Δώρα Δίστρια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Δώρα Δίστρια. Πίνακας του Petre Mateescu

Η Δώρα Δίστρια (1828 - 1888) υπήρξε Ρουμάνα, συγγραφέας του 19ου αιώνα και φιλελληνίς.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δώρα Δίστρια -φιλολογικό ψευδώνυμο[1] της Elena Ghica- γεννήθηκε το 1828 στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Η καταγωγή της ήταν από την αλβανικής (ή κατά άλλους Βλάχικης) καταγωγής φαναριώτικο οίκο των Γκίκα, από τον οποίο προέρχονταν πολλοί ηγεμόνες σε Βλαχία και Μολδαβία μεταξύ 1760 και 1821. Ο πατέρας της ήταν ο Mihai Ghica, μεγάλος βάνος (διοικητής) της Κραϊόβας και αργότερα υπουργός εσωτερικών (απόγονος του Αλβανού (ή Βλάχου) Gheorghe Ghica από το Ζαγόρι) και η μητέρα της η ελληνικής καταγωγής ρουμάνα πριγκίπισσα Αικατερίνη Φωκά. Η Ελένη είχε άλλα πέντε αδέλφια, δύο κορίτσια (τη Σοφία και την Όλγα) και τρία αγόρια (τον Ματθαίο, Βλαδίμηρο και Γεώργιο).[2]. Το 1849 παντρεύεται τον Ρώσο πρίγκιπα Κολτσόφ-Μασάλσκι με τον οποίο πηγαίνει να ζήσει στην Πετρούπολη. Εκεί κάνει ταξίδια, ζωγραφίζει και γράφει. Το 1854 η Αυτοκρατορική Ακαδημία Καλών Τεχνών την βραβεύει με το αργυρό μετάλλιο για το έργο της Έλατο και φοίνικας, εμπνευσμένο από ένα πόημα του Χάινριχ Χάινε.[3] Μετά πέντε χρόνια εγκαταλείπει το σύζυγό της, με τον οποίο δεν είχε αποκτήσει παιδιά, και τη Ρωσία και κάνει διάφορα ταξίδια στην Ευρώπη: Βέλγιο, Ελβετία για να καταλείξει το 1871 στη Φλωρεντία. Σ΄αυτήν την πόλη θα γνωρίσει τον πολύ νεότερό της Άγγελο ντε Κουμπερνάτις, καθηγητή των ανατολικών γλωσσών, με τον οποίο και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της.[4]

Μόρφωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προερχόταν από ένα οικογενειακό περιβάλλον με δημοκρατικές αντιλήψεις και αγάπη για τα γράμματα ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο: ο πατέρας της ήταν από τους πρώτους που είχε υιοθετήσει τη δυτική ενδυμασία και ενδιαφερόταν για τις αρχαιολογικές μελέτες, ενώ η μητέρα της ήταν η πρώτη γυναίκα στη Βλαχία η οποία έγραψε στη ρουμανική γλώσσα, «ένα υπόδειγμα που συνδύαζε τη γυναικεία χειραφέτηση με τον γλωσσικό εθνικισμό»[5] Ακολουθώντας το αρχαιοελληνικό πρότυπο αγωγής μέσα στην οικογένειά της ασκείτο και σωματικά μαθαίνοντας κολύμπι στον Δούναβη[6] Εξοικειώθηκε σύντομα με τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, την ελληνική μυθολογία και ιστορία και τις ευρωπαϊκές γλώσσες: τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα ρώσικα.[7]

Το φιλελληνικό της έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το συγγραφικό της έργο, άρθρα σε ευρωπαϊκά έντυπα και βιβλία υποστήριξε κάθε ελληνική υπόθεση και ενημέρωσε την κοινή γνώμη σε μια εποχή δημιουργίας ενός κύματος ανθελληνισμού. Το εκτενές έργο της δείχνει πως υιοθετούσε πλήρως τη φιλελληνική θεώρηση της σύγχρονης Ελλάδας ως συνέχειας της αρχαίας από κάθε άποψη.[8] Έτσι για παράδειγμα με τις εργασίες της για τα Ιόνια νησιά, υποστήριξε την ελληνικότητά τους και την ως εκ τούτου αναγκαιότητα απόδοσής τους στην Ελλάδα. Όταν ξεσπά η Κρητική Επανάσταση του 1866 εφοδιάζει τους εξεγερμένους με όπλα[9] Ενώ με την εργασία της για τα δημοτικά τραγούδια προβάλει τη συνέχεια με την αρχαία Ελλάδα: οι ήρωές τους, οι Κλέφτες, ισχυρίζεται «είναι νέοι άνδρες, οι οποίοι από πολλές απόψεις μοιάζουν με περισσότερο με τους ρωμαλέους συντρόφους του Αχιλλέα, παρά με τους φοβισμένους υπηκόους του τελευταίου Κωνσταντίνου»[10]

Τιμητικές αναγνωρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γλύπτες αδελφοί Φυτάλη φιλοτεχνούν την προτομή της. Η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία την ανακηρύσσει στις 23 Μαΐου 1860 επίτιμο εταίρο της-τίτλος που απονεμόταν πρώτη φορά σε γυναίκα. Το 1867 της απονεμήθηκε ο τίτλος του επίτιμου Έλληνα πολίτη.[11] Ο δήμος Αθηναίων έχει δώσει το όνομά της σε έναν δρόμο του Ευαγγελισμού.

Η αλβανική προέλευση της οικογένειας Γκίκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1673 ο Λεοπόλδος ο 1ος  (ή Leopold Ignaz Joseph Balthasar Felician όπως ήταν ολόκληρο το όνομα του), βασιλιάς της Ουγγαρίας, της Βοημίας, της Κροατίας και Αρχιδούκας της Αυστρίας, έδωσε τον τίτλο ‘Πρίγκηπας της ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας’ στον Grigore II Ghica. Ποια ήταν όμως η οικογένεια Γκίκα; Η οικογένεια Γκίκα (στα ρουμανικά: Ghica, στα αλβανικά: Gjika) ήταν μία μεγάλη οικογένεια της Ρουμανίας, τα μέλη της οποίας είχαν διασπαρεί στη Βλαχία, Μολδαβία και το Βασίλιο της Ρουμανίας. Η προέλευση της οικογένειας δεν είναι ξεκάθαρη. Ορισμένοι, όπως ο Paul Cernovodeanu (La Famille Ghika court historique) και ο Charles Francis Richardson (The International Cyclopedia: A Compendium of Human Knowledge, Rev. with Large Additions, Volume 6, 1898), τη θεωρούν αλβανικής καταγωγής, ενώ άλλοι, όπως ο Liviu Bordaș (Dor de Dunăre şi alte nostalgii cosmopolite - Preţul cosmopolitismului, Observator Cultural, No. 437, August, 2008), τη θεωρούν βλάχικης καταγωγής.

Σύμφωνα με έναν θρήλο (Legend XXXVII, O sama de cuvinte), στον οποίο όμως αναφέρονται πολλές ιστορικές ανακρίβειες και αναχρονισμοί, που διαδόθηκε από τον Μολδαβό χρονικογράφο Ion Neculce, δύο φτωχά παιδιά που αργότερα έγιναν διάσημοι, συναντήθηκαν στο ταξίδι τους προς την Κωνσταντινούπολη και υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον αμοιβαία υποστήριξη στο μέλλον. Ο ένας ήταν ο Arbëreshë (Αλβανός ή αλβανόφωνος) Gheorghe Ghica (στα αλβανικά Gjergji Gjika), ιδρυτής της οικογένειας Γκίκα, ενώ ο άλλος ήταν ένας "Τουρκοκύπριος", ο ιδρυτής της οικογένειας Köprülü. Οι Köprülü (ή Kypriljoti) όμως δεν ήταν Τουρκοκύπριοι αλλά Αλβανοί από την πόλη Βέλες (κοντά στα Σκόπια). Στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το Βέλες μετονομάστηκε σε Κιοπρουλού, ενώ στα χρόνια του Κομμουνισμού σε Τίτοβ Βέλες. Ο Gheorghe Ghica ήταν γιος του Matei Ghica από το Ζαγόρι, ο οποίος μαζί με τον γιο του μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αργότερα ο Gheorghe Ghica μετανάστευσε στη Μολδαβία, όπου σταδιακά κατάφερε να εισέλθει στην τάξη των ευγενών και απέκτησε την εύνοια του αλβανικής καταγωγής πρίγκηπα της Μολδαβίας Vasile Lupu.

Ο Vasile LupuVasil Koci όπως ήταν το πραγματικό του ονοματεπώνυμο) ήταν βοεβόδας (δηλαδή πρίγκηπας) της Μολδαβίας στα 1634-1653. Γεννήθηκε το 1595 στο Arbanasi, ένα αλβανικό χωριό στη Βουλγαρία. Ήταν γιος του Nikollë Koci, ενός Αλβανού από την Ήπειρο, ο οποίος μαζί με άλλους Αλβανούς μισθοφόρους, κατέφυγε στο Arbanasi. Ο Vasile, που πήρε αργότερα το παρατσούκλι ‘Lupu’ (λύκος), εισήγαγε το πρώτο κωδικοποιημένο σύνταγμα στη Μολδαβία το 1646, στο Iaşi (Ιάσιο). Το σύνταγμα ήταν γνωστό ως ‘Carte româneascǎ de învăţătură’ (Ρουμανική χάρτα/βιβλίο της γνώσης) ή και ως ‘Pravila lui Vasile Lupu’ (Κώδικας του Vasile Lupu). Οι απόγονοι της οικογένειας Κότσι ενώθηκαν μέσω γάμου με άλλες αριστοκρατικές οικογένειες της Μολδαβίας, όπως οι Bucioc, Boulesti και Abazesti. (Susana Andea (2006). History of Romania: compendium. Romanian Cultural Institute και Nicolae Iorga, Byzance après Byzance: continuation de l'histoire de la vie byzantine, Bucarest, 1935)

Απ’ την άλλη, ορισμένα μέλη της οικογένειας Ghica προέβαλαν μία Βλάχικη εθνική συνείδηση. Για παράδειγμα τα μέλη της οικογένειας που είχαν καταφύγει και ζούσαν στην Αυστρία, ετεροπροσδιορίζονταν ως Βλάχοι. Γνωρίζουμε επίσης ότι στα σχέδια του Grigore III Ghica ήταν να ανοίξει βλάχικα σχολεία, στις περιοχές των Βαλκανίων που ήταν υπό Οθωμανική κυριαρχία.(Liviu Bordaș, Dor de Dunăre şi alte nostalgii cosmopolitePreţul cosmopolitismului, Observator Cultural, No. 437, August, 2008)

Μέχρι το 1777 - χρονιά κατά την οποία ο Grigore III Ghica δολοφονήθηκε επειδή αντιτέθηκε στην προσάρτηση της Μπουκοβίνα (Буковина), περιοχή που σήμερα μοιράζεται ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρουμανία, από τους Αψβούργους - άλλα από τα μέλη της οικογένειας Γκίκα ήταν επηρεασμένοι από τη ρουμανική ταυτότητα και άλλοι είχαν εξελληνισθεί (υιοθετόντας την ελληνο-φαναριότικη ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη).

Η ιστορία και η φήμη της οικογένειας, όπως και οι θεωρούμενες αλβανικές της ρίζες, είναι περισσότερο γνωστές στο δυτικό κοινό από το βιβλίο της Elena GhicaGli Albanesi in Rumenia. Storia dei principi Ghika’ (Οι Αλβανοί στη Ρουμανία. Η ιστορία των πριγκίπων Γκίκα). Η Dora d'Istria (ψευδόνυμο της Elena Ghica), υιοθέτησε τη θεωρία της αλβανικής καταγωγής του ιδρυτή της οικογένειας, αν και στην αρχή είχε μια φιλελληνική συμπεριφορά, λόγω της ελληνικής καταγωγής της μητέρας της Αικατερίνης Φωκά και λόγω του Έλληνα δασκάλου της, Γρηγορίου Παπαδόπουλου. Άρχισε να μελετάει την αλβανική ιστορία και τελικά έγινε - κυρίως από το 1866 και μετά - ο κύριος υποστηρικτής στη δυτική Ευρώπη του αλβανικού ζητήματος, παρόλο που ποτέ δεν έμαθε την αλβανική γλώσσα. Το βιβλίο της ‘Gli Albanesi in Rumenia. Storia dei principi Ghika’ που εκδόθηκε το 1873 στη Φλωρεντία, κάνοντας την οικογένεια της να την αποκληρώσει, κατάφερε να μετατοπίσει την αντίληψη του κοινού προς την θεωρία της αλβανικής καταγωγής της οικογένειας και προς τον εξοβελισμό της βλάχικης θεωρίας.

Του βιβλίου προηγήθηκαν μία σειρά από άρθρα σχετικά με τα έθνη της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης και της μάχης τους για ανεξαρτησία. Μετά από άρθρα για τη ρουμανική (1859), την ελληνική (1860) και τη σερβική εθνική ταυτότητα (1865), η Dora d'Istria εξέδοσε το 1866 ένα άρθρο με τίτλο ‘Η αλβανική ταυτότητα σύμφωνα με τα λαϊκά τραγούδια’. Η μελέτη αυτή μεταφράστηκε στα αλβανικά το 1867 από τον Arbëreshë (Αλβανό της Ιταλίας) πατριώτη Dhimitër Kamarda και ως πρόλογο είχε ένα ποίημα με επαναστατικό περιεχόμενο, που γράφτηκε από έναν Αλβανό συγγραφέα ο οποίος με αυτό απευθυνόταν στους συμπατριώτες του, καλώντας τους να επαναστατήσουν εναντίον των Οθωμανών (Nathalie Clayer, Origins of Albanian nationalism, Karthala, Paris, 2007, p.209)

Έτσι λοιπόν, η Dora d'Istria έγινε διάσημη στους αλβανικούς εθνικιστικούς κύκλους, τα μέλη των οποίων δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα της ώστε να κερδίσουν υποστήριξη για το θέμα τους. Αυτό έγινε δεκτό και καλλιεργήθηκε και από την ίδια την d'Istria, η οποία διατηρούσε τακτική επικοινωνία και αλληλογραφία με αρκετούς Αλβανούς πατριώτες, όπως ο Kamarda και ο Jeronim de Rada. Μετά την έκδοση του ‘Gli Albanesi in Rumenia…’, οι Αλβανοί εθνικιστές στην Ιταλία ανακήρυξαν την Elena Ghica ως την μη εστεμμένη βασίλισσα της Αλβανίας. Στο τέλος αυτού του αιώνα, ένα άλλο μέλος της οικογένειας Γκίκα, ο αριστοκράτης και συγγραφέας Albert Ghica, διεκδίκησε τον αλβανικό θρόνο. (Liviu Bordaș, Dor de Dunăre şi alte nostalgii cosmopolite - Preţul cosmopolitismului, Observator Cultural, No. 437, August, 2008)

Η D'Istria ήταν πολύ καλή ζωγράφος. Ήταν μέλος πολλών εκπαιδευτικών συλλόγων, όπως η Ιταλική Ακαδημία. Είχε ανακηρυχθεί ως επίτιμη πολίτης από το Κοινοβούλιο της Ελλάδας και ως επίτιμη δημότης από ορισμένες ιταλικές πόλεις. Ήταν καλή κολυμβήτρια, και ασχολούνταν επίσης με την ορειβασία. Είχε κάνει μία αναρρίχηση στο βουνό Blanc στις 1 Ιουνίου του 1860, την οποία είχε περιγράψει στο βιβλίο της ‘La Suisse allemande’.

Πέθανε στη Φλωρεντία στις 17 Νοεμβρίου του 1888.

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έγραψε πάρα πολλά βιβλία, από τα οποία μερικά είναι:

  • Ο Μοναστηριακός Βίος εν τη Ανατολική Εκκλησία
  • Η γερμανική Ελβετία και η ανάβαση στο Movx
  • Στις όχθες των Ελβετικών λιμνών
  • Στις γυναίκες από μια γυναίκα
  • Αι Γυναίκαις εν τη Ανατολή (αρχικά εκδόθηκε στα γαλλικά στη Ζυρίχη το 1859 και το 1862 σε ελληνική μετάφραση από την Αιμιλία Σκουζέ)
  • Εκδρομές στη Ρούμελη και στο Μωριά
  • Η Ελληνική εθνότης μέσα από τα δημοτικά τραγούδια
  • Η Ελληνική ποίηση στα Ιόνια νησιά
  • Τα Ιόνια νησιά υπό τη δεσποτεία της Ενετίας και την Αγγλική προστασία.

Εξέδωσε επίσης τα μυθιστορήματα ‘Fylétia e Arbenoré prèj Kanekate laoshima’ - Λιβόρνο 1867 - και ‘Gli Albanesi in Rumenia’, ιστορία της οικογένειας της, της οικογένειας Γκίκα, από τον 17ο ως τον 19ο αιώνα (η 2η έκδοση στη Φλωρεντία το 1873)

Επίσης συνεργάστηκε με τα περιοδικά, Επιθεώρησις των δύο κόσμων, (γαλλικό), Δίκαιον (ιταλικό), Ανατολικός Μηνύτωρ, τα αθηναϊκά Έσπερος, Θεατής, Ελπίδα, Πανδώρα και το Κωνσταντινουπολίτικο Ευριδίκη και το Σμυρναίικο Ο Μέντωρ.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το πήρε από το ποτάμι της πατρίδας της, τον Ίστρο, Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.34
  2. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.30-31
  3. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.33, 39 υποσ.9
  4. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.33-35
  5. Michael Herzfeld, Πάλι δικά μας. Λαογραφία, Ιδεολογία και διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, μτφρ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σελ.104
  6. Κάτι που αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο όταν το 1854 έπεσε σε μια λίμνη και έσωσε από βέβαιο πνιγμό την γκουβερνάντα της αδελφής της. Michael Herzfeld, Πάλι δικά μας. Λαογραφία, Ιδεολογία και διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, μτφρ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σελ.104
  7. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.32
  8. Michael Herzfeld, Πάλι δικά μας. Λαογραφία, Ιδεολογία και διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, μτφρ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σελ. 106
  9. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.36-37
  10. Michael Herzfeld, Πάλι δικά μας. Λαογραφία, Ιδεολογία και διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, μτφρ. Μαρίνος Σαρηγιάννης, εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2002, σελ. 108
  11. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.37
  12. Ίριδα Αυδή-Καλκάνη, «Ντόρα ντ΄Ίστρια (Ελένη Γκίκα)», στο Συλλογικό: Γυναίκες φιλέλληνες, Ε Ιστορικά, τ/χ.228 (18 Μαρτίου 2004), σελ.34 κ.εξ

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα