Δερβίσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δερβίσης εξημερώνει λιοντάρι και τίγρη. Ζωγραφική Μουγκάλ, περ. 1650

Με τον όρο δερβίσης ή ντερβίς (προφέρεται \ˈdər-vish\) εννοείται κυριολεκτικά ο ζητιάνος, έτσι όπως τουλάχιστον απορρέει από τον περσικό όρο νταρβίς ή νταρβές (darvīsh, darvesh درويش), για τον θρησκευτικό επαίτη, που καθιερώθηκε στον ύστερο 16ο αιώνα στην Ανατολή[1]. Η ρίζα της λέξης -νταρ σημαίνει πόρτα υπονοώντας κυριολεκτικά εκείνον που πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα. Ανάμεσα στους θρησκευόμενους μουσουλμάνους, ο νταρβές ονομάζεται επίσης φακίρ, (faqı¯r), δηλαδή φτωχός, ιδιαίτερα στην Αραβία[2]. Από τεχνική άποψη ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για άτομα που δε συνδέονται με κάποιο ιδιαίτερο τάγμα και εκφράζουν την ποιότητα του περιπλανώμενου. Στη Β. Αφρική οι ντερβίς αναφέρονται κυρίως ως ικβάν, δηλαδή αδελφοί, (ikhwa¯n)[3].

Συνοπτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Παλαιστίνιος δερβίσης στα 1913.

Ήδη από τα μέσα του 12ου αιώνα καταγράφεται η επίσκεψη ενός τέτοιου θρησκευτικού επαίτη στον κυβερνήτη της δυναστείας των Γαζναβιδών Μουΐζ αλ-Νταβλά Χουσράβ Σαχ (Mu'izz al-Dawlah Khusraw Shah), στη Γάζνα του ανατολικού Αφγανιστάν. Αναφέρεται ως ξυπόλητος και ενδεδυμένος με μαύρο τομάρι αίγας. Στο κεφάλι του έφερε κάλυμμα από το ίδιο υλικό, διακοσμημένο με κέρατα. Στο χέρι του κρατούσε ράβδο διακοσμημένη με δακτύλιους, οστά και μικρούς στρογγυλούς κώδωνες[4].

Μετά από έναν αιώνα περίπου ασκητές παρόμοιας εμφάνισης καταγράφεται ότι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Μπάρακ Μπάμπα στη Μικρά Ασία και το Ιράν περί το 706/1306. Ο Μπάρακ Μπάμπα φέρεται ότι έφθασε στη Συρία το έτος 706/1306 επικεφαλής ομάδας ντερβίς, ενδεδυμένων με ένα κόκκινο ύφασμα γύρω από τη μέση. Στο κεφάλι έφεραν κόκκινο τουρμπάνι και κωδωνόσχημα σήμαντρα, θυμίζοντας σε ένα επίπεδο τους σαμάνους του Βόρειου Αφγανιστάν[5]. Έναν αιώνα μετά την παρουσία του Μπάρακ Μπάμπα το 1404, ο Ισπανός περιηγητής Ρούι Γκονδάλεθ ντε Κλαβίχο (Ruy Gonzales de Clavijo) ανέφερε την παρουσία ενός χωριού, το σημερινό Ντελίμπαμπα, κοντά στο Ερζερούμ, που κατοικείτο αποκλειστικά από ντερβίς, υποδεικνύοντας ομοιότητες προς τους ντερβίς των περασμένων πρώιμων περιόδων, όσον αφορά τουλάχιστον στη χρήση των κεράτων[6].

Σε όλα τα παραπάνω πρώιμα στάδια στηρίχθηκε η ιδεολογία της ασκητικής απάρνησης που πρόβαλε και διαδόθηκε στο Ισλάμ κατά τη διάρκεια της Ύστερης Μέσης Περιόδου (περ. 600-900/1200-1500)[7]. Βέβαια παρόλο που υφίστανται μαρτυρίες για την πρώιμη παρουσία για αυτή την ιδεολογία της απάρνησης, οι πρώτες κοινότητες που υιοθετούν μαζικά αυτόν τον τρόπο ζωής εμφανίζονται περίπου στα τέλη του 7ου/13ου αι. σε δύο διακριτά ρεύματα, τους Καλανταριγιά στη Συρία και την Αίγυπτο και τους Χαϊνταριγιά, στο Ιράν με ιδρυτή τον Κουτάμπ αλ-Ντιν Χαϊντάρ (Qutb al-Din Haydar). Και τα δύο αυτά ρεύματα εξαπλώθηκαν γοργά προς την Ινδία και τη Μικρά Ασία[8].

Με το πέρασμα του χρόνου ομάδες ιδεολογικά προσανατολισμένες προς την απάρνηση, όμοιες με τις προηγούμενες, άρχισαν να ξεπηδούν σε διαφορετικές περιοχές του Ισλάμ. Ανάμεσά τους οι Αμπντάλ Ντερβίς, οι Τζαμί Ντερβίς, οι Μπεκτασί Ντερβίς και οι Σαμς-ι Ταμπριζί Ντερβίς στη Μικρά Ασία, οι Μανταρί Ντερβίς και οι Τζαλαλί Ντερβίς στη μουσουλμανική Ινδία. Από αυτές τις διακριτές ομάδες ντερβίς μελετήθηκαν περισσότερο οι Καλανταριγιά, ενώ οι Χαϊνταριγιά και οι Αμπντάλ του Ρουμ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητες, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στη θέση τους στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι του Ισλάμ.

Επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την τελευταία βασιλική δυναστεία των Σελτζούκων, τη χρηματοδότηση της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας ανέλαβε η ευημερούσα κοινωνική ομάδα των εμίρηδων. Ωστόσο, αντίθετα από τους Σελτζούκους σουλτάνους, που συνήθως χρηματοδοτούσαν οχυρωματικά έργα, καραβάν σεράγια και τζαμιά οι νέοι πάτρονες έχτιζαν δερβισικές στοές και ταφικά μνημεία. Ιδιαίτερα η χρηματοδότηση των δερβισικών στοών φαίνεται πως είχε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα για τους τοπικούς άρχοντες, καθώς εξασφάλιζε τον έλεγχο των πληθυσμών που κατοικούσαν νεοαποκτημένες γαίες. Τα νέα αυτά κτήρια μεταμόρφωναν την ιεραρχία του αστικού τοπίου, καθώς ενθάρρυναν την ανάμειξη των ντόπιων πληθυσμών με τις ομάδες των νεόφερτων σε ένα κλίμα ευσέβειας, που περιείχε όμως το σπέρμα του πολιτικού ελέγχου της πόλης[9].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. dervish, (2010), στο Merriam-Webster Online Dictionary. Ανάκτηση 10 Απριλίου, 2010, από http://www.merriam-webster.com/dictionary/dervish
  2. Βλ. Dictionary of Islam, 64.
  3. Renard, John 2009, 73.
  4. Karamustafa, Ahmet T. 1994, 1.
  5. Algar Hamid, 754-55.
  6. de Clavijo Ruy Gonzales, 139-40.
  7. Σύμφωνα με την περιοδολόγηση του Hodgson, στο Hodgson Marshall G. S. 1974, 96.
  8. Karamustafa, Ahmet T. 1994, 3.
  9. Wolper, Ethel Sara 1995, 39-47.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Algar, Hamid. "Baraq Baba." Encyclopaedia Iranica, 3:754-55.
  • de Clavijo Ruy González 1928, Embassy to Tamerlane 1403-1406, (μτφρ Guy Le Strange) Routledge London ISBN 1-84382-198-2.
  • Hodgson Marshall G. S. The Venture of Islam: Conscience and History in a World Civilization, Vol 1, Chicago: University of Chicago Press, 1974 ISBN 0-226-34684-6.
  • Karamustafa, Ahmet T. 1994, God's Unruly Friends : Dervish Groups in the Islamic Later Middle Period, 1200-1550, University of Utah Press, ISBN 0-87480-456-6.
  • Renard, John 2005, Historical dictionary of Sufism, Scarecrow Press, Toronto & Plymouth, ISBN 978-0-8108-6827-4.
  • Wolper, Ethel Sara «The Politics of Patronage: Political Change and the Construction of Dervish Lodges in Sivas», Muqarnas, Vol. 12 (1995), σσ. 39-47.