Επώνυμο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ένα όνομα της οικογένειας (στις Δυτικές κοινωνίες συχνά αναφέρεται ως επώνυμο [Last Name]) είναι ένας τύπος του επωνύμου [surname] και μέρος του ονόματος ενός προσώπου που αναφέρει την οικογένεια στην οποία ανήκει το άτομο. Η χρήση των επωνύμων είναι διαδεδομένη σε πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο. Κάθε πολιτισμός έχει τους δικούς του κανόνες ως προς το πώς αυτά τα ονόματα εφαρμόζονται και χρησιμοποιούνται.

Σε πολλούς πολιτισμούς (κυρίως Ευρώπης-Αμερικής, Μέσης Ανατολής, Νότιας Ασίας και Αφρικής) το όνομα της οικογένειας είναι συνήθως το τελευταίο μέρος του ονόματος ενός ατόμου. Σε άλλους πολιτισμούς, το όνομα της οικογένειας προηγείται. Το τελευταίο συχνά αποκαλείται Ανατολική σειρά επειδή οι Ευρωπαίοι είναι πιο εξοικειωμένοι με τα παραδείγματα από την Ανατολική Ασία, ειδικότερα την Κίνα, την Κορέα, την Ιαπωνία και το Βιετνάμ. Δεδομένου ότι τα οικογενειακά ονόματα συνήθως τοποθετούνται τελευταία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ο όρος επώνυμο [last name] χρησιμοποιείται συνήθως για το όνομα της οικογένειας.

Τα οικογενειακά ονόματα πιο συχνά χρησιμοποιούνται για να αναφερθούν σε έναν ξένο ή σε μια επίσημη αναφορά και χρησιμοποιούνται συχνά με ένα τιμητικό τίτλο όπως ο κος, κα, Δεσποινίς, Dr και ούτω καθεξής. Γενικά, το όνομα, ή το προσωπικό όνομα (given name, first name, forename, or personal name) είναι αυτό που χρησιμοποιείται από τους φίλους, την οικογένεια και σε άλλες περιπτώσεις για να απευθυνθούμε σε ένα άτομο. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί από κάποιον που είναι κατά κάποιο τρόπο ανώτερος από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Η πρακτική αυτή διαφέρει επίσης μεταξύ των πολιτισμών, βλέπε την διάκριση στην τηλεόραση.

Σε αυτό το άρθρο, το επώνυμο (family name και surname) νοείται το πατριαρχικό επώνυμο(patrilineal) (κυριολεκτικά, της γραμμής του πατέρα), που δίνεται ή κληρονομείται από την γραμμή του πατέρα, εκτός αν ρητά αναφέρεται το αντίθετο. Έτσι, ο όρος "μητρικό επώνυμο", σημαίνει το επώνυμο της μητέρας κάποιου που η μητέρα το κληρονόμησε από τόν ένα ή και τους δύο γονείς της. Το "Μητριαρχικό επώνυμο" ή "επώνυμο από την πλευρά της μητέρας", που δίνεται ή κληρονομείται από την γραμμή της μητέρας, αντιμετωπίζεται σε δικό του εντελώς χωριστό άρθρο, προκειμένου να αποφευχθεί να περιπλέξει το μεγάλο αυτό το άρθρο για το Επώνυμο. Δείτε Μητριαρχικό επώνυμο.

Το επώνυμο είναι μέρος του όνοματος ενός προσώπου. Το επώνυμο (σε αντίθεση με το όνομα) δεν επιλέγεται από τους γονείς, αλλά δημιουργείται με βάση κάποιους κανόνες. Συνήθως περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα επώνυμα των γονέων. Αυτοί οι κανόνες διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή. Ένα Επώνυμο για την καταγραφή ενός σημαντικού προσώπου στην Βικιπαίδεια συνοδεύεται από το Όνομα (για την αποφυγή συνωνυμίας).

Μόνο του μπορεί να αποτελεί:

1. Αναφορά στην δημιουργία (πως δημιουργήθηκε, ετυμολογία, ρίζα, παραφθορά) και την ιστορία ενός επωνύμου.

2. Διακλάδωση σε Ονοματεπώνυμα σημαντικών προσώπων που περιλαμβάνονται σε ξεχωριστές σελίδες της Βικιπαίδειας.

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σημερινή εποχή στην Ελλάδα, οι Έλληνες έχουν σαν επώνυμο εκείνο του πατέρα τους, οι μεν άνδρες στην ίδια μορφή, ενώ οι γυναίκες στη γενική του αρσενικού.

Οι παντρεμένες γυναίκες μπορούν, αν το επιθυμούν, να χρησιμοποιούν το επώνυμο του συζύγου τους, είτε μόνο του είτε μαζί με το επώνυμο του πατέρα τους. Παλαιότερα στην ταυτότητα της γυναίκας αναφερόταν μόνο το επώνυμο του συζύγου. Με την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας (με ελληνικούς και αγγλικούς χαρακτήρες) παραμένει το επώνυμο του πατέρα και μετά τον γάμο.

Τα παιδιά παίρνουν το επώνυμο που έχουν αποφασίσει οι γονείς στην ληξιαρχική πράξη γάμου από το επώνυμο του πατέρα, της μητέρας ή και τα δύο.

Η αλλαγή επωνύμου απαιτεί ειδική διαδικασία, με δημοσίευση σε εφημερίδα και δικαστική απόφαση.

Επί τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, λόγω ατελούς λειτουργίας των ληξιαρχείων, τα ονόματα άλλαζαν με βάση τα υποκοριστικά ή προσονύμια (παρατσούκλια) που χρησιμοποιούνταν για να ξεχωρίσουν άτομα με ίδια ονόματα και που οι άνθρωποι υιοθετούσν σα δικά τους ονόματα. Συνήθης περίπτωση ήταν να υιοθετηθεί το επάγγελμα (για παράδειγμα, Ράπτης, Τσαγκάρης).

Κατά τα Βυζαντινά χρόνια, οι γυναίκες είχαν το επώνυμο τους στην ονομαστική του θηλυκού. Παραδείγματα:

Στην αρχαία Μακεδονία, όπως φαίνεται από τις στήλες των τάφων της Βεργίνας, οι άνθρωποι έπαιρναν σαν επώνυμο το όνομα του πατέρα τους στη γενική.

Ο πιο πάνω κανόνας χρησιμοποιόταν και από τους περισσότερους Κυπρίους κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας καθώς και κατά το μεγαλύτερο μέρος της αγγλοκρατίας. Στη σημερινή εποχή, ισχύει ότι και στην Ελλάδα, με αρκετά άτομα να έχουν προσθέσει τις καταλήξεις κυρίως -ιδης ή -αδης κι έτσι στους άνδρες τα επώνυμα να είναι στην ονομαστική.

Ισπανία & Μεξικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ισπανία και στο Μεξικό, οι άνθρωποι έχουν δύο επώνυμα. Το πρώτο είναι το πρώτο του πατέρα τους και το δεύτερο το πρώτο της μητέρας τους. Οι παντρεμένες γυναίκες μπορούν, αν το επιθυμούν, να αντικαταστήσουν το δεύτερο τους επώνυμο με το πρώτο του συζύγου τους.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δικάιος Βαγιακάκος, «Η επίδρασις του δημοσίου και ιδιωτικού βίου εις τον σχηματισμόν των ελληνικών επωνύμων», Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Ε' Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο-Πρακτικά, Αθήνα, 1984, σελ.109-150