Δάνειο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την ονομασία δάνειο φέρεται ειδική διμερής σύμβαση, εξ ου και ο ταυτόσημος όρος δανειακή σύμβαση, όπου κατά τη συνομολόγησή της μεταβιβάζεται για κάποιο χρονικό διάστημα η κυριότητα χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, με την υποχρέωση της μετέπειτα επιστροφής τους.

Ορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δανεισμός ή δανειακή συναλλαγή: ονομάζεται η κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και η εφαρμογή των όρων της.
  • Δανειστής: ονομάζεται, σήμερα, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκχωρεί την κυριότητα χρημάτων ή άλλων πραγμάτων. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν αντίθετα ο αποδέκτης. Σημειώνεται ότι αποτελεί βασική έννοια του Ενοχικού και γενικότερα του Αστικού Δικαίου. Συνεπώς ο όρος δανειστής, ή πιστωτής (όροι συνώνυμοι), αναφέρεται σε κάθε ενοχική σχέση και όχι μόνο στη σύμβαση δανείου.
  • Δανειολήπτης, ή δανειζόμενος: ονομάζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο εκχωρείται προσωρινά η κυριότητα χρημάτων ή πραγμάτων.
  • Δάνεισμα: ονομάζεται το αντικείμενο της προσωρινής εκχώρησης, χρήματα ή άλλα πράγματα, συχνά αναφέρεται και ως δάνειο.
  • Δανειομεσίτης: ονομάζεται ο μεσολαβητής φορέας, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη δανειακής σύμβασης.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δανειακή σύμβαση από νομικής άποψης είναι ετεροβαρής σύμβαση, ενοχική και διαρκής. Η δε συνομολόγησή της προκειμένου να είναι έγκυρη θα πρέπει τόσο τα συμβαλλόμενα μέρη όσο και το αντικείμενο αυτής να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις σύναψης δικαιοπραξίας.
Όπως και όλα τα χρεόγραφα, το δάνειο συνεπάγεται την ανακατανομή των χρηματοοικονομικών στοιχείων του ενεργητικού κατά την πάροδο του χρόνου, μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη.

Πρόκειται λοιπόν για την παροχή κεφαλαίου από μία πηγή (η οποία μπορεί να είναι είτε ένα φυσικό πρόσωπο είτε ένα νομικό) σε κάποιον ενδιαφερόμενο, ο οποίος και είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει το ποσό μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που έχει προκαθορισθεί και υπό ένα συγκεκριμένο τόκο.

Σε ένα δάνειο, ο δανειολήπτης λαμβάνει ή δανείζεται αρχικά ένα χρηματικό ποσό από το δανειστή και είναι υποχρεωμένος να εξοφλήσει ή να επιστρέψει ένα ίσο ποσό χρημάτων στο δανειστή σε μεταγενέστερο χρόνο.

Συνήθως, τα χρήματα επιστρέφονται σε τακτικές δόσεις, ή μερικές πληρωμές, όπου κάθε δόση είναι το ίδιο ποσό.

Το δάνειο παρέχεται γενικά με κάποιο κόστος, το οποίο είναι ουσιαστικά ο τόκος για το χρέος, που λειτουργεί ως κίνητρο για τον δανειστή προκειμένου να δώσει το δάνειο. Σε ένα νομικό δάνειο, κάθε μία από αυτές τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς επιβάλλονται από μία σύμβαση ή ένα συμβόλαιο, τα οποία μπορούν επίσης να συμπεριλαμβάνουν και πρόσθετους περιορισμούς για το δανειολήπτη.

Παρά το γεγονός ότι το άρθρο αυτό επικεντρώνεται στη νομισματική των δανείων, στην πραγματικότητα κάθε υλικό αντικείμενο θα μπορούσε να δανειστεί από κάποιον.

Ένα από τα κύρια καθήκοντα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι και η λειτουργία τους ως προμηθευτές δανείων. Για τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα ωστόσο, η έκδοση και η έγκριση ενός δανείου, όπως τα ομόλογα, είναι μία τυπική πηγή χρηματοδότησης.

Τύποι δανείων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δάνεια μπορεί να είναι είτε ασφαλή, όπου ο δανειστής προστατεύεται ώστε να λάβει όλο το ποσό που έχει δανείσει, ή επισφαλή στα οποία ο δανειζόμενος μπορεί και να μην εξοφλήσει το δάνειο. Παράλληλα, ανάλογα με την χρήση και τη φύση του προσώπου που δανείζεται, τα δάνεια χωρίζονται σε δάνεια ιδιωτικής χρήσης και δάνεια επαγγελματικής χρήσης. Ωστόσο, υπάρχουν και τα κρατικά δάνεια, που περιλαμβάνουν δανεισμούς μεταξύ κρατών αλλά και άλλες περιπτώσεις που περιλαμβάνουν την ανάμιξη του κράτους.

Δάνεια Ιδιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δάνεια ιδιωτών περιλαμβάνουν τα δάνεια που δίνονται σε ιδιώτες για προσωπική χρήση. Τα πιο βασικά δάνεια ιδιωτών αναλύονται στη συνέχεια.

Στεγαστικό δάνειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα στεγαστικό δάνειο είναι ένα πολύ κοινό είδος χρεογράφου, που χρησιμοποιείται από πολλά άτομα για την αγορά κατοικιών. Σε αυτό το δάνειο ο οφειλέτης χρησιμοποιεί τα χρήματα με σκοπό την αγορά ενός ακινήτου.
Το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ωστόσο, εξασφαλίζει ασφάλεια – μία σύσταση ενεχύρου επί του τίτλου για το σπίτι - μέχρι η υποθήκη να εξοφληθεί στο σύνολό της. Σε περίπτωση που υπάρξει αδυναμία αποπληρωμής του δανείου, η τράπεζα θα έχει το νομικό δικαίωμα να κατασχέσει το σπίτι και να το πουλήσει, ώστε να ανακτήσει τα ποσά που οφείλονται σε αυτήν. Συνεπώς, το στεγαστικό δάνειο είναι ένα ασφαλές δάνειο, διότι η τράπεζα μέσω κάποιων όρων εξασφαλίζει ότι θα πάρει πίσω τα χρήματα που δάνεισε.

Χρήσεις στεγαστικών δανείων

Οι σκοποί για τους οποίος κάποιος μπορεί να πάρει ένα στεγαστικό δάνειο και η αντίστοιχη χρήση αυτών συνοψίζονται παρακάτω:

  1. Αγορά, ανέγερση, αποπεράτωση, επέκταση, βελτίωση, επισκευή, συντήρηση κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης (για ιδιόχρηση ή εκμετάλλευση).
  2. Αγορά οικοπέδου που προορίζεται για κατοικία ή επαγγελματική στέγη
  3. Αναχρηματοδότηση στεγαστικών δανείων άλλων τραπεζών

Κατηγορίες Στεγαστικών δανείων

Λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών στην χορήγηση στεγαστικών δανείων έχουν δημιουργηθεί πολλές νέες κατηγορίες οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών. Οι γενικές κατηγορίες ενός στεγαστικού δανείου παρουσιάζονται παρακάτω.

  • Δάνειο σταθερού αρχικού επιτοκίου

Στην κατηγορία αυτή τα δάνεια για ένα αρχικό διάστημα, το οποίο συνήθως κυμαίνεται από ένα έως τρία χρόνια, έχουν σταθερό επιτόκιο και σχετικά χαμηλό το οποίο στη συνέχεια μετατρέπεται σε κυμαινόμενο επιτόκιο μέχρις ότου αποπληρωθεί. Σε αυτά τα δάνεια ο δανειολήπτης προστατεύεται από ανοδικές μεταβολές στα επιτόκια με αποτέλεσμα να υπάρχει και καλύτερος οικονομικός προγραμματισμός, ενώ παράλληλα επιτρέπεται η επιλογή της περιόδου του σταθερού επιτοκίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να επωφεληθεί από μία πιθανή πτώση των επιτοκίων και είναι δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα προκύψει με τη λήξη του σταθερού.

  • Δάνειο σταθερού επιτοκίου

Στην κατηγορία αυτή το επιτόκιο είναι σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου και είναι περίπου 3-4 μονάδες πιο υψηλό από τις περιπτώσεις δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο.

  • Δάνειο Κυμαινόμενου επιτοκίου

Το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου και είναι συνδεδεμένο στις περισσότερες περιπτώσεις με κάποιο επιτόκιο αναφοράς πλέον ενός περιθωρίου κέρδους που ορίζει η τράπεζα. Σε αυτά τα δάνεια ο δανειολήπτης επωφελείται από τις χαμηλότερες δόσεις σε περιόδους όπου τα επιτόκια έχουν πτωτική πορεία και του επιτρέπεται η πληρωμή πρόσθετων ποσών κάθε χρόνο ούτως ώστε να μειώνονται και οι δόσεις αποπληρωμής. Ωστόσο δεν επιτρέπεται ο ακριβής προϋπολογισμός λόγω συνεχούς μεταβολής των επιτοκίων και σε περιόδους όπου η πορεία των επιτοκίων είναι ανοδική οι δόσεις αποπληρωμής αυξάνονται.

Ειδικά δάνεια Τα ειδικά δάνεια δίνονται σε άτομα ειδικών κατηγοριών όπως οι πυροπαθείς, πλημμυροπαθείς, παλιννοστούντες, δικαιούχους Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με διάφορες διευκολύνσεις λόγω των συνθηκών.[1]


Δάνειο αυτοκινήτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα δάνειο αυτοκινήτου είναι ένα δάνειο που λήφθηκε ώστε να αγορασθεί ένα καινούργιο ή μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Το δάνειο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να εξασφαλισθεί μέσω του ιδίου του αυτοκινήτου, με τον ίδιο τρόπο όπως μια υποθήκη είναι εξασφαλισμένη από τη στέγαση. Η διάρκεια της περιόδου του δανείου είναι σημαντικά μικρότερη, η οποία συχνά αντιστοιχεί στην διάρκεια ζωής του αυτοκινήτου. Το δάνειο αυτοκινήτου είναι δάνειο ασφαλές, διότι σε περίπτωση που ο δανειζόμενος δεν μπορέσει να εξοφλήσει όλο το ποσό δανεισμού, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα έχει κάθε νομικό δικαίωμα να κατασχέσει το αυτοκίνητο προκειμένου να πάρει πίσω τα χρήματα που δάνεισε.

Κατηγορίες Δανείων Αυτοκινήτου

Υπάρχουν δύο είδη δανείων αυτοκινήτων, τα άμεσα και τα έμμεσα. Ένα άμεσο δάνειο αυτοκινήτου είναι όταν μια τράπεζα δίνει το δάνειο άμεσα στον καταναλωτή. Αντίστοιχα, το έμμεσο δάνειο για ένα αυτοκίνητο είναι όταν μία αντιπροσωπεία αυτοκινήτων ενεργεί ως μεσάζων μεταξύ της τράπεζας ή του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και του καταναλωτή.

Δικαιούχοι Δανείου Αυτοκινήτου

Κατά κύρια βάση, δάνειο αυτοκινήτου μπορεί να πάρει οποιοσδήποτε ανήκει στην ηλικία των 18-65 και εργάζεται ή έχει άλλες πηγές εσόδων. Ωστόσο, τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις απόκτησης ενός δανείου αυτοκινήτου μπορεί να διαφέρει ανάμεσα στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Προσωπικό Δάνειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα προσωπικά δάνεια ο δανειολήπτης δανείζεται ένα ποσό το οποίο επιθυμεί να διαθέσει για την αγορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας και δεν χρειάζεται να γνωστοποιήσει τις προθέσεις του στην τράπεζα. Το ποσό που μπορεί να δοθεί διαφέρει ανάμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ο δανειζόμενος ανάλογα με τις ανάγκες του μπορεί να λάβει ένα δάνειου ύψους 20.000 ή ακόμα και 30.000 ευρώ. Το συγκεκριμένο δάνειο είναι δάνειο επισφαλές, διότι ο δανειζόμενος ζητά να λάβει ένα δάνειο για προσωπική χρήση χωρίς να γνωστοποιεί τις προθέσεις του στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσει να είναι σε θέση να αποπληρώσει όλο το ποσό. Καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για την παροχή δανείων είναι υψηλός, το ύψος του ποσού, ο τρόπος αποπληρωμής και οι τόκοι διαφέρουν ανά χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σχετικά με τα προσωπικά δάνεια.

Ένα είδος προσωπικού δανείου είναι και το Ανοιχτό Δάνειο.[2] Στο ανοιχτό δάνειο το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εγκρίνει ένα ανώτατο πιστωτικό όριο (συνήθως μέχρι 3.000 ευρώ), και ο πελάτης έχει τη δυνατότητα τμηματικών αναλήψεων. Οι πληρωμές του πελάτη μετά από την αφαίρεση των εξόδων και των τόκων του δανείου, προστίθενται στο υπόλοιπο της εγκεκριμένης πίστωσης.

Ένα άλλο είδος προσωπικού δανείου μπορεί να θεωρηθεί και το Φοιτητικό Δάνειο.[3] Τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσφέρουν σε σπουδαστές η φοιτητές δημοσίων και ιδιωτικών σχολών και ιδρυμάτων φοιτητικά δάνεια με ιδιαίτερους και ποικίλους προνομιακούς όρους σχετικά με την εξόφληση τους. Το επιτόκιο, το ποσό και ο τρόπος αποπληρωμής διαφέρει ανά χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και εξαρτάται από τις ανάγκες του κάθε φοιτητή.

Δικαιούχοι Προσωπικού Δανείου

Συνήθως, προσωπικό δάνειο μπορούν να λάβουν όλα τα φυσικά πρόσωπα, μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες, που υποβάλουν φορολογική δήλωση και θέλουν να προβούν σε αγορές από εμπορικά καταστήματα. Ωστόσο, τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις απόκτησης ενός προσωπικού δανείου μπορεί να διαφέρουν ανάμεσα στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Υπερανάληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπερανάληψη, γνωστή και ως overdraft, πρόκειται για έναν τρεχούμενο λογαριασμό και σε περίπτωση που κάποιος χρειαστεί κάποια χρήματα μπορεί να ζητήσει από την τράπεζα του να λάβει ένα ποσό, μεγαλύτερο από αυτό έχει ήδη κατατεθειμένο. Το ανώτατο ποσό που επιτρέπεται να "σηκώσει" από την τράπεζα είναι κατά μέσο όρο περίπου 5.000 – 6.000 ευρώ.
Η υπερανάληψη σε γενικές γραμμές μπορεί να εξοφληθεί ταχύτερα, διότι κάθε φορά που κατατίθεται ένα ποσό στον λογαριασμό του δανειολήπτη όπως για παράδειγμα ο μισθός του, η τράπεζα "τραβάει" άμεσα το οφειλόμενο ποσό σε αντίθεση με τα ανοικτά δάνεια όπου οι περισσότεροι πελάτες συνήθως καταβάλλουν την ελάχιστη μηνιαία δόση διαιωνίζοντας έτσι το όποιο χρέος έχουν προς την τράπεζα.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η υπερανάληψη αν και έχει εγκριθεί από την τράπεζα δημιουργεί κάποιες επιφυλάξεις για το τραπεζικό ίδρυμα σχετικά με την άρση αυτής ή όχι. Σε κάθε περίπτωση όμως η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει τον πελάτη σχετικά με την πρόθεση της. Παράλληλα, η υπερανάληψη μπορεί να αρθεί και από την πλευρά του πελάτη. Η υπερανάληψη αποτελεί και αυτή ένα είδος επισφαλούς δανείου, διότι δεν είναι σίγουρο ότι ο δανειολήπτης θα μπορέσει να επιστρέψει όλο το ποσό και κατά πόσο εύκολα το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα θα μπορέσει να λάβει πίσω τα χρήματα.

Δικαιούχοι Υπερανάληψης

Συνήθως, υπερανάληψη δικαιούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα, μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες, που υποβάλουν φορολογική δήλωση και έχουν έναν λογαριασμό σε μία τράπεζα. Ωστόσο, τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις μίας υπερανάληψης μπορεί να διαφέρουν ανάμεσα στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Τα επιτόκια για την υπερανάληψη παρουσιάζονται παρακάτω:[4]

Τράπεζα Επιτόκιο υπερανάληψης από τρεχούμενο λογαριασμό
Alpha 12,25%
T Bank (πρώην Aspis) 12,00%
Citibank 10,90%
Eurobank Ergasias 12,20% - 14,4%
FBB 10,50%
HSBC ΕΚΤ+ spread 6,40%
Marfin 8,50%
Millennium 15,40%
Proton 11,50%
Αγροτική 10,25 %
Αττικής 11,50%
Γενική 14,50% (ΒΕΚ + spread)
Εθνική 13,00%
Ελληνική 9,53%
Εμπορική 9,75%
Κύπρου 9,80% + spread 2% - 4%
Πειραιώς 13,70% (Euribor 1M + spread)
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο 13,05%

Πιστωτική κάρτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιστωτική κάρτα είναι ένα και αυτή ένας τύπος δανείου, που χρησιμοποιείται για την πληρωμή αγαθών και υπηρεσιών χωρίς να χρειάζεται να καταβληθούν τα χρήματα άμεσα. Ο πάροχος της πιστωτικής κάρτας, δηλαδή η τράπεζα, επιβάλλει ένα συγκεκριμένο μηνιαίο πιστωτικό όριο στον πελάτη, το οποίο και μπορεί να διαθέσει σε αγορές που επιθυμεί. Επίσης, ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας έχει τη δυνατότητα να κάνει ανάληψη μετρητών από το ΑΤΜ μίας τράπεζας εφόσον και το πιστωτικό υπόλοιπο το επιτρέπει. Υπάρχουν διάφοροι τύποι πιστωτικής κάρτας οι οποίοι και καλύπτουν τις ανάγκες κάθε ξεχωριστού πελάτη. Υπάρχουν για παράδειγμα πιστωτικές κάρτες οι οποίες έχουν μηδενικό επιτόκιο αγορών και είναι κατάλληλες για όσους πραγματοποιούν κυρίως αγορές αλλά δεν είναι σε θέση να αποπληρώνουν ολόκληρο το ποσό που έχουν χρησιμοποιήσει στο τέλος κάθε μήνα. Παράλληλα, υπάρχουν και πιστωτικές κάρτες οι οποίες έχουν μηδενικό επιτόκιο για μεταφορά υπολοίπου και είναι περισσότερο κατάλληλες για όσους έχουν χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο. Ένα άλλο είδος πιστωτικής κάρτας είναι και αυτές που έχουν αρχικό επιτόκιο μεταφοράς υπολοίπου για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι οποίες εξυπηρετούν όσους επιθυμούν να συγκεντρώσουν τις οφειλές τους με σκοπό να αποπληρώσουν το χρέος τους χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση από τους τόκους. Τέλος, υπάρχουν και οι πιστωτικές κάρτες που συμμετέχουν σε προγράμματα επιβράβευσης που ουσιαστικά επιβραβεύουν τους πελάτες που είναι τυπικοί στις πληρωμές τους μέσω επιστροφής χρημάτων, bonus κ.α.[5]

Οι περισσότερες πιστωτικές κάρτες πλέον, έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν και στο εξωτερικό διευκολύνοντας έτσι τους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, προσδίδοντας παράλληλα ασφάλεια στις συναλλαγές τους. Και η πιστωτική κάρτα θα μπορούσε να θεωρηθεί επισφαλές δάνειο αν και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξετάζουν προσεκτικά την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία χορηγούν πιστωτικές κάρτες σε φοιτητές και άλλου είδους άτομα ζητώντας μόνο κάποια πολύ βασικά στοιχεία χωρίς να εξετάζουν αν ο δανειολήπτης είναι όντως σε θέση να αποπληρώσει το ποσό.

Δικαιούχοι Πιστωτικής Κάρτας

Συνήθως, πιστωτική κάρτα μπορούν να λάβουν όλα τα φυσικά πρόσωπα που έχουν μία σταθερή εργασία και ανήκουν στην ηλικία των 22-70. Ωστόσο, τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις χορήγησης μίας πιστωτικής κάρτας μπορεί να διαφέρουν ανάμεσα στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Καταναλωτικό Δάνειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καταναλωτικό δάνειο είναι το δάνειο το οποίο χορηγείται προκειμένου να καλυφτούν προσωπικές ανάγκες με σκοπό την απόκτηση προϊόντων και υπηρεσιών. Τα καταναλωτικά δάνεια, ο τρόπος απόκτησης αυτών, η φύση τους και το ποσό που χορηγείται καθώς και ο σκοπός απόκτησης αυτών διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Σε γενικές γραμμές όμως αυτά που ισχύουν για τα καταναλωτικά δάνεια συνοψίζονται παρακάτω.

Το ποσό που χορηγείται σε ένα καταναλωτικό δάνειο δεν ξεπερνάει συνήθως τα 25.000 ευρώ, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το ποσό δεν δίνεται στον πελάτη αλλά δίνεται απευθείας στον έμπορο από τον οποίο έγινε η αγοραπωλησία η οποία χρηματοδοτήθηκε από το δάνειο. Ωστόσο, υπάρχουν καταναλωτικά δάνεια τα οποία δεν χορηγούνται με σκοπό την αγορά προϊόντων και ως εκ τούτου ο δανειζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει δικαιολογητικά αγοράς.

Τα καταναλωτικά δάνεια μερικές φορές περιλαμβάνουν δάνεια στεγαστικά, προσωπικά δάνεια ή και δάνεια αυτοκινήτου. Δηλαδή, ο δανειολήπτης ζητά να του χορηγηθεί ένα καταναλωτικό δάνειο με σκοπό την αγορά ή την επισκευή μίας κατοικίας, την αγορά αυτοκινήτου ή την αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Δικαιούχοι καταναλωτικού Δανείου

Συνήθως, καταναλωτικό δάνειο μπορούν να λάβουν όλα τα φυσικά πρόσωπα, μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες, που υποβάλουν φορολογική δήλωση. Ωστόσο, τα δικαιολογητικά και οι προϋποθέσεις απόκτησης ενός καταναλωτικού δανείου μπορεί να διαφέρουν ανάμεσα στα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Επιχειρηματικά Δάνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επιχειρηματικά δάνεια είναι αυτά τα οποία χορηγούνται από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε έναν πελάτη, που συνήθως είναι μία μεγάλη επιχείρηση, ή μία μικρομεσαία ή και ελεύθεροι επαγγελματίες. Ένα επαγγελματικό δάνειο δίνεται προκειμένου να καλυφθούν κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες ανάλογα με το είδος του δανειολήπτη.

Χρήσεις Επιχειρηματικών Δανείων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σκοποί για τους οποίους μπορεί να πάρει κάποιος επιχειρηματικά δάνεια αλλά και η χρήση αυτών συνοψίζεται παρακάτω:

  • Αγορά οικοπέδου
  • Αγορά έτοιμης ή υπό ανέγερση επιχειρηματικής στέγης
  • Αποπεράτωση επιχειρηματικής στέγης
  • Ανακαίνιση επιχειρηματικής στέγης (βελτιώσεις - προσθήκες - επισκευές)
  • Αγορά εμπορευμάτων
  • Εξόφληση προμηθευτών

Δικαιούχοι Επιχειρηματικού Δανείου

Επιχειρηματικό δάνειο δικαιούνται να λάβουν όποιοι πελάτες περιλαμβάνονται σε μία εκ των παρακάτω κατηγοριών:

Ωστόσο, σε κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα γίνεται έλεγχος σχετικά με το αν είναι δυνατόν να δοθεί δάνειο σε μία επιχείρηση και οι προϋποθέσεις καθώς και τα χαρακτηριστικά του δανείου συνήθως διαφέρουν.

Επιχειρηματικά Δάνεια και Χρηματοδότηση Επιχειρήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επιχειρηματικά δάνεια αποτελούν ένα είδος χρηματοδότησης μίας επιχείρησης. Γενικά, μία εταιρία προκειμένου να ικανοποιήσει κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες της επιλέγει μέσα από μία ευρεία ποικιλία τρόπων χρηματοδότησης που δίνονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Το δάνειο αποτελεί έναν από αυτούς τους τρόπους. Παρακάτω αναφέρονται συνοπτικά ορισμένοι από τους πιο βασικούς τρόπους χρηματοδότησης οι οποίοι είναι διαφορετικής φύσεως από το δάνειο.

  • Leasing: Με τη χρηματοδοτική μίσθωση (leasing), οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το μέγεθος το είδος και τη νομική μορφή τους, έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τα ακίνητα ή κινητά στοιχεία που επιλέγουν για να καλύψουν τις ανάγκες τους, χωρίς να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους ή να καταφύγουν στις κλασσικές μορφές δανεισμού.[6]
  • Factoring: Μέσω της διαδικασίας factoring, πραγματοποιείται μία τριμερής συνεργασία μεταξύ ενός προμηθευτή, των πελατών του και μίας εταιρίας factoring, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση, τη λογιστική παρακολούθηση και την είσπραξη των εκδιδόμενων από τον προμηθευτή χορήγηση προκαταβολών επί της αξίας τους.[7]
  • Κεφάλαιο επιχειρηματικών συμμετοχών: To Κεφάλαιο επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) είναι το κεφάλαιο που επενδύεται σε παλαιές ή υπό σύσταση επιχειρήσεις από ειδικευμένες επενδυτικές εταιρίες. Μια εταιρία venture capital προσφέρει κεφάλαιο στην επιχείρηση εξαγοράζοντας ποσοστό από το εταιρικό (ή μετοχικό όταν πρόκειται για ΑΕ) κεφάλαιο της τελευταίας. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν τρόπο χρηματοδότησης επενδύσεων σχετικά ριψοκίνδυνων.

Κρατικά Δάνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με τις εκάστοτε παγκόσμιες οικονομικές καταστάσεις, σε περιόδους ύφεσης της οικονομίας μίας χώρας υπάρχει η περίπτωση η συγκεκριμένη χώρα να ζητήσει την χορήγηση δανείου από μία άλλη χώρα ή από έναν φορέα εκτός ή εντός των συνόρων της. Αντίστοιχα, μπορεί μία χώρα να χορηγήσει δάνειο σε μία άλλη, εφόσον η οικονομική κατάσταση μπορεί να υποστηρίξει μία τέτοια ενέργεια.

Σε περίπτωση που μία χώρα δανειστεί από μία άλλη τότε θα πρέπει να δεχτεί και κάποιους όρους όπως για παράδειγμα εισαγωγή προϊόντων από την χώρα που δανείζει ή ενέργειες άλλης φύσεως που θα φέρνουν σε πλεονεκτική θέση την χώρα "δανειστή".

Απόσβεση Δανείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξόφληση Δανείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόσβεση ενός δανείου αποτελεί ουσιαστικά την εξόφληση του και μπορεί να γίνει ενδεικτικά με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

  • Καταβολή ολόκληρου του ποσού συμπεριλαμβανομένων των τόκων στο τέλος της περιόδου δανεισμού
Εδώ, ο οφειλέτης καταβάλει ολόκληρο το ποσό στο τέλος της περιόδου δανεισμού και συμφωνείται έπειτα ο τρόπος πληρωμής των τόκων. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια του δανεισμού είναι σχετικά μικρή τότε οι τόκοι είτε παρακρατούνται τη στιγμή του δανεισμού είτε πληρώνονται και με την εξόφληση του κεφαλαίου.
  • Καταβολή σταθερών δόσεων του κεφαλαίου σε ίσα χρονικά διαστήματα συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του ανεξόφλητου ποσού
Σε αυτήν την περίπτωση, οι δόσεις καταβάλλονται ανά ίσα χρονικά διαστήματα (πχ ανά έτος) και μαζί καταβάλλονται και οι τόκοι του ανεξόφλητου κεφαλαίου.
  • Καταβολή ίσων τοκοχρεολυτικών δόσεων
Στη τελευταία περίπτωση, ο δανειζόμενος καταβάλλει ένα σταθερό ποσό, με τη μορφή τοκοχρεωλυτικής δόσεως, στο τέλος της περιόδου ανατοκισμού και μέχρι να λήξει η διάρκεια δανεισμού. Η συγκεκριμένη τοκοχρεωλυτική δόση αποτελείται από το αυξανόμενο μερίδιο κεφαλαίου και από ένα παραλλήλως μειούμενο μερίδιο τόκων.

Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις δανείων, στις οποίες η απόσβεση έχει κάποιες προϋποθέσεις και συνθήκες που έχουν διαπραγματευθεί εξαρχής και αναφέρονται στο συμβόλαιο.

Αναδιαπραγμάτευση Δανείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες ο δανειζόμενος δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ειδικά σε περιόδους όπου τα επιτόκια είναι υψηλά. Πριν λοιπόν οδηγηθεί στην χρεοκοπία, είναι δυνατόν να επαναδιαπραγματευθεί το χρέος του προς τις τράπεζες και να καταλήξει σε μία ειδική εξατομικευμένη συμφωνία προκειμένου να μπορέσει να αποπληρώσει.

Επίσπευση Εξόφλησης Δανείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίθετα με την επαναδιαπραγμάτευση ενός δανείου, εδώ ο δανειζόμενος έχει τη δυνατότητα να επισπεύσει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Τη συγκεκριμένη περίπτωση τη συναντάμε σε περιόδους υποχωρήσεως των επιτοκίων και εξαρτάται πάντα από τους όρους του συμβολαίου του δανείου.

Καταχρήσεις στο δανεισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επιθετικός δανεισμός είναι μία μορφή κατάχρησης στη χορήγηση των δανείων. Περιλαμβάνει συνήθως τη χορήγηση ενός δανείου, προκειμένου να τεθεί ο δανειζόμενος σε θέση που μπορεί κάποιος να τον εκμεταλλευτεί ή να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι αυτού. Όταν ο δανειστής δεν έχει εγκριθεί, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τοκογλύφος.

Η τοκογλυφία είναι μια διαφορετική μορφή κακοποίησης, όπου ο δανειστής χρεώνει υπερβολικούς τόκους. Σε διάφορες χρονικές περιόδους και πολιτισμούς το αποδεκτό επιτόκιο ήταν διαφορετικό, από καθόλου μέχρι και απεριόριστο. Ορισμένες επιχειρήσεις πιστωτικών καρτών, μάλιστα, σε κάποιες χώρες, έχουν κατηγορηθεί από οργανώσεις καταναλωτών για χορήγηση δανείων με υπέρογκα επιτόκια και παραγωγή χρημάτων από αυτές τις επιπόλαιες «πρόσθετες δαπάνες».

Καταχρήσεις μπορεί επίσης να πραγματοποιηθούν με τη μορφή του πελάτη να εκμεταλλεύεται το δανειστή από τη μη εξόφληση του δανείου ή την προσπάθεια εξαπάτησης του δανειστή.

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δρ Γεώργιος Χρ. Δασκάλου, Χρηματοδότηση Επιχειρήσεων (Χρηματιστική Διαχείριση Επενδύσεων), Σύγχρονη Εκδοτική, Αθήνα 1999, Β' Έκδοση

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]