Ζάλευκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζάλευκος

Ο Ζάλευκος ήταν νομοθέτης που φέρεται να έζησε τον 7ο π.Χ. αιώνα στους Επιζεφύριους Λοκρούς στην Κάτω Ιταλία. Για τη ζωή του υπάρχουν λίγες και αντιφατικές πληροφορίες με αποτέλεσμα από την αρχαιότητα να έχουν εκφραστεί αμφιβολίες για το αν ήταν πραγματικό ή μυθικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, που ίσως ανάγεται σε μεταγενέστερους δημοκρατικούς κύκλους (4ος π.Χ. αιώνας), η Αθηνά υπαγόρευσε τους νόμους στο Ζάλευκο την ώρα που κοιμόταν. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Ζάλευκος ανήκε στον κύκλο των Πυθαγόρειων ενώ σύμφωνα με νεότερη παράδοση καταγόταν από ευγενή οίκο της Κάτω Ιταλίας.

Ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα ο Τίμαιος είχε υποστηρίξει ότι ο Ζάλευκος δεν υπήρξε ποτέ και ότι ήταν δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Την ίδια άποψη υποστήριξαν και νεώτεροι επιστήμονες όπως ο Richard Bentley και Karl Julius Beloch, ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι το όνομα Ζάλευκος προέρχεται από το φως (ζάλευκος=διάλευκος, πολύ λευκός, φωτεινός) και θεωρεί ότι έχει θρησκευτική υφή.

Η νομοθεσία του Ζάλευκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέραν της αμφισβήτησης της ύπαρξης του προσώπου του Ζάλευκου, αμφισβητείται και η χρονολογία σύνταξης των νόμων. Πιο κοντά στην αλήθεια φαίνεται να είναι η θέση του Ευσέβιου ότι συντάχθηκαν το 663/662 π.Χ. Ήδη πάντως από την αρχαιότητα οι νόμοι του Ζάλευκου θεωρούνταν οι πρώτοι γραπτοί νόμοι των Ελλήνων. Το πρωτότυπο κείμενο της νομοθεσίας δεν έχει σωθεί.

Επιδιώκοντας ο Ζάλευκος την νομοθετική σταθερότητα συμπεριέλαβε στην νομοθεσία του διατάξεις που εμπόδιζαν τις νομοθετικές αλλαγές και κατ επέκταση τις κοινωνικές αλλαγές. Χαρακτηριστικά η μεταβολή των νόμων επιτρεπόταν μεν αλλά με κεφαλικό κίνδυνο δηλαδή καθένας που ήθελε να προτείνει έναν νέο νόμο ή μια αλλαγή σε ήδη υπάρχοντα νόμο έπρεπε να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου της πόλης και σε περίπτωση που αυτό ψήφιζε ενάντια στην πρόταση του αμέσως έχανε τη ζωή του.

Στο Ποινικό δίκαιο καθιερώθηκε η αρχή του αντιπεπονθότος (της ανταπόδοσης) και αφαιρέθηκε από τους δικαστές η εξουσία να ορίζουν οι ίδιοι την ποινή για κάθε αδίκημα. Έτσι έληξε το καθεστώς αυθαιρεσίας που επικρατούσε μέχρι τότε, αφού ο δικαστής δεν μπορούσε πλέον να τιμωρεί κατά βούληση. Ως προς το φόνο δεν υπήρχαν ιδιαίτερες ρυθμίσεις καθώς τότε θεωρούταν ιδιωτική υπόθεση που αφορούσε τον οίκο του θύματος.

Επιδιώκοντας ο Ζάλευκος την νομοθετική σταθερότητα συμπεριέλαβε στην νομοθεσία του διατάξεις που εμπόδιζαν τις νομοθετικές αλλαγές και κατ επέκταση τις κοινωνικές αλλαγές. Χαρακτηριστικά η μεταβολή των νόμων επιτρεπόταν μεν αλλά με κεφαλικό κίνδυνο δηλαδή καθένας που ήθελε να προτείνει έναν νέο νόμο ή μια αλλαγή σε ήδη υπάρχοντα νόμο έπρεπε να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου της πόλης και σε περίπτωση που αυτό ψήφιζε ενάντια στην πρόταση του αμέσως έχανε τη ζωή του. Επίσης, νόμος απαγόρευε την είσοδο κάποιου που ήταν οπλισμένος στη Γερουσία.

Η γη ήταν αναπαλλοτρίωτη και η αγοραπωλησία της επιτρεπόταν μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους. Απαγορευόταν η ύπαρξη μεταπρατών γεωργικών προϊόντων καθώς η έννομη τάξη δεν έβλεπε θετικά την προοπτική δημιουργίας τάξης εμπόρων. Ως προς το δάνειο προτιμήθηκε η απόδειξη με μάρτυρες και απαγορεύτηκε το δάνειο με έγγραφο.

Ο Ζάλευκος ήταν ιδιαίτερά απαιτητικός στην αυστηρή εφαρμογή των νόμων, άσχετα με την κοινωνική ή δημόσια θέση του καθενός. Αναφέρεται ότι όταν ο γιος του καταδικάστηκε σε τύφλωση για μοιχεία , ο Ζάλευκος δε ζήτησε να μην εκτελεστεί η ποινή, πρότεινε όμως να αφαιρεθεί ένα μάτι από τον ίδιο και ένα από το γιο του.

Η νομοθεσία του Ζάλευκου χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και επέδρασε στην ρωμαϊκή νομοθεσία και στο Δωδεκάδελτο.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ.21