Δικτυοερυθροκύτταρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δικτυοερυθροκύτταρο
Ερυθροκύτταρο

Τα δικτυοερυθροκύτταρα (αγγλ. reticulocytes) είναι ανώριμα ερυθροκύτταρα (ερυθρά αιμοσφαίρια). Προέρχονται από τους οξύφιλους (ορθοχρωματικούς) ερυθροβλάστες έπειτα από την απώλεια του πυρήνα (ελλ. αποπυρήνωση, αγγλ. enucleation) των τελευταίων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ερυθροποίησης. Συνεπώς, όπως και τα ερυθροκύτταρα, τα δικτυοερυθροκύτταρα δεν διαθέτουν πυρήνα. Έπειτα από στάδια ανάπτυξης και ωρίμανσης στον μυελό των οστών εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος όπου επί περίπου 24 ώρες συνεχίζουν να διαφοροποιούνται έως ότου μετατραπούν σε ώριμα ερυθροκύτταρα. Ονομάζονται δικτυοερυθροκύτταρα λόγω της παρουσίας στο κυτταρόπλασμά τους ενός δικτύου ριβοσωματικού RNA (rRNA). Το δίκτυο αυτό καθίσταται ορατό στο μικροσκόπιο έπειτα από χρώση με κυανούν του μεθυλενίου.


Σημασία της μέτρησης του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέτρηση του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα είναι σημαντική για τη διάγνωση ασθενειών όπως οι διάφορες αναιμίες. Σε ένα υγιές άτομο το ποσοστό των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα κυμαίνεται μεταξύ 0,5%-1,5%. Σε περιπτώσεις έντονης αιμορραγίας ή αναιμίας (π.χ. αιμολυτική αναιμία) όπου παρατηρείται υψηλός ρυθμός απώλειας ή/και καταστροφής των ερυθροκυττάρων, ο οργανισμός προσπαθεί να αντεπεξέλθει παράγοντας νέα ερυθροκύτταρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις το ποσοστό των δικτυοερυθροκυττάρων που μετράται στο αίμα εμφανίζεται αυξημένο. Από την άλλη πλευρά, εάν η διαπιστωμένη απώλεια ή καταστροφή των ερυθροκυττάρων δεν προκαλεί αύξηση του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα, αυτό υποδηλώνει βλάβη στον μυελό των οστών. Κατά συνέπεια, το ποσοστό των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα αποτελεί δείκτη της ομαλής λειτουργίας του μυελού των οστών, καθώς αντιπροσωπεύει την παραγωγή από αυτόν κυττάρων, τα οποία μόλις απελευθερώθηκαν στην κυκλοφορία του αίματος. Η ύπαρξη ιδιαιτέρως υψηλού ποσοστού δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα χαρακτηρίζεται ως δικτυοερυθροκυττάρωση. Από την άλλη πλευρά, το υπερβολικά χαμηλό ποσοστό δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα δύναται να είναι συνέπεια χημειοθεραπείας, απλαστικής αναιμίας, κακοηθειών του μυελού των οστών, προβληματικής παραγωγής ερυθροποιητίνης ή έλλειψης βιταμινών ή/και ιχνοστοιχείων (B9, B12, σιδήρου).

Διαδικασία μέτρησης του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέτρηση του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα γίνεται με αυτοματοποιημένο τρόπο σε κυτταρόμετρο ροής ή παρόμοιο μηχάνημα με κατάλληλο λέιζερ έπειτα από χρώση δείγματος ολικού αίματος με τη φθορίζουσα ουσία πορτοκαλόχρουν του θειαζολίου (thiazol orange) η οποία σημαίνει το RNA και το DNA. Έτσι, τα λευκοκύτταρα που είναι εμπύρηνα απεικονίζονται εντόνως θετικά για το πορτοκαλόχρουν του θειαζολίου, τα απύρηνα ερυθροκύτταρα είναι αρνητικά και τα δικτυοερυθροκύτταρα εμφανίζονται σε μία ενδιάμεση κατάσταση, καθώς περιέχουν μόνο RNA.[1]

Η μέτρηση του ποσοστού των δικτυοερυθροκυττάρων στο αίμα μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τη χρήση μικροσκοπίου έπειτα από χρώση με Giemsa. Σε αυτή την περίπτωση τα δικτυοερυθροκύτταρα διακρίνονται εύκολα από τα εμπύρηνα λευκοκύτταρα, των οποίων ο πυρήνας σημαίνεται σε διάφορες αποχρώσεις του κυανού αναλόγως του επιπέδου συμπύκνωσής του. Σε σύγκριση με τα ερυθροκύτταρα, τα δικτυοερυθροκύτταρα εμφανίζονται ελαφρώς μεγαλύτερα σε μέγεθος και "ρικνά" (αγγλ. ruffled) μη έχοντας προσλάβει ακόμη το χαρακτηριστικό φακοειδές σχήμα των ώριμων ερυθροκυττάρων.

Πηγές και βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Davis BH, Bigelow NC (1994). «Reticulocyte analysis and reticulocute maturity index». Στο: Darzynkiewicz Z, Crissman HA (eds.). Flow cytometry. Methods in Cell Biology. 42. San Diego: Academic Press. σελ. 263–74. ISBN 0-12203-052-4. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]