Ίλιγγος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ίλιγγος

Ο ασθενής που βιώνει ίλιγγο ενδέχεται να παρουσιάζει οριζόντιες κινήσεις τον οφθαλμών.
Ταξινόμηση ICD-10 H81, R42
Ταξινόμηση ICD-9 438.85, 780.4
DiseasesDB 29286
eMedicine article/1159385
MeSH D014717

Ίλιγγος είναι η ψευδαίσθηση της κίνησης, που βιώνει ο ασθενής και αφορά είτε το σώμα του, είτε το περιβάλλον. Στην πρώτη περίπτωση αισθάνεται περιστροφή του σώματος, ώθηση, τάση για πτώση ή αιώρηση προς τα πλάγια, εμπρός, πίσω, πάνω ή κάτω. Στη δεύτερη περίπτωση έχει την ψευδαίσθηση κίνησης του περιβάλλοντος, ενώ ο ίδιος παραμένει ακίνητος. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ασθενής γνωρίζει ότι τα συμπτώματα αυτά είναι ψευδή και παρότι είναι ιδιαίτερα ενοχλητικά, δεν είναι επικίνδυνα. Ο ίλιγγος εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες, αλλά κυρίως στις μεγαλύτερες. Είναι 2-3 φορές συχνότερος στις γυναίκες από ότι στους άνδρες. Ο ίλιγγος διακρίνεται σε περιφερικής και κεντρικής αιτιολογίας. Συνηθέστερα είναι περιφερικής αιτιολογίας και οφείλεται σε παθήσεις του έσω ωτός ή του αιθουσαίου συστήματος. Συγκεκριμένα, το 93% των ασθενών με ίλιγγο πάσχουν από καλοήθη παροξυσμικό ίλιγγο θέσης, οξεία αιθουσαία νευρωνίτιδα ή νόσο του Meniere. Σ’ ένα μικρότερο ποσοστό είναι κεντρικής αιτιολογίας και οφείλεται σε βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος (σκλήρυνση κατά πλάκας, αγγειακά εμφράγματα ή αιμορραγίες του εγκεφάλου, όγκοι, αποστήματα εγκεφάλου, παρεγκεφαλίδας κ.α.). Επίσης μπορεί να οφείλεται σε ψυχογενή αίτια, παρενέργειες από φάρμακα (αμινογλυκοσίδες, αντιεπιληπτικά, αντιυπερταστικά, αντικαταθλιπτικά, διουρητικά, βαρβιτουρικά), ορθοστατική υπόταση, υπογλυκαιμία κ.α.

Ίλιγγος περιφερικής αιτιολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ασθενείς με ίλιγγο περιφερικής αιτιολογίας μπορεί να παρουσιάσουν ήπια εώς μέτρια αστάθεια, ναυτία, εμέτους, απώλεια ακοής, εμβοές και ωταλγία. Τα συμπτώματα υποχωρούν γρήγορα σε διάστημα ημερών έως λίγων εβδομάδων. Συχνά αίτια είναι τα ακόλουθα:

  • Καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσεως. Αφορά το 20% των περιπτώσεων ιλίγγου. Κύριο χαρακτηριστικό είναι τα σύντομα επεισόδια ιλίγγου, όταν αλλάζει απότομα η θέση της κεφαλής. Η υπαίτια θέση είναι η ύπτια, με την κεφαλή στραμμένη προς τα πλάγια, ώστε ο πάσχων λαβύρινθος να είναι προς τα κάτω. Ο ίλιγγος θέσεως οφείλεται στην μετακίνηση μικροσκοπικών κρυστάλλων, των ωτολίθων. Οι ωτόλιθοι είναι κρύσταλλοι ανθρακικού ασβεστίου, που βρίσκονται στο ελλειπτικό κυστίδιο του έσω ωτός και δημιουργούν συμπτώματα όταν μετατοπίζονται στους ημικυκλικούς σωλήνες του λαβυρίνθου. Ο ίλιγγος υποχωρεί, όταν οι ωτόλιθοι σταματήσουν να κινούνται, ενώ μπορεί να υποτροπιάζει περιοδικά. Η διάγνωση του ιλίγγου θέσεως γίνεται με το Dix-Hallpike test. Η θεραπεία του βασίζεται στην εφαρμογή του χειρισμού του Epley και του Semont.
  • Αιθουσαία νευρωνίτιδα. Πρόκειται για φλεγμονή του αιθουσαίου νεύρου, πιθανότατα στα πλαίσια ιογενούς λοίμωξης. Δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως η παθογένεια της νόσου, αλλά έχει ενοχοποιηθεί ο ιός του Απλού Έρπη (HSV-1). Χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εισβολή έντονου ιλίγγου, που συνοδεύεται από εμέτους και επιδεινώνεται με την κίνηση της κεφαλής. Συνήθως, διαρκεί από λίγες ημέρες έως 3 εβδομάδες. Δεν σχετίζεται με απώλεια ακοής, ενώ μπορεί να παρατηρηθεί οριζόντιος νυσταγμός κατά την κλινική εξέταση. Στο ιστορικό του ασθενούς, αναφέρεται συχνά πρόσφατη λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος.
  • Νόσος του Meniere. Είναι περιοδική νόσος και παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις. Η αιτιολογία της δεν είναι γνωστή. Σε επίπεδο παθοφυσιολογίας, χαρακτηρίζεται από αύξηση της ενδολέμφου και διάταση του υμενώδους λαβυρίνθου, γι αυτό και ονομάζεται και ενδολεμφικός ύδρωπας. Τα επεισόδια ιλίγγου συνοδεύονται απο βαρηκοΐα, εμβοές και αίσθημα πληρότητας ώτων. Η βαρηκοΐα παρουσιάζει διακυμάνσεις με επιδείνωση κατά τη διάρκεια των επεισοδίων και βελτίωση μετά το πέρας τους. Η διάρκεια του επεισοδίου είναι από 30 λεπτά έως 24 ώρες.
  • Αμφοτερόπλευρη δυσλειτουργία λαβυρίνθων. Είναι μια σπάνια διαταραχή η οποία μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη.
  • Διάσειση του λαβυρίνθου. Προκαλείται μετά από κάκωση της κεφαλής και ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει ταυτόχρονα κυμαινόμενη βαρηκοΐα και εμβοές.


Ίλιγγος κεντρικής αιτιολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκαλείται από κάποια βλάβη στα κέντρα ισορροπίας του κεντρικού νευρικού συστήματος, στην παρεγκεφαλίδα ή στο εγκεφαλικό στέλεχος. Δεν είναι τόσο έντονη η ψευδαίσθηση της κίνησης και τα σύνοδα συμπτώματα, όσο στην περίπτωση του περιφερικού ιλίγγου. Συνυπάρχει νευρολογική σημειολογία με κάθετο ή περιστροφικό νυσταγμό, και συχνά δυσαρθρία και διαταραχές της όρασης. Τα συμπτώματα παρουσιάζουν πολύ αργή βελτίωση ή παραμένουν σταθερά. Τα συχνότερα αίτια είναι τα ακόλουθα:

  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ισχαιμικό ή αιμορραγικό). Ο ίλιγγος εμφανίζεται αιφνίδια και μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες. Συνυπάρχει εστιακή νευρολογική σημειολογία. Επίσης, μπορεί να παρατηρηθεί μονόπλευρη απώλεια ακοής, όταν το επεισόδιο αφορά την πρόσθια κάτω παρεγκεφαλιδική αρτηρία ή την έσω ακουστική αρτηρία.
  • Όγκοι κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως ακουστικό νευρίνωμα. Το ακουστικό νευρίνωμα είναι ένας καλοήθης βραδέως εξελισσόμενος όγκος, που χαρακτηρίζεται από μονόπλευρη βαρηκοΐα, εμβοές και ίλιγγο. Η βαρηκοΐα είναι προοδευτική, αφορά στην αρχή κυρίως τις υψηλές συχνότητες και τελικά εξελίσσεται σε κώφωση. Η διάρκεια του ιλίγγου ποικίλει από 30 λεπτά έως μερικές εβδομάδες.
  • Ίλιγγος σχετιζόμενος με ημικρανία. Πρόκειται για επεισόδια ιλίγγου, που συνοδεύονται από φωτοφοβία, δυσανεξία στους ήχους, κυμαινόμενη βαρηκοΐα και εμβοές. Μπορεί να προηγείται του επεισοδίου οπτική αύρα (φωτεινές γραμμές στο οπτικό πεδίο).
  • Πολλαπλή σκλήρυνση. 20% των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση εμφανίζουν επεισόδια ιλίγγου. Ο ίλιγγος συνοδεύεται από νευρολογικά συμπτώματα, ενώ εισβάλλει αιφνίδια. Οφείλεται σε απομυελίνωση των κέντρων ισορροπίας στον εγκέφαλο.

Διαγνωστική διερεύνηση ιλίγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαιτείται εξειδικευμένος νευροωτολογικός και ακοολογικός έλεγχος. Κατά την κλινική εξέταση, γίνεται πρόκληση των αιθουσο-νωτιαίων και των αιθουσο-οφθαλμικών αντανακλαστικών και εκτελείται η δοκιμασία του ιλίγγου θέσεως, δηλαδή το Dix-Hallpike test. Επίσης πραγματοποιούνται οι δοκιμασίες πρόκλησης ιλίγγου, ώστε να εντοπιστεί το σύστημα που έχει υποστεί βλάβη: οπτικό, αιθουσαίο, παρεγκεφαλιδικό, σωματοαισθητικό. Απαραίτητα ακολουθεί ακοολογικός έλεγχος, δηλαδή ακοόγραμμα για τον έλεγχο της ακοής, τυμπανόγραμμα για τον έλεγχο του μέσου ωτός, ωτοακουστικές εκπομπές για τη λειτουργία των τριχωτών κυττάρων του κοχλία και ακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους για την εξέταση της αγωγιμότητας του ακουστικού νεύρου. Έπειτα, εκτελείται ηλεκτρονυσταγμογραφία με θερμικό διακλυσμό που μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργία του οπισθίου λαβυρίνθου και μας κατευθύνει στην ανεύρεση του πάσχοντος λαβυρίνθου. Η δυναμική ισορροπομετρία ενδείκνυται σε κάποιες περιπτώσεις, προκειμένου να εντοπιστεί το σύστημα ισορροπίας που πάσχει.


Αντιμετώπιση ιλίγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ίλιγγος αντιμετωπίζεται με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής, ασκήσεων αιθουσαίας αντιρρόπησης και σε κάποιες περιπτώσεις με χειρουργική επέμβαση.

Φαρμακευτική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην οξεία φάση, τα φάρμακα που χορηγούνται είναι αντιισταμινικά, αντιεμετικά και κατασταλτικά του λαβυρίνθου, με σκοπό να βελτιώσουν τα συμπτώματα. Η χρόνια χρήση τους όμως, μπορεί να προκαλέσει την επιδείνωσή τους, καθώς εμποδίζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα από την ανάπτυξη μηχανισμών αντιρρόπησης της βλάβης.

Θεραπεία ιλίγγου με αιθουσαία αντιρρόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικό ποσοστό ασθενών, που πάσχουν από επεισόδια ιλίγγου μεγάλης διάρκειας, δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική αγωγή, αλλά βελτιώνονται με τις ασκήσεις αιθουσαίας αντιρρόπησης. Εφαρμόζεται σε διάφορες παθήσεις του λαβυρίνθου όπως: καλοήθη παροξυσμικό ίλιγγο θέσεως, μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη υπαισθησία, συνοδευόμενη με νόσο του Meniere, αιθουσαία νευρωνίτιδα, λαβυρινθίτιδα. Η θεραπεία του ιλίγγου με αιθουσαία αντιρρόπηση περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα ασκήσεων, που στοχεύει στην πρόκληση αντιστάθμισματος, μέσω του κεντρικού νευρικού συστήματος. Συγκεκριμένα, όταν ο λαβύρινθος πάσχει, δεν δίνει στον εγκέφαλο τις σωστές πληροφορίες κίνησης και ισορροπίας, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ιλίγγου, αστάθειας και άλλων συμπτωμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο εγκέφαλος προσαρμόζεται αυτόματα μέσω της αιθουσαίας αντιρρόπησης και έτσι οι ασθενείς αναρρώνουν χωρίς εξωτερική παρέμβαση. Σε αντίθετη περίπτωση, εφαρμόζεται το πρόγραμμα ασκήσεων αιθουσαίας αντιρρόπησης, που στοχεύει στην εκπαίδευση του εγκεφάλου, ώστε να αναγνωρίζει και να επεξεργάζεται σήματα από το λαβύρινθο σε αρμονική συνεργασία με τα μάτια και το ιδιοδεκτικό σύστημα (μύες, αρθρώσεις). Αυτό επιτυγχάνεται με την απευαισθητοποίηση του συστήματος ισορροπίας από τις κινήσεις, που προκαλούν τον ίλιγγο. Τα αποτελέσματα των ασκήσεων αιθουσαίας αντιρρόπησης φαίνονται άμεσα, με βελτίωση της ισορροπίας, του ιλίγγου και των συνοδών συμπτωμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν χρειάζεται επιπλέον φαρμακευτική θεραπεία. Σπανιότερα, είναι δυνατό να παρατηρηθεί αρχικά παροδική επιδείνωση του ιλίγγου, μέχρι να επιτευχθεί η προσαρμογή του εγκεφάλου και του σώματος στον καινούριο τρόπο κινήσεων.

Χειρουργική αντιμετώπιση ιλίγγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπάνια επιτυγχάνεται η θεραπεία του ιλίγγου με χειρουργικές μεθόδους. Εξαίρεση αποτελεί η Νόσος Meniere, όπου μπορεί να γίνει επέμβαση στον ενδολεμφικό σάκο, ή διατομή του αιθουσαίου νεύρου, ή λαβυρινθεκτομή.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]