητα των κόλπων που καταλήγει σε λοίμωξη και συνήθως οδηγεί σε χρόνια ιγμορίτιδα.

Παθοφυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει υποτεθεί ότι βιομεμβράνες (βιοφίλμ) βακτηριακών λοιμώξεων μπορεί να ευθύνονται για πολλές περιπτώσεις χρόνιων ιγμορίτιδων ανθεκτικών σε αντιβιοτικά [24][25][26] Οι βιομεμβράνες είναι σύνθετα σύνολα(δομές)του εξωκυττάριου χώρου και αλληλοεξαρτώμενων πολλών ειδών μικροοργανισμών, πολλά από τα οποία να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απομονώσουμε χρησιμοποιώντας τυπικές κλινικές εργαστηριακές τεχνικές.[27]Βακτήρια βρέθηκαν στο βιοφίλμ να παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά αυξημένη έως και 1000 φορές σε σύγκριση με βακτήρια ελεύθερης διαβίωσης του ίδιου είδους. Μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι βιομεμβράνες ήταν παρούσες στο βλεννογόνο του 75% των ασθενών που υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση για χρόνια ιγμορίτιδα.[28]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιγμορίτιδα Άνω γνάθου, που προκλήθηκε από οδοντική λοίμωξη σχετιζόμενη με περικογχική κυτταρίτιδα periorbital cellulitis

Οξεία Ιγμορίτιδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βακτηριακή και ιογενής οξεία ιγμορίτιδα είναι δύσκολο να διακριθούν. Ωστόσο, εάν τα συμπτώματα διαρκούν λιγότερο από 10 ημέρες, θεωρείται γενικά ιογενής ιγμορίτιδα. Όταν τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο από 10 ημέρες, θεωρείται βακτηριακή κολπίτιδα (συνήθως 30% έως 50% είναι βακτηριακή κολπίτιδα). Στο Νοσοκομείο οξεία ιγμορίτιδα μπορεί να επιβεβαιωθεί με την εκτέλεση μιας αξονικής τομογραφίας ( CT scan ) των παραρρινίων κόλπων.

Χρόνια Ιγμορίτιδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ιγμορίτιδα που διαρκεί πάνω από οκτώ εβδομάδες,[2] διαγνωστικά κριτήρια δεν υπάρχουν. Συνιστάται αξονική τομογραφία (CT scan), αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Η ρινική ενδοσκόπηση, η αξονική τομογραφία , και τα κλινικά συμπτώματα είναι όλα όσα χρησιμοποιούνται για να γίνει μια θετική διάγνωση.[4] Ένα δείγμα ιστού για ιστολογική εξέταση και καλλιέργειες (cultures) μπορούν επίσης να συλλέγονται και ελέγχονται. Αλλεργικές μυκητιασικές ιγμορίτιδες (AFS) εμφανίζονται συχνά σε άτομα με άσθμα και ρινικούς πολύποδες . Εξετάζοντας πολλαπλά δείγματα βιοψίας μπορεί να είναι χρήσιμο για την επιβεβαίωση της διάγνωσης.[29] Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να γίνει ιγμνορειοσκόπηση (sinusoscopy) Η ρινική ενδοσκόπηση περιλαμβάνει την εισαγωγή στη μύτη ενός ευέλικτου σωλήνα οπτικής ίνας με φως και κάμερα στην άκρη του, για να εξετάσει τις ρινικές διόδους και τα ιγμόρεια. Αυτή είναι γενικά μια εντελώς ανώδυνη (αν και δυσάρεστη), διαδικασία που διαρκεί από πέντε έως δέκα λεπτά για να ολοκληρωθεί.

Θεραπευτική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάγνωση βοηθά η ακτινογραφία των ιγμόρειων κόλπων και η μικροβιολογική εξέταση του εκκρίματος. Η θεραπευτική αγωγή είναι συνήθως συντηρητική, με χορήγηση αποσυμφορητικών, αντιβιοτικών και παυσίπονων-αντιπυρετικών. Σε μερικές περιπτώσεις είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση.

Συντηρητική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρινική ύγρανση(Nasal irrigation) μπορεί να βοηθήσει με τα συμπτώματα της χρόνιας ιγμορίτιδας.[30] Αποσυμφορητικό ρινικό σπρέι που περιέχει οξυμεταζολίνη μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, αλλά αυτά τα φάρμακα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για περισσότερο από το συνιστώμενο χρονικό διάστημα. Μεγαλύτερη χρήση μπορεί να προκαλέσει επιστροφή των συμπτωμάτων που ανακουφίζονται (rebound sinusitis).[31] Άλλες προτάσεις περιλαμβάνουν την εφαρμογή μιας ζεστής, υγρής πετσέτα αρκετές φορές την ημέρα, το πόσιμο αρκετών υγρών προκειμένου να αραιωθεί η βλέννα και την εισπνοή ατμού δύο έως τέσσερις φορές την ημέρα.[32]

Αντιβιοτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ιγμορίτιδας προκαλούνται από ιούς και επομένως θα θεραπευτούν χωρίς αντιβιοτικά.[4] Ωστόσο, εάν τα συμπτώματα δεν υποχωρήσουν μέσα σε 10 ημέρες, η αμοξικιλλίνη είναι ένα λογικό αντιβιοτικό για να χρησιμποιηθεί πρώτο, για τη θεραπεία.[4] Συνδυασμός με αμοξικιλλίνη / κλαβουλανικό οξύ (Augmentin ), ενδείκνυται όταν τα συμπτώματα των ασθενών δεν βελτιώνονται με μόνο αμοξυκιλλίνη.[33] Η παρουσία της αερόβιας και αναερόβιας β-λακταμάσης που παράγουν οργανισμούς μπορεί να ευθύνεται για την αποτυχία αυτή. Αυτοί οι οργανισμοί μπορούν να "προστατεύσουν", ακόμη και μη βήτα λακταμάσες που παράγουν βακτήρια από πενικιλλίνες.[34] Οι φθοριοκινολόνες , και νεότερα μακρολίδια αντιβιοτικά, όπως κλαριθρομυκίνη ή τετρακυκλίνη όπως η δοξυκυκλίνη , χρησιμοποιούνται σε ασθενείς που είναι αλλεργικοί στις πενικιλλίνες.[35] Μια μελέτη διαπίστωσε ότι το 60 έως 90% των ανθρώπων δεν δοκιμάζουν θεραπεία της ιγμορίτιδας της άνω γνάθου με χρήση αντιβιοτικών.,[36][37] Μια μικρής διάρκειας (3-7 ημέρες) αγωγή με αντιβιοτικά φαίνεται να είναι εξίσου αποτελεσματική με μια τυπική αγωγή αντιβιοτικών μακρύτερης διάρκειας (10 - 14 ημέρες, σε ασθενείς που παρουσιάζουν κλινική διάγνωση οξείας βακτηριακής ιγμορίτιδας, χωρίς οποιαδήποτε άλλη σοβαρή νόσο ή άλλους σύνθετους παράγοντες νοσηρότητας.[38]

Κορτικοστεροειδή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για ανεπιβεβαίωτη οξεία ιγμορίτιδα, τα ενδορρινικά κορτικοστεροειδή δεν έχουν βρεθεί να είναι καλύτερα από εικονικά φάρμακα (placebo, δηλ φάρμακα χωρίς ενεργή φαρμακευτική ουσία)[39] είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με αντιβιοτικά. [36] Ωστόσο, για περιπτώσεις που έχουν επιβεβαιωθεί με ακτινογραφία ή ρινική ενδοσκόπηση, υποστηρίζεται η θεραπεία με μόνο κορτικοστεροειδή ή σε συνδυασμό με αντιβιοτικά.[40]

Χειρουργική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για χρόνιες ή επαναλαμβανόμενες ιγμορίτιδες, η προσφυγή σε ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο ιατρό μπορεί να είναι ενδεικνυόμενη, και στις επιλογές θεραπείας μπορεί να περιλαμβάνεται η ρινική χειρουργική επέμβαση. Χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να εξετάζεται μόνο για εκείνους τους ασθενείς οι οποίοι δεν παρουσιάζουν επαρκή ανακούφιση από τη καλύτερη δυνατή φαρμακευτική αγωγή.[41][42]

Η έκπλυση του άντρου άνω γνάθου προυποθέτει παρακέντηση των παραρρινίων κόλπων και ξέπλυμα με φυσιολογικό ορό για να καθαριστεί η βλέννα. Μια μελέτη του 1996 σε ασθενείς με χρόνια ιγμορίτιδα διαπίστωσε ότι η έκπλυση από μόνη της δεν συνεπάγεται κανένα επιπλέον πλεονεκτήματα έναντι των αντιβιοτικών.[43] Μια σχετικά πρόσφατη πρόοδος στην αντιμετώπιση της ιγμορίτιδας είναι το είδος της χειρουργικής επέμβασης που ονομάζεται λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική επέμβαση κόλπων ( functional endoscopic sinus surgery - FESS ). Αυτή η χειρουργική επέμβαση απομακρύνει ανατομικά και παθολογικά εμπόδια που συνδέονται με την ιγμορίτιδα, προκειμένου να αποκατασταθεί η κανονική εκκαθάριση των κόλπων (ιγμορείων).

Αυτό αντικαθιστά προηγούμενες ανοικτές τεχνικές που απαιτούν τομές προσώπου ή στόματος και επανεστιάζει στην τεχνική για τα φυσικά ανοίγματα των ιγμορείων αντί της προώθησης απορροής με τη βαρύτητα, ιδέα πάνω στην οποία βασίστηκε η χειρουργική Caldwell-Luc.[44]

Ένας αριθμός από χειρουργικές προσεγγίσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πρόσβαση των ιγμορείων και αυτές έχουν γενικά μετατοπιστεί από εξωτερικές / εξωρινικές (extranasal) προσεγγίσεις σε ενδορρινικές ενδοσκοπικές. Το όφελος από την λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική επέμβαση κόλπων FESS είναι η ικανότητά της να επιτρέψει μια πιο στοχοθετημένη προσέγγιση στα νοσούντα ιγμόρεια, μειώνοντας τις διακοπές των ιστών, και ελαχιστοποιώντας τις μετεγχειρητικές επιπλοκές.[45] Μία άλλη θεραπεία που αναπτύχθηκε πρόσφατα είναι η ιγμοριοπλαστική με μπαλόνι ( balloon sinuplasty). Αυτή η μέθοδος, είναι παρόμοια με την αγγειοπλαστική με μπαλόνι ( balloon angioplasty), που χρησιμοποιείται για να «ξεβουλώσει» αρτηρίες της καρδιάς, χρησιμοποιούνται μπαλόνια σε μια προσπάθεια να διευρυνθούν τα ανοίγματα των ιγμορείων με λιγότερο επεμβατικό τρόπο. Η χρησιμότητα αυτής της θεραπείας για τη νόσο ιγμορείων είναι ακόμα υπό συζήτηση, αλλά φαίνεται να είναι πολλά υποσχόμενη.

Για επίμονα συμπτώματα της νόσου σε ασθενείς, στους οποίους έχουν αποτύχει προσεγγίσεις ιατρικές και η λειτουργική ενδοσκοπική, μπορούν να χρησιμοποιηθούν παλαιότερες τεχνικές για να αντιμετωπιστεί η φλεγμονή των ιγμορείων, όπως η ριζική αντροστομία ( radical antrostomy ) Caldwell-Luc. Αυτή η χειρουργική επέμβαση περιλαμβάνει μια τομή στα άνω ούλα, το άνοιγμα στο πρόσθιο τοίχωμα του άντρου, αφαίρεση ολόκληρου του βλεννογόνου του ασθενούντος ιγμορείου και η αποχέτευση επιτρέπεται στο κατώτερο ή μέσο ρινικό πόρο , δημιουργώντας ένα μεγάλο παράθυρο στο πλάγιο τοίχωμα του ρουθουνιού.[46]

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τις πρόσφατες θεωρίες σχετικά με το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν οι μύκητες στην ανάπτυξη της χρόνιας ιγμορίτιδας, έχουν χρησιμοποιηθεί, σε δοκιμαστική βάση αντιμυκητιασικές θεραπείες. Αυτές οι δοκιμές είχαν ανάμεικτα αποτελέσματα.[4]

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιγμορίτιδα είναι μια συχνή πάθηση, στις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε χρόνο συμβαίνουν 24 - 31000000 περιπτώσεις.[1][47]

Παραπομπές-Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Anon JB (April 2010). "Upper respiratory infections". Am. J. Med. 123 (4 Suppl): S16–25. doi:10.1016/j.amjmed.2010.02.003. PMID 20350632.
  2. 2,0 2,1 http://www.clevelandclinicmeded.com/medicalpubs/diseasemanagement/allergy/rhino-sinusitis/
  3. Pearlman, AN.; Conley, DB. (June 2008). "Review of current guidelines related to the diagnosis and treatment of rhinosinusitis.". Curr Opin Otolaryngol Head Neck Surg 16 (3): 226–30. doi:10.1097/MOO.0b013e3282fdcc9a. PMID 18475076.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 Leung, R.S.; Katial, R. (2008). "The Diagnosis and Management of Acute and Chronic Sinusitis". Primary Care: Clinics in Office Practice 35 (1): 11–24. doi:10.1016/j.pop.2007.09.002. PMID 18206715.
  5. Gwaltney, Jr.; Hendley, J. Owen; Phillips, C. Douglas; Bass, Cameron R.; Mygind, Niels; Winther, Birgit (2000). "Nose Blowing Propels Nasal Fluid into the Paranasal Sinuses". Clinical Infectious Diseases 30 (2): 387–91. doi:10.1086/313661. PMID 10671347.
  6. http://www.austinent.com/info/wiki/sinusitis.php
  7. Gelfand, Jonathan L. "Help for Sinus Pain and Pressure". WebMD.com. http://www.webmd.com/allergies/sinus-pain-pressure-9/sinus-headaches. Retrieved 2 October 2011.
  8. Brook I. Sinusitis. Periodontol 2000. 2009 ; 49:126-39.
  9. Brook I, Frazier EH. Bacteriology of chronic maxillary sinusitis associated with nasal polyposis. J Med Microbiol. 2005 ;54:595-7.
  10. Brook I, Foote PA, Hausfeld JN. Increase in the frequency of recovery of meticillin-resistant Staphylococcus aureus in acute and chronic maxillary sinusitis.J Med Microbiol. 2008;57:1015-7.
  11. Ethmoid
  12. Grossman J (1997). "One airway, one disease". Chest 111 (2 Suppl): 11S–16S. doi:10.1378/chest.111.2_Supplement.11S. PMID 9042022.
  13. Cruz AA (2005). "The 'united airways' require an holistic approach to management". Allergy 60 (7): 871–4. doi:10.1111/j.1398-9995.2005.00858.x. PMID 15932375.
  14. a b c University of Maryland - Sinusitus Complications
  15. Itzhak Brook MD. "Sinusitis Understood". Blogspot.
  16. http://sinusitisunderstood.blogspot.com/p/epidemology-and-diagnosis.html. "Sinusitis" (in English). herb2000.com. http://www.herbs2000.com/disorders/sinusitis.htm. "Incidence of acute sinusitis almost always set in following the appearance of a cold for several days at a stretch in the person to the point that all the profuse nasal discharge turns a distinct yellow or a dark green color, or perhaps very thick, and foul-smelling in some cases."
  17. Schreiber C, Hutchinson S, Webster C, Ames M, Richardson M, Powers C (2004). "Prevalence of migraine in patients with a history of self-reported or physician-diagnosed "sinus" headache". Arch. Intern. Med. 164 (16): 1769–72. doi:10.1001/archinte.164.16.1769. PMID 15364670.
  18. Mehle ME, Schreiber CP (2005). "Sinus headache, migraine, and the otolaryngologist". Otolaryngol Head Neck Surg. 133 (4): 489–96. doi:10.1016/j.otohns.2005.05.659. PMID 16213917.
  19. Ishkanian, G; Blumenthal, H; Webster, CJ; Richardson, MS; Ames, M (January 2007). "Efficacy of sumatriptan tablets in migraineurs self-described or physician-diagnosed as having sinus headache: A randomized, double-blind, placebo-controlled study". Clin Ther 29 (1): 99–109. doi:10.1016/j.clinthera.2007.01.012. PMID 17379050.
  20. Headache Classification Subcommittee of the International Headache Society (2004). "The International Classification of Headache Disorders: 2nd edition". Cephalalgia 24 (Suppl 1): 9–160. doi:10.1111/j.1468-2982.2004.00653.x. PMID 14979299.
  21. Brook I.Microbiology of intracranial abscesses and their associated sinusitis. Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2005; 131:1017-9.
  22. Tammemagi CM, Davis RM, S Benninger M, Holm AL, Krajenta R (April 2010). "Secondhand smoke as a potential cause of chronic rhinosinusitis: a case-control study". Arch. Otolaryngol. Head Neck Surg. 136 (4): 327–34. doi:10.1001/archoto.2010.43. PMID 20403847.
  23. The maxillary sinusitis of dental origin: From diagnosis to treatment Le courrier du dentiste
  24. Palmer JN (2005). "Bacterial biofilms: do they play a role in chronic sinusitis?". Otolaryngol. Clin. North Am. 38 (6): 1193–201, viii. doi:10.1016/j.otc.2005.07.004. PMID 16326178.
  25. Ramadan H, Sanclement J, Thomas J (2005). "Chronic rhinosinusitis and biofilms". Otolaryngol Head Neck Surg 132 (3): 414–7. doi:10.1016/j.otohns.2004.11.011. PMID 15746854.
  26. Bendouah Z, Barbeau J, Hamad W, Desrosiers M (2006). "Biofilm formation by Staphylococcus aureus and Pseudomonas aeruginosa is associated with an unfavorable evolution after surgery for chronic sinusitis and nasal polyposis". Otolaryngol Head Neck Surg 134 (6): 991–6. doi:10.1016/j.otohns.2006.03.001. PMID 16730544.
  27. Bacterial Resistance to Antimicrobials Edited by Kim Lewis. Abagail A. Salyers,Harry W. Taber, and Richard G. Wax . Marcel Decker, New York ,2002
  28. Sanclement J, Webster P, Thomas J, Ramadan H (2005). "Bacterial biofilms in surgical specimens of patients with chronic rhinosinusitis". Laryngoscope 115 (4): 578–82. doi:10.1097/01.mlg.0000161346.30752.18. PMID 15805862.
  29. Harrison's Manual of Medicine 16/e
  30. Harvey R, Hannan SA, Badia L, Scadding G (2007). Harvey, Richard. ed. "Nasal saline irrigations for the symptoms of chronic rhinosinusitis". Cochrane Database Syst Rev (3): CD006394. doi:10.1002/14651858.CD006394.pub2. PMID 17636843.
  31. 'Rhinitis medicamentosa' by Natalya M Kushnir, MD, Allergy and Immunology Clinic of the East Bay, berkely, CA, Published in eMedicine on Oct 13th, 2009
  32. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmedhealth/PMH0001670/
  33. Brook I. Treatment modalities for bacterial rhinosinusitis. Expert Opin Pharmacother. 2010;11:755-69.
  34. Brook I. The role of beta-lactamase-producing-bacteria in mixed infectionsBMC Infect Dis. 2009;9:202.
  35. Karageorgopoulos DE, Giannopoulou KP, Grammatikos AP, Dimopoulos G, Falagas ME (March 2008). "Fluoroquinolones compared with beta-lactam antibiotics for the treatment of acute bacterial sinusitis: a meta-analysis of randomized controlled trials". CMAJ 178 (7): 845–54. doi:10.1503/cmaj.071157. PMC 2267830. PMID 18362380. http://www.cmaj.ca/cgi/pmidlookup?view=long&pmid=18362380.
  36. a b Ian G. Williamson et al. (2007). "Antibiotics and Topical Nasal Steroid for Treatment of Acute Maxillary Sinusitis". JAMA 298 (21): 2487–96. doi:10.1001/jama.298.21.2487. PMID 18056902.
  37. van Buchem, F. L.; Knottnerus, J. A., Schrijnemaekers, V. J. J., Peeters, M. F. (8 March 1997). "Primary-care-based randomised placebo-controlled trial of antibiotic treatment in acute maxillary sinusitis". Lancet 349 (9053): 683–7. doi:10.1016/S0140-6736(96)07585-X. PMID 9078199.
  38. Falagas ME, Karageorgopoulos DE, Grammatikos AP, Matthaiou DK (February 2009). "Effectiveness and safety of short vs. long duration of antibiotic therapy for acute bacterial sinusitis: a meta-analysis of randomized trials". Br J Clin Pharmacol 67 (2): 161–71. doi:10.1111/j.1365-2125.2008.03306.x. PMC 2670373. PMID 19154447. http://www3.interscience.wiley.com/resolve/openurl?genre=article&sid=nlm:pubmed&issn=0306-5251&date=2009&volume=67&issue=2&spage=161.
  39. Placebo
  40. Zalmanovici A, Yaphe J (2009). Zalmanovici Trestioreanu, Anca. ed. "Intranasal steroids for acute sinusitis". Cochrane Database Syst Rev (4): CD005149. doi:10.1002/14651858.CD005149.pub3. PMID 19821340.
  41. Fokkens W, Lund V, Mullol J (2007). "European Position Paper on Rhinosinusitis and Nasal Polyps 2007". Rhinol Suppl. 16 (20): 1–136. doi:10.1017/S0959774306000060. PMID 17844873.
  42. Tichenor, Wellington S. (2007-04-22). "FAQ — Sinusitis — WS Tichenor M.D.". http://www.sinuses.com/faq.htm#surgery. Retrieved 2007-10-28.
  43. Pang, Y. T.; Willatt, D. J. (1996). "Do antral washouts have a place in the current management of chronic sinusitis?". The Journal of laryngology and otology 110 (10): 926–928. PMID 8977854. edit
  44. http://www.fasthealth.com/dictionary/c/Caldwell-Luc_operation.php
  45. Stammberger H (February 1986). "Endoscopic endonasal surgery—concepts in treatment of recurring rhinosinusitis. Part I. Anatomic and pathophysiologic considerations". Otolaryngol Head Neck Surg 94 (2): 143–7. PMID 3083326.
  46. Bailey and Love
  47. Dykewicz MS, Hamilos DL (February 2010). "Rhinitis and sinusitis". J. Allergy Clin. Immunol. 125 (2 Suppl 2): S103–15. doi:10.1016/j.jaci.2009.12.989. PMID 20176255.